.
Το ευρώ
Περαιτέρω, κυρίως επειδή ο Mitterrand ήθελε να πάρει την πυρηνική βόμβα από τα χέρια των Γερμανών, υιοθετήθηκε το ευρώ – κάτι που αποδείχθηκε ως το μεγαλύτερο σφάλμα του αιώνα, αφού το κοινό νόμισμα είναι στενά συνδεδεμένο με τη μοίρα των χωρών που το έχουν αποδεχθεί, ενώ κυριαρχείται απόλυτα από τη Γερμανία.
Για να τα καταφέρει δε η χώρα, υιοθέτησε την πολιτική λιτότητας ήδη από το ξεκίνημα της Ευρωζώνης, διατηρώντας σταθερά χαμηλότερους τους μισθούς των εργαζομένων της σε σχέση με την παραγωγικότητα τους και στηρίζοντας τις εξαγωγές, σε μία εποχή που όλα τα άλλα κράτη αναπτύσσονταν – κάτι που γνώριζε πολύ καλά από την εμπειρία της μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το γεγονός αυτό φαίνεται από το γράφημα, όπου από το 2001 έως το 2007 το ΑΕΠ της στηρίχθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο εμπορικό ισοζύγιο (μαύρη στήλη, εξαγωγές μείον εισαγωγές) – ενώ επιτυγχάνεται με την πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα (ανάλυση), την οποία υποστήριξε η ΕΚΤ εις βάρος όλων των άλλων κρατών (ανάλυση). Χρησιμοποίησε δε κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσον, χωρίς ως συνήθως ηθικές αναστολές όπως την απάτη, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, τους φορολογικούς παραδείσους κοκ. (άρθρο) – καταφέρνοντας τελικά αφενός μεν να ξεπληρώσει με τη βοήθεια των εταίρων της το τεράστιο κόστος της εξυγίανσης της Ανατολικής Γερμανίας (150 δις € ετήσια για πάνω από δέκα χρόνια), αφετέρου να αναδειχθεί στην πρώτη πλεονασματική χώρα του πλανήτη, με τη βοήθεια της αύξησης των εξαγωγών σε συνδυασμό με τη μείωση των εισαγωγών της.
Η ισχύς της χώρας εκτοξεύθηκε στα ύψη μετά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους και την πολιτική λιτότητας που επέβαλλε σε όλα τα άλλα κράτη – όταν η ίδια ακολούθησε την ακριβώς αντίθεση στρατηγική, όπως φαίνεται από το γράφημα της εξέλιξης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Με απλά λόγια, μετά το 2010 άρχισε να αυξάνει τους μισθούς των εργαζομένων της, χωρίς όμως να χάσει σε ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τους εταίρους της – αφού αυτοί δεν ήταν σε θέση να επενδύουν σε πάγιο εξοπλισμό λόγω της λιτότητας, ενώ η μείωση του κόστους εργασίας δεν είναι αρκετή για να εξισορροπήσει την αδυναμία επενδύσεων σε νέες διαδικασίες παραγωγής, σε σύγχρονα μηχανήματα κοκ.
Σε κάθε περίπτωση, εκτός από το ότι τα πλεονάσματα της έχουν εκτοξευθεί στα 300 δις € περίπου σε ετήσια βάση, ο προϋπολογισμός της είναι ισοσκελισμένος, πληρώνει ελάχιστα επιτόκια και είναι η μοναδική ίσως χώρα στην υφήλιο που μειώνει το δημόσιο χρέος της, έχει εξελιχθεί στο νούμερο ένα πιστωτή της Ευρωζώνης – ενώ σε έναν πλανήτη που καθορίζεται από την Οικονομία, δεν έχουν σημασία οι κυρίαρχοι και οι κυριαρχούμενοι, αλλά οι δανειστές και οι οφειλέτες.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, οι δανειστές έχουν μεγάλη δύναμη απέναντι στους οφειλέτες, περιμένουν να τους ευχαριστούν για τη βοήθεια που τους δίνουν (πιστώσεις) και έχουν σαφείς ιδέες, σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν για να τους επιστρέψουν τα χρήματα τους κάποια στιγμή – ενώ φυσικά δεν είναι αγαπητοί.
Εκτός αυτού ο δανειστής θέλει να έχει τον έλεγχο του οφειλέτη του, επειδή φοβάται μήπως χάσει τα χρήματα του – ενώ η Γερμανία έχει μεν εξασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων της προς την Ελλάδα στο πολλαπλάσιο, αφού υποθήκευσε τα πάντα με την υπογραφή του PSI και με τις τρεις δανειακές συμβάσεις, αλλά όχι αυτά που της οφείλουν η Ιταλία και η Ισπανία, μεταξύ άλλων μέσω του Target 2 (πάνω από 800 δις €), τις οποίες δεν μπορεί άλλωστε να στηρίξει με τη βοήθεια των διαφόρων μηχανισμών της Ευρωζώνης, λόγω του μεγάλου μεγέθους τους.
Επομένως για μία ακόμη φορά, και στην οικονομική εποχή, η Γερμανία είναι ταυτόχρονα πολύ μεγάλη και πολύ μικρή – ενώ κινδυνεύει να υποχρεωθεί στην πληρωμή των χρημάτων που οφείλει μετά την επανένωση της, εάν τυχόν συμμαχήσουν τα τρία κράτη που δικαίως τις διεκδικούν, η Πολωνία, η Ρωσία και η Ελλάδα. Ακόμη περισσότερο κινδυνεύει από τυχόν διάλυση της Ευρωζώνης – οι οποία είναι πολύ πιθανή, λόγω των μεγάλων ανισορροπιών εντός της, των φυγόκεντρων δυνάμεων που έχουν δημιουργηθεί και της αλλαγής στάσης των Η.Π.Α. απέναντι στο ευρώ.
Επί πλέον, παρά το ότι η Γερμανία είναι οικονομικά ισχυρή, τόσο στρατιωτικά, όσο και στην εξωτερική πολιτική θεωρείται πολύ σωστά ως νάνος – ενώ ιδιοκτήτες των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της είναι κυρίως οι Αμερικανοί, με τη νούμερο ένα τράπεζα της, τη Deutsche Bank, σε εξαιρετικά επικίνδυνη οικονομική κατάσταση. Στα πλαίσια αυτά, το 4ο οικονομικό Ράιχ είναι μάλλον όνειρο θερινής νύχτας για τη Γερμανία και αργά ή γρήγορα θα δημιουργηθούν συμμαχίες εναντίον της από τους οφειλέτες της – ενώ η πιθανότητα ανάληψης της εξουσίας από ένα ακραίο καθεστώς αυξάνεται καθημερινά, μεταξύ άλλων λόγω των οικονομικών κινδύνων, στους οποίους έχει εκτεθεί. Σε κάθε περίπτωση θα επαληθευθεί ξανά το ρητό, σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία κερδίζει όλες τις μάχες, αλλά χάνει τον πόλεμο – χωρίς δυστυχώς να διδάσκεται από την ιστορία της, η οποία μοιάζει με ποινικό μητρώο, ειδικά όσον αφορά το Ολοκαύτωμα.


