.
Περαιτέρω, με τις υποσχετικές αυτές (IOU) εξοφλήθηκαν οι επιστροφές φόρων στους Πολίτες της, καθώς επίσης οι λογαριασμοί των προμηθευτών της – χωρίς να επιτραπεί η πληρωμή των δημοσίων υπαλλήλων. Στη συνέχεια όμως οι μικρές τράπεζες αρνήθηκαν να τα πάρουν, επικαλούμενες τεχνικά προβλήματα – ενώ οι μεγαλύτερες τα αποδέχθηκαν, αλλά μόνο για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Επομένως το ρίσκο τυχόν μη εξαργύρωσης τους παρέμεινε στον παραλήπτη – έως ότου εμφανίσθηκαν οι πρώτοι κερδοσκόποι, οι οποίοι άρχισαν να τα αγοράζουν σε χαμηλότερες τιμές, με στόχο κέρδη έως 40%. Δύο μήνες όμως αργότερα η κυβέρνηση συνεννοήθηκε με τους πιστωτές της, οπότε αντάλλαξε τα IOU με κανονικά δολάρια – αφού κανένας δεν ήθελε να χρεοκοπήσει η Πολιτεία.
Μέχρι σήμερα πάντως τα προβλήματα της Καλιφόρνιας δεν έχουν επιλυθεί, ενώ αρκετοί μεταξύ των ελίτ θέλουν την απόσχιση της από τις Η.Π.Α. – κάτι που είναι μάλλον απίθανο, αφού απαιτείται μία συνταγματική τροποποίηση, η οποία προϋποθέτει τη συμφωνία του 75% όλων των Πολιτειών.
Οι διαφορές των συστημάτων
Συνεχίζοντας, αυτό που οφείλει να μας ενδιαφέρει από οικονομικής πλευράς είναι το πρόβλημα της παραγωγικότητας, η οποία είναι προϋπόθεση της ευημερίας μίας χώρας, σε συνδυασμό με τη δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων – όσον αφορά το ιδανικό κοινωνικό σύστημα.
Έτσι έχουμε το παράδειγμα της ακραία νεοφιλελεύθερης αλλά εξαιρετικά παραγωγικής Καλιφόρνιας, στην οποία όμως οι φτωχοί αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, με τη παιδεία στο ναδίρ, καθώς επίσης γενικότερα το κοινωνικό κράτος, η οποία ευρίσκεται επί πλέον σταθερά στα πρόθυρα της χρεοκοπίας – σε αντιδιαστολή με τον εξαιρετικά μη παραγωγικό σοσιαλισμό, ειδικά στην κομμουνιστική του μορφή, όπου η αναδιανομή των εισοδημάτων είναι μεν πολύ καλύτερη, η παιδεία επίσης, αλλά μοιράζεται ουσιαστικά η φτώχεια αφού έχει αποδειχθεί στην πράξη πως δεν παράγεται πλούτος.
Με δεδομένο τώρα το ότι, η μη ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων οδηγεί στη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, στην οικονομική στασιμότητα και σταδιακά στην ύφεση (ειδικά εάν πρόκειται για μία κλειστή οικονομία που δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί τη ζήτηση των άλλων κρατών), σε συνδυασμό με την αύξηση της συγκέντρωσης του πλούτου και της δύναμης σε ένα όλο και μικρότερο ποσοστό των ανθρώπων, ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός προάγει μεν για ένα χρονικό διάστημα την παραγωγικότητα, αλλά τελικά καταρρέει – όπως άλλωστε και το αντίπαλο δέος του, ο κομμουνισμός, για τους αντίθετους ακριβώς λόγους.
Δυστυχώς δε ο μέσος δρόμος, η σοσιαλδημοκρατία, δεν είναι σε θέση να διατηρηθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα με βάση την ιστορική εμπειρία – αφού κάποια στιγμή υπερισχύει το ένα από τα δύο άκρα, οπότε το οικονομικό σύστημα εξελίσσεται ανάλογα, οδηγούμενο συνήθως σε κάποια μορφή ολοκληρωτισμού.
Ο επεκτατισμός (ιμπεριαλισμός, μερκαντιλισμός) βέβαια μπορεί να διατηρήσει το ένα ή το άλλο σύστημα σε ένα ισχυρό κράτος για κάποιο χρονικό διάστημα, αφού επιβιώνει εκμεταλλευόμενο τον πλούτο των άλλων χωρών – όπως στην περίπτωση των Η.Π.Α. ή της Γερμανίας σήμερα. Εν τούτοις η τελική κατάληξη είναι συνήθως ο πόλεμος, αφού οι χώρες που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης κάποια στιγμή αντιδρούν – ενώ ο πόλεμος δεν μπορεί ασφαλώς να είναι η σωστή λύση, η οποία δυστυχώς δεν έχει βρεθεί ποτέ μέχρι σήμερα.
Επίλογος
Για τους οπαδούς του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, ο σοσιαλισμός είναι συνώνυμος με την κατάργηση της λογικής στην οικονομία – ενώ θεωρούν πως η δικαιότερη αναδιανομή των εισοδημάτων που επιδιώκει, μπορεί να «εξαγοραστεί» μόνο με τον περιορισμό της παραγωγικότητας (άρα της ευημερίας), καθώς επίσης με την απώλεια της ελευθερίας. Κατά τους ίδιους, η ταυτόχρονη επίτευξη της αύξησης της παραγωγικότητας και της δίκαιης αναδιανομής των εισοδημάτων είναι αδύνατη – οπότε θέτουν το εξής ερώτημα: είναι προτιμότερη η δικαιότερη αναδιανομή των εισοδημάτων και η μικρότερη ευημερία ή η άνιση διανομή και η μεγαλύτερη ευημερία;
Εν προκειμένω είναι προφανές ότι, η απάντηση εξαρτάται από την εισοδηματική τάξη, στην οποία ανήκει κανείς – ενώ αυτό που οφείλει να επιδιωχθεί είναι η επίτευξη και των δύο, στο βαθμό που είναι δυνατόν. Το μεγάλο πρόβλημα δε είναι το κίνητρο, το οποίο δεν υπάρχει στο σοσιαλισμό, ενδεχομένως λόγω της ανωριμότητας των ανθρώπων – οι οποίοι προτάσσουν επί πλέον το ατομικό συμφέρον του συλλογικού. Από την άλλη πλευρά όμως, οι χώρες που προτάσσουν το συλλογικό συμφέρον τείνουν προς τον εθνικισμό και από εκεί στον ολοκληρωτισμό – αφού είναι αδύνατον να θεωρήσουν οι άνθρωποι ακόμη ως «πατρίδα» τους ολόκληρο τον πλανήτη (ή την ΕΕ οι Ευρωπαίοι, πόσο μάλλον όταν μετατρέπεται σε γερμανική).
Για τους οπαδούς τώρα του σοσιαλισμού ο νεοφιλελευθερισμός, εκτός του ότι είναι άδικος, μεταξύ άλλων επειδή δεν εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες στους ανθρώπους (για παράδειγμα ο κληρονομικός πλούτος, η καλύτερη εκπαίδευση των πλουσίων κλπ.), οδηγεί επίσης στη μείωση της παραγωγικότητας και στην απώλεια της ελευθερίας, αν και σε μακροπρόθεσμο χρονικό διάστημα – όπως ήδη συμβαίνει σήμερα, όπου η παραγωγικότητα έχει πάψει πια να αυξάνεται, ενώ εφαρμόζεται σταδιακά η δικτατορία των ελίτ και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Για όλους όσους όμως δεν είναι δογματικοί οπαδοί του ενός ή του άλλου συστήματος, ο στόχος οφείλει να είναι πρώτα η οικονομική εξασφάλιση όλων των ανθρώπων (ο μηδενισμός της ανεργίας, ένα κατώτατο βασικό εισόδημα για όλους κοκ.) και στη συνέχεια η όσο το δυνατόν δικαιότερη αναδιανομή των εισοδημάτων, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με τη μεγαλύτερη εφικτή ευημερία – χωρίς να υπερβάλλει κανείς ούτε όσον αφορά την δίκαιη αναδιανομή, ούτε την ευημερία. Κάτι σχετικά ανάλογο έχει επιτευχθεί σε ορισμένα σκανδιναβικά κράτη – ενώ τότε μόνο δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί, όταν ο υπόλοιπος πλανήτης δεν συμβαδίζει, επιλέγοντας το ένα ή το άλλο άκρο.
Όσο βέβαια υπάρχουν χώρες που επιμένουν να λειτουργούν με πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους, άρα εις βάρος των άλλων όπως η Γερμανία, η μέση οδός αποτελεί όνειρο θερινής νύχτας – οπότε θα συνεχίσουμε δυστυχώς να ζούμε στον αστερισμό των πάσης φύσεως συγκρούσεων και των πολέμων: οικονομικών, χρηματοπιστωτικών, νομισματικών, ενεργειακών, στρατιωτικών κοκ.

