Η ιταλική πρόταση-βόμβα – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η ιταλική πρόταση-βόμβα

.
Οι υποχρεώσεις της ΕΚΤ      

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο βασικός στόχος της κεντρικής τράπεζας είναι η εξασφάλιση της σταθερότητας των τιμών – όπου πρέπει να αποφεύγονται οι μεγάλες διακυμάνσεις στην ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην αγορά. Η μέθοδος του υπολογισμού, της «μέτρησης» καλύτερα της επίτευξης ή μη του συγκεκριμένου στόχου, είναι το ποσοστό του εκάστοτε πληθωρισμού.

Ο δεύτερος στόχος μίας κεντρικής τράπεζας είναι η «ισοσκελισμένη» ανάπτυξη της εκάστοτε χώρας, καθώς επίσης η αποφυγή του αποπληθωρισμού (ύφεσης). Η πρόοδος της ανάπτυξης τώρα μετρείται με κριτήριο το βαθμό της «χρησιμοποίησης» της παραγωγικής ικανότητας μίας οικονομίας – όπου το εργαλείο για τη σωστή ρύθμιση είναι το (βασικό) επιτόκιο δανεισμού. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται από την κεντρική τράπεζα, όταν «υπερθερμαίνεται» μία οικονομία (ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, αυξημένη ζήτηση, πλήρης χρησιμοποίηση του παραγωγικού δυναμικού), ενώ μειώνεται, όταν περιορίζεται η ανάπτυξη (χαμηλή ζήτηση, αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό).

Οι στόχοι του ΕΣΚΤ, του ευρωπαϊκού συστήματος των κεντρικών τραπεζών, καθώς επίσης του βασικού εργαλείου του, της ΕΚΤ, έχουν συμφωνηθεί και καταγραφεί στην ιδρυτική σύμβαση της ΕΕ – όπου το ύψος του πληθωρισμού έχει τοποθετηθεί στο ανώτατο ποσοστό του 2%, σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο έτος. Ένας επόμενος στόχος είναι η ενίσχυση της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, με απώτερο σκοπό τον περιορισμό της ανεργίας, καθώς επίσης τη διαρκή ανάπτυξη – υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα είναι εις βάρος της σταθερότητας των τιμών.

Οι βασικές υποχρεώσεις τώρα του ΕΣΚΤ, είναι οι εξής: (α) ο καθορισμός και η διευθέτηση της νομισματικής πολιτικής (β) οι συναλλαγματικές συναλλαγές (γ) η διαχείριση των εκάστοτε συναλλαγματικών αποθεμάτων των κρατών-μελών της ΕΕ και (δ) η τροφοδοσία της οικονομίας με χρήματα, ειδικά δε η εξασφάλιση απροβλημάτιστων συναλλαγών (κάτι που παραβιάσθηκε παράνομα στην Ελλάδα το 2015).

Η ΕΚΤ όμως έχει επί πλέον λειτουργίες, όπως:  (α) την έγκριση της έκδοσης ευρώ – η ίδια η έκδοση γίνεται από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες  (β) τη συμμετοχή της στην επίβλεψη των εμπορικών τραπεζών, καθώς επίσης στη σταθερότητα των χρηματαγορών (γ)  την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στην κοινότητα και στις εθνικές υπηρεσίες, καθώς επίσης τη συνεργασία με άλλα ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα  (δ) τη συλλογή στατιστικών και άλλων πληροφοριών, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της και  (ε) τη σύνταξη του ετήσιου ισολογισμού της.

Με στόχο τώρα την εξασφάλιση της κεντρικής λειτουργίας της, τη διατήρηση του επιπέδου των τιμών, έχει αποφασισθεί η πλήρης ανεξαρτησία της ΕΚΤ από την Πολιτική ή από άλλες επιρροές – έτσι ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Η ανεξαρτησία της αυτή είναι (α) λειτουργική (β) θεσμική (γ) χρηματοοικονομική και (δ) σε επίπεδο διοίκησης, καθώς επίσης στελέχωσης – όπου οι διοικητές της ΕΚΤ εκλέγονται (από το ευρωπαϊκό συμβούλιο) για οκτώ συνεχή έτη, χωρίς δεύτερη θητεία, ενώ οι πρόεδροι των εθνικών κεντρικών τραπεζών για πέντε έτη, με αυστηρή απαγόρευση της δραστηριοποίησης τους σε άλλους τομείς.

Κέρδη και ζημίες των κεντρικών τραπεζών

Περιοριζόμενοι στην ανωτέρω περιληπτική αναφορά μας στην ΕΚΤ, αφού ο σκοπός μας είναι οι λύσεις στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης, οι οποίες θα μπορούσαν να προέλθουν από αυτήν, οφείλουμε να τονίσουμε ότι, για τις κεντρικές τράπεζες δεν ισχύουν οι συνήθεις κανόνες σύνταξης ισολογισμού – ενώ δεν έχουν καμία υποχρέωση αύξησης κεφαλαίου, εάν η λειτουργία τους είναι ζημιογόνα.

Ειδικότερα, αν και τα κέρδη από τη δραστηριοποίηση τους κατατίθενται ετήσια στα κράτη (τουλάχιστον όσον αφορά αυτές που ανήκουν στο δημόσιο), δεν υπάρχουν καθαροί κανόνες, σε σχέση με τις ζημίες τους. Άλλωστε, από την πλευρά της πολιτικής χρήματος, η κάλυψη των ζημιών μίας κεντρικής τράπεζας δεν είναι απαραίτητη – επειδή οι απαιτήσεις απέναντι σε μία κεντρική τράπεζα αποτελούν τόσο νομικά, όσο και οικονομικά, καθαρά χρήματα (κεντρικά χρήματα στην προκειμένη περίπτωση).

Στα πλαίσια αυτά, οι απαιτήσεις της γερμανικής κεντρικής τράπεζας απέναντι στην ΕΚΤ, ύψους περί τα 900 δις € από το σύστημα Target II, όπως οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των άλλων κεντρικών τραπεζών των χωρών του Νότου κυρίως, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για παράδειγμα, η ΕΚΤ μπορεί οποτεδήποτε να «τυπώσει» 900 δις € και να εξοφλήσει τη Bundesbank – οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας της Γερμανίας ή των εθνικιστών οικονομολόγων της.

Συνεχίζοντας μία κεντρική τράπεζα, ως η μοναδική «μέτοχος» ενός οικονομικού συστήματος, είναι πάντοτε «αξιόχρεη», αφού έχει τη δυνατότητα της «εκτύπωσης» χρημάτων από το πουθενά – με τα οποία μπορεί να εξοφλεί όλες τις οφειλές της, οπότε δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης κανόνων που θα αφορούσαν το διακανονισμό τυχόν ζημιών της. Ειδικά όμως όσον αφορά την ΕΚΤ, στο καταστατικό της υπάρχει η εξής «οδηγία» ρύθμισης τυχόν ζημιών της (σε ελεύθερη μετάφραση):

Εάν η ΕΚΤ δημιουργήσει ζημίες στον ισολογισμό της, το ποσόν που θα λείπει μπορεί να συμπληρωθεί από τα συναλλαγματικά της αποθέματα και, εάν υπάρχει ανάγκη, στη βάση μίας ανάλογης απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου, από τα μονεταριστικά κέρδη του έτους που δημιουργούνται οι ζημίες, σε σχέση και μέχρι το ύψος των ποσών που θα κατατεθούν, τα οποία θα μοιράζονταν, σύμφωνα με το άρθρο 32.5, στις εθνικές τράπεζες”.

Αυτός ο κανόνας αποκλείει ουσιαστικά το μηδενισμό των ενδεχομένων ζημιών της ΕΚΤ με τη βοήθεια χρημάτων, τα οποία θα μεταφέρονταν από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών της ΕΕ, στο σύστημα της ΕΚΤ. Στη χειρότερη των περιπτώσεων λοιπόν, οι εθνικές τράπεζες θα συμμετείχαν στις ζημίες της ΕΚΤ με το κέρδος του συγκεκριμένου έτους, το οποίο θα κατατίθετο στις κυβερνήσεις των κρατών τους. Κάτι άλλο δεν αναφέρεται στο καταστατικό της ΕΚΤ οπότε, εάν παρουσιάσει ζημίες, δεν είναι υπεύθυνα τα εθνικά κράτη – επομένως ούτε οι φορολογούμενοι πολίτες τους.

Η ΕΚΤ και η κρίση χρέους της Ευρωζώνης 

Περαιτέρω, υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι καταπολέμησης της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης – με βάση τις νομικές και οικονομικές δυνατότητες, οι οποίες προσφέρονται από την ιδιαίτερη λειτουργία μίας κεντρικής τράπεζας. Αναλυτικότερα η ΕΚΤ, με κριτήριο την αγορά ομολόγων του δημοσίου ορισμένων ελλειμματικών οικονομιών της Ευρωζώνης, έχει αναδειχθεί στο μεγαλύτερο πιστωτή τους – ενώ από τη θέση της έχει τη δυνατότητα να καθορίσει αυτή τον τρόπο, με τον οποίο οι συγκεκριμένες χώρες θα εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι της.

Για παράδειγμα, δεν υπάρχει κανένα «νομικό κώλυμα», το οποίο να απαγορεύει στην ΕΚΤ να εγκρίνει στην Ελλάδα έναν βιώσιμο τρόπο αποπληρωμής των χρεών της – των ομολόγων δηλαδή που η χώρα μας έχει εκδώσει στο παρελθόν και τα οποία η ΕΚΤ θα μπορούσε να εξαγοράσει σταδιακά, εγγράφοντας τα στον ισολογισμό της (με την ονομαστική τους αξία ή με οποιαδήποτε άλλη).

Περαιτέρω, η ΕΚΤ δεν έχει κανένα λόγο να διαγράψει χρέη της Ελλάδας ή της Ιταλίας, όπως τα ομόλογα που έχει ήδη στην κατοχή της, αφού μπορεί να παγώσει άτοκα την αποπληρωμή τους – μέχρι εκείνη τη στιγμή που η εκάστοτε χώρα θα είναι σε θέση να πληρώνει, από τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού της. Εκτός αυτού, ακόμη και αν η χώρα-μέλος δεν θα μπορούσε ποτέ να πληρώσει τα χρέη της, η ΕΚΤ δεν θα είχε καμία υποχρέωση να εγγράψει ανάλογες ζημίες στον ισολογισμό της (έχει τη δυνατότητα να κρατήσει αιώνια τα ομόλογα, με οποιαδήποτε αξία αποφασίσει η ίδια).

Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο – αφού το έχει εφαρμόσει με επιτυχία η βρετανική κεντρική τράπεζα το 1914, καθώς επίσης η ιαπωνική το 1946. Επομένως θα μπορούσε να το εφαρμόσει και η ΕΚΤ – εάν δεν υπήρχε η αντίθετη θέση της Γερμανίας, με στόχο την επίτευξη των δικών της, επεκτατικών σχεδίων.

Η ΕΚΤ θα μπορούσε επίσης, με κάποια αλλαγή του καταστατικού της, να αγοράσει μία προκαθορισμένη ποσότητα των χρεών (ομολόγων) όλων των κρατών-μελών της Ευρωζώνης – «αποθηκεύοντας» τα στους Ισολογισμούς της και «παγώνοντας» τα. Σε τελική ανάλυση λοιπόν, θα είχε τη δυνατότητα να μειώσει σταδιακά τα χρέη των χωρών της νομισματικής ένωσης, στα επίπεδα που ορίζει η συμφωνία του Μάαστριχτ – με αποτέλεσμα να υπάρχει ανάγκη χρηματοδότησης των χρεών από τις αγορές, μόνο για τα συγκεκριμένα ποσά που δεν θα υπερέβαιναν το 60% του ΑΕΠ της εκάστοτε χώρας, όπως τονίζει σήμερα και ο Ιταλός.

Οι αντιρρήσεις

Ουσιαστικά, οι αντίθετες απόψεις επικεντρώνονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στους φόβους δημιουργίας πληθωρισμού, λόγω αύξησης της ποσότητας χρήματος. Εν τούτοις, με κριτήριο το ότι τα χρήματα (δημόσια χρέη) ευρίσκονται ήδη σε κυκλοφορία, χωρίς να έχουν διαπιστωθεί πουθενά μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις, υπάρχουν σοβαρότατες αμφιβολίες, όσον αφορά τη συγκεκριμένη τεκμηρίωση (πόσο μάλλον όταν το ευρώ είναι το δεύτερο αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη) – ενώ δεν συνέβη κάτι τέτοιο ούτε με τα πακέτα ποσοτικής διευκόλυνσης (=αγοράς παγίων) που κυκλοφόρησαν στις αρχές του 2015 (γράφημα).

Ειδικότερα, όταν εγκρίνεται ένα δάνειο μέσω του συστήματος της ΕΚΤ, τότε αυξάνεται η ποσότητα χρήματος – ενώ όταν εξοφλείται ένα δάνειο, η ποσότητα χρήματος μειώνεται (όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα δάνεια των εμπορικών τραπεζών). Επειδή όμως τα ομόλογα, τα οποία διατηρεί η ΕΚΤ στα βιβλία της, αποτελούν ήδη εγκεκριμένα δάνεια, η οποιαδήποτε συμφωνία αποπληρωμής τους θα ήταν ουδέτερη, όσον αφορά την ποσότητα χρήματος.

Η μοναδική διαφορά είναι το ότι, τα ποσά που αντιστοιχούν στα συγκεκριμένα ομόλογα δεν θα «καταστραφούν» – δεν θα αποσυρθούν δηλαδή από την κυκλοφορία και δεν θα μειωθεί η ποσότητα χρήματος, την ημερομηνία που έχει καθορισθεί για την εξόφληση τους. Οι όποιες πληθωριστικές ανησυχίες λοιπόν αφορούν το μέλλον και όχι το παρόν – κυρίως το μακροπρόθεσμο.

Η διαδικασία θα ήταν διαφορετική βέβαια, εάν η ΕΚΤ αποφάσιζε να αγοράσει καινούργια κρατικά ομόλογα (όπως η Fed και οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες), τα οποία θα εξέδιδαν τα κράτη-μέλη της, με στόχο στη συνέχεια να τα «παγώσει» στα βιβλία της – αφού τότε θα δημιουργούταν φρέσκα χρήματα, αυξάνοντας την ποσότητα που κυκλοφορεί στην αγορά.

Όμως ο υφιστάμενος, «παραδοσιακός» μηχανισμός, με βάση τον οποίο οι εμπορικές τράπεζες αγοράζουν καινούργια κρατικά ομόλογα, χρηματοδοτείται επίσης από την ΕΚΤ – με μοναδική διαφορά το ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η χρηματοδότηση των κρατών είναι έμμεση και οι εμπορικές τράπεζες κερδίζουν τεράστια ποσά, από τη διαφορά των επιτοκίων.

Στην πραγματικότητα λοιπόν, σε σχέση με την ποσότητα χρήματος, δεν υπάρχει καμία διαφορά, όπως θέλουν οι «ειδικοί» να πιστεύουμε. Απλούστατα, το χρηματοπιστωτικό καρτέλ έχει εντελώς άλλες προτεραιότητες, από αυτές όλων των υπολοίπων – οπότε έχει κάθε λόγο να τους (μας) τρομοκρατεί, έτσι ώστε να διατηρεί ανέπαφα τα τεράστια προνόμια του, τα οποία πηγάζουν από την έκδοση και τον έντοκο δανεισμό των χρημάτων (κέρδη από το δανεισμό των κρατών με τοκογλυφικά επιτόκια, με χρήματα χωρίς αντίκρισμα κλπ.).

Επίλογος

Είμαστε ανέκαθεν της άποψης ότι, η χρυσή μεσότητα είναι ο καλύτερος δρόμος – αφού αποφεύγονται οι υπερβολές ενώ οι κίνδυνοι, τους οποίους δεν μπορεί κανένας να προβλέψει με ασφάλεια ή/και να αποκλείσει, διατηρούνται σε ελεγχόμενα επίπεδα.

Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε ότι, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης που απλά έχει κρυφτεί κάτω από το χαλί χωρίς να αντιμετωπιστεί, μπορεί και πρέπει να λυθεί με τη βοήθεια της ΕΚΤ, με τον τρόπο που αναλύσαμε παραπάνω ή με κάποιον άλλο παραπλήσιο – χωρίς δηλαδή τις όποιες «μεσοβέζικες», επιθετικές ουσιαστικά λύσεις, εναντίον των άλλων χωρών και ειδικά των Η.Π.Α. (όπως αυτές του ESM, τις οποίες επιλέγει σκόπιμα η επεκτατική, πρωσική Γερμανία).

Για παράδειγμα, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ειδικό «ευρωπαϊκό κεφάλαιο αποπληρωμής χρεών» («bad bank» ουσιαστικά), όπως έχει προταθεί από πολλούς, στο οποίο να «οδηγηθούν» εκείνα τα χρέη των χωρών της Ευρωζώνης που υπερβαίνουν το 60% του ΑΕΠ τους – έτσι ώστε να παγώσουν και να αποπληρωθούν σταδιακά, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή/και το επιβάλλουν, για να μην προκληθεί υπερπληθωρισμός.

Παράλληλα, η πολιτική λιτότητας θα μπορούσε να διατηρηθεί μεν, αλλά τα χρόνια προσαρμογής θα έπρεπε να γίνουν πολύ περισσότερα – έτσι ώστε να αποφευχθεί η ύφεση και τα τεράστια προβλήματα που προκαλεί, όπως διαπιστώθηκε κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας (ανεργία, χρεοκοπίες, κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, φτώχεια, εγκληματικότητα, κοινωνικές εξεγέρσεις, εθνικές αντιπαλότητες κοκ.).

Φυσικά θα έπρεπε να συνοδευθεί με μέτρα ανάπτυξης όλων των χωρών της ΕΕ, αφού διαφορετικά είναι αδύνατη η μακροπρόθεσμη επίλυση της κρίσης χρέους – ενώ ο «επιτρεπόμενος» πληθωρισμός οφείλει να αναπροσαρμοσθεί στο 4%, από το 2% σήμερα.

Στη συνέχεια θα όφειλε να δρομολογηθεί ένα νέο δημοσιονομικό σύμφωνοι σταθερότητας, το οποίο όμως να απαγορεύει τις ασυμμετρίες στα εξωτερικά ισοζύγια συναλλαγών των χωρών-μελών της Ευρωζώνης – με τα οποία κάποιες χώρες (Γερμανία, Ολλανδία κλπ.), αναπτύσσονται εις βάρος των υπολοίπων. Οι ανισότητες αυτές θα έπρεπε να περιορισθούν και σε παγκόσμιο επίπεδο, εάν θέλουμε να διατηρηθεί η ειρήνη στον πλανήτη.

Τέλος, το ESM είναι μεν σωστό να εξελιχθεί σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, αλλά πρέπει να λειτουργεί όπως το ΔΝΤ από την ίδρυση του μέχρι τη δεκαετία του 1970 – με κύριο στόχο την συμμετρική ανάπτυξη των χωρών της ΕΕ. Πόσο μάλλον αφού, η μη ισορροπημένη εξέλιξη των κρατών, καθιστά αδύνατη την εφαρμογή μίας κοινής νομισματικής πολιτικής – για παράδειγμα, στη Γερμανία απαιτούνται υψηλά επιτόκια, ενώ στην Ιταλία χαμηλά.

Σε εθνικό επίπεδο τώρα, το μυστικό της ευημερίας και της ανάπτυξης είναι η σωστή και δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων – έτσι ώστε να μην υποφέρουν οι λιγότερο ικανοί, τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα και η κατανάλωση, η οποία προέρχεται κυρίως από την μεσοαστική τάξη.

Ολοκληρώνοντας, εκείνοι που πιστεύουν στην ελεύθερη, μη κεντρικά κατευθυνόμενη αγορά, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι, όσο πολυτελές και αν είναι ένα σπίτι, είναι αδύνατον να διατηρηθεί σε μία γειτονιά, στην οποία όλοι οι υπόλοιποι υποφέρουν ή/και χάνουν τη στέγη τους – αφού, αργά ή γρήγορα θα επαναστατήσουν, καταστρέφοντας και ισοπεδώνοντας τα πάντα.

Ειδικά δε όσον αφορά την Ευρώπη, εάν δεν υπάρχει πρόθεση να επιλυθούν ριζικά τα προβλήματα της νομισματικής ένωσης, τότε θα ήταν καλύτερα να επιστρέψουν όλες οι χώρες μαζί στην προ ευρώ εποχή, ελεγχόμενα, έτσι ώστε να διατηρηθεί τουλάχιστον η ΕΕ (ανάλυση) – η οποία διαφορετικά θα καταρρεύσει, ως αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης διάλυσης της Ευρωζώνης.

Βασίλης Βιλιάρδος

Οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου – viliardos@analyst.gr – Facebook – Twitter


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!