Η ουτοπία της δραχμής και η γερμανική ανατομία (β) – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η ουτοπία της δραχμής και η γερμανική ανατομία (β)

.

Οι αποταμιεύσεις τώρα αυτές, οι οποίες δεν επενδύονται εντός της Γερμανίας, οδηγούνται νομοτελειακά στο εξωτερικό μέσω των τραπεζών, αναζητώντας κερδοφόρες τοποθετήσεις – είτε ως κλασσικές επενδύσεις στην πραγματική οικονομία άλλων κρατών, είτε με άλλες μορφές. Σύμφωνα όμως με έναν πρόσφατο υπολογισμό (πηγή), τα συνολικά σωρευτικά πλεονάσματα της Γερμανίας έως το 2016 ήταν της τάξης των 2,4 τρις €. Εν τούτοις, τα σωρευτικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας στο εξωτερικό έως το τρίτο τρίμηνο του 2016 ήταν μόλις 1,59 τρις € (γράφημα).

72

Επεξήγηση γραφήματος: Σωρευτικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γερμανίας (μαύρη καμπύλη) και καθαρή θέση της στο εξωτερικό (γαλάζια καμπύλη) σε δις € – διαφορά (μωβ γραμμή).

.

Η αρνητική διαφορά των δύο παραπάνω ήταν 744 δις € – ποσόν που αφορά κατά το Γερμανό ερευνητή αγαθά και υπηρεσίες που εξήχθηκαν στο εξωτερικό, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες απαιτήσεις. Επομένως τα 744 δις € χάθηκαν, οπότε η Γερμανία δεν είναι κερδισμένη από τα γιγαντιαία πλεονάσματα που παράγει, αλλά ο μεγάλος χαμένος. Χωρίς να γνωρίζουμε εάν έχει συνυπολογίσει τις απαιτήσεις της Γερμανίας στο σύστημα Target 2 της ΕΚΤ, οι οποίες είναι στο ίδιο περίπου ύψος, οι πιο πολλοί οικονομολόγοι της Γερμανίας θεωρούν πως τα πλεονάσματα της είναι υπερβολικά υψηλά – προκαλώντας κεφαλαιακές ζημίες στην ίδια, καθώς επίσης μεγάλα προβλήματα στις υπόλοιπες χώρες, αφού τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου.

Ως εκ τούτου πιστεύουν πως θα πρέπει να μειωθούν (πηγή) – αναζητώντας τον καλύτερο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Από την άλλη πλευρά όμως αρκετοί υποψιάζονται πως πρόκειται μόνο για την παραπλάνηση των άλλων κρατών που ζημιώνονται από τα πλεονάσματα της Γερμανίας – αφού διαπιστώνουν πως η χώρα χρησιμοποιεί τα πλεονάσματα της για την εξαγορά επιχειρήσεων και ακίνητης περιουσίας σε άλλα κράτη, ειδικά σε εκείνα που έχουν χρεοκοπήσει και τα αναγκάζει να πουλούν σε εξευτελιστικές τιμές τα πάγια περιουσιακά τους στοιχεία, με απώτερο στόχο την οικονομική κατοχή τους.

Με απλά λόγια, έναντι χαρτονομισμάτων χωρίς αντίκρισμα που η Γερμανία κερδίζει από τα ίδια τα κράτη εξάγοντας τους εμπορεύματα, μεταξύ άλλων χρηματίζοντας τους πολιτικούς τους (ανάλυση), εξαγοράζει τις επιχειρήσεις τους – όπως συνέβαινε παλαιότερα με το χρυσό, όπου κατέληγε πάντοτε στα θησαυροφυλάκια των πλεονασματικών κρατών. Άλλωστε σήμερα τα δύο μεγαλύτερα πλεονασματικά κράτη, η Γερμανία και η Κίνα, εξαγοράζουν ότι βρουν – όπως στο παράδειγμα της Πορτογαλίας, η οποία έχει λεηλατηθεί τόσο από τη Γερμανία, όσο και από την Κίνα (ανάλυση: Το ευρωπαϊκό monopoly), με επόμενη την Ελλάδα.

Η αιτία των πλεονασμάτων

Περαιτέρω, σύμφωνα με έρευνες, ο λόγος της δημιουργίας πλεονασμάτων είναι η συνολική κοινωνική μετατόπιση του βάρους από την εργασία στο κεφάλαιο – δηλαδή, η μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, ως ποσοστό επί του συνολικού ΑΕΠ της χώρας (πηγή).

73

Αυτό συμβαίνει βέβαια σε όλα τα κράτη, κυρίως στα ανεπτυγμένα (μπλε καμπύλη στο γράφημα του ΔΝΤ, καφέ οι αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες) – ενώ οφείλεται ξεκάθαρα στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος με τη βοήθεια της παγκοσμιοποίησης αποδυνάμωσε τους εργαζομένους και ενίσχυσε τις επιχειρήσεις. Ειδικά στη Γερμανία οι μισθοί διατηρούνται κάτω από την παραγωγικότητα των εργαζομένων σταθερά μετά το 2000, όπου υιοθετήθηκε η ατζέντα 2010 – με αποτέλεσμα η αδύναμη εγχώρια κατανάλωση να οδηγεί στον περιορισμό των εισαγωγών, καθώς επίσης στη μείωση της ζήτησης για προϊόντα που δεν διαπραγματεύονται διεθνώς (ερμηνεία), με αρνητικές συνέπειες για την αγορά εργασίας και τις τιμές.

Σε κάθε περίπτωση, η μετατόπιση του βάρους από την εργασία στο κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι η αιτία της διεξαγωγής σχετικά πολύ λίγων επενδύσεων εντός της Γερμανίας.  Πόσο μάλλον όταν μία άλλη μελέτη τεκμηριώνει πως σε χώρες, στις οποίες δεν έχει μειωθεί το ποσοστό των εισοδημάτων των εργαζομένων επί του συνολικού ΑΕΠ, αλλά, αντίθετα, έχει αυξηθεί ελαφρά, όπως στην Ιταλία και στη Γαλλία, διεξάγονται περισσότερες επενδύσεις – κάτι που όμως προκαλεί την αύξηση του εργατικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος, οπότε μειώνει την ανταγωνιστικότητα τους.

Υπάρχουν τώρα ενδείξεις (πηγή), σύμφωνα με τις οποίες οι περισσότερες επενδύσεις οδηγούν στην αύξηση της παραγωγικότητας, οπότε στη βιώσιμη άνοδο των μισθών των εργαζομένων, χωρίς να προκαλείται ανεργία – άρα δημιουργείται μέσω αυτών πλούτος που ωφελεί το σύνολο μίας κοινωνίας.

Όταν όμως μια μεγάλη χώρα, όπως η Γερμανία, εφαρμόζει ακριβώς τα αντίθετα από τους εταίρους της, προσπαθώντας να τους απομυζήσει, καθώς επίσης να τους κατακτήσει οικονομικά, αδιαφορώντας ταυτόχρονα για την ευημερία των Πολιτών της, τότε δεν έχει μάθει τίποτα από την ιστορία της – αφού κάτι σχετικά παρόμοιο είχε υιοθετήσει το ναζιστικό καθεστώς.

Συμπερασματικά πάντως, οι υψηλότερες επενδύσεις μειώνουν την ανισορροπία μεταξύ της αποταμίευσης και της επένδυσης – ενώ, μέσω της αύξησης των μισθών των εργαζομένων, οδηγούν στην άνοδο της ζήτησης και του ΑΕΠ, οπότε των εσόδων του δημοσίου χωρίς την επιβολή υπερβολικών φόρων.

Το να απαιτεί όμως κανείς την αύξηση της ανταγωνιστικότητας μίας οικονομίας, όπως της ελληνικής, μόνο μέσω της μείωσης των μισθών, χωρίς τη διενέργεια δηλαδή επενδύσεων, είτε είναι ψυχοπαθές, είτε έχει μία εντελώς διαφορετική σκοπιμότητα – όπως θα ήταν η καταστροφή της οικονομίας για να λεηλατηθεί ευκολότερα η χώρα.

Επίλογος

77

Η Ελλάδα πρέπει να αντιδράσει στη λεηλασία της, καταργώντας αμέσως τα μνημόνια και σταματώντας τις ιδιωτικοποιήσεις σε εξευτελιστικές τιμές, ακόμη και αν υποχρεωθεί σε στάση πληρωμών εντός του ευρώ – χωρίς να έχει την ψευδαίσθηση πως είναι δυνατή η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, εάν δεν επιλυθεί προηγουμένως το πρόβλημα του χρέους.

Εάν δεν είχε υιοθετήσει το ευρώ, ασφαλώς δεν θα υπερχρεωνόταν στο σημερινό βαθμό, αφού οι αγορές θα είχαν προ πολλού σταματήσει να δανείζουν τις διεφθαρμένες κυβερνήσεις της – επίσης τους ιδιώτες, χρηματοδοτώντας τις σπατάλες και τη διαπλοκή τους με την εξουσία.

Όλα αυτά όμως αποτελούν παρελθόν, η δραχμή έχει πάψει να υπάρχει έτσι όπως τη γνωρίζαμε, ενώ η Γερμανία δεν φαίνεται πως θα αλλάξει την πολιτική της, μη έχοντας διδαχθεί τίποτα από την ιστορία της που μοιάζει με ποινικό μητρώο – οπότε πρέπει να αναζητηθούν ρεαλιστικές λύσεις, οι οποίες δεν είναι εύκολο να βρεθούν, πόσο μάλλον να δρομολογηθούν υπό τις σημερινές προϋποθέσεις, καθώς επίσης από τα υφιστάμενα, εντελώς ανεπαρκή κόμματα.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!