Οι κίνδυνοι ενός παγκοσμίου κραχ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Οι κίνδυνοι ενός παγκοσμίου κραχ

.
Η Γερμανία

Συνεχίζοντας, θεωρούμε πως το μακράν μεγαλύτερο πρόβλημα της πολιτικής που εφαρμόζει η Γερμανία, εκτός από το ότι θα είναι αυτή που θα πληρώσει το λογαριασμό τυχόν ανεξέλεγκτης κατάρρευσης του ευρώ επειδή είναι η μεγαλύτερη πιστώτρια χώρα, είναι το χρηματοπιστωτικό της σύστημα – κάτι που άλλωστε ισχύει για ολόκληρη την ΕΕ. Κυρίως βέβαια η Deutsche Bank, ενώ η αφορμή για το ξέσπασμα θα μπορούσε να δοθεί από το χρεοκοπημένο τραπεζικό σύστημα της Ιταλίας. Ειδικότερα τα εξής:

Για πρώτη φορά το 2011 αναφέρθηκε η επικίνδυνη μόχλευση της Deutsche Bank στο 1:44 – γεγονός που σημαίνει ότι, για κάθε ένα δικό της ευρώ επένδυε 44 €. Πρόσφατα η μόχλευση της είχε εκτοξευθεί στο 1:105 (γράφημα), όταν της Lehman Brothers την ημέρα της χρεοκοπίας της ήταν στο 1:32  – οπότε, εάν υποχρεωνόταν να αποσβέσει μόλις το 1% του συνολικού δανειακού της χαρτοφυλακίου, συμπεριλαμβανομένων των αξιόγραφων, θα έπρεπε αμέσως να δηλώσει τη χρεοκοπία της.

17

Επεξήγηση γραφήματος: Η τελευταία μέτρηση του συστημικού ρίσκου στην Ευρώπη (29.07.16). Η Deutsche Bank στην τρίτη θέση με μόχλευση 1:105,29 και η επίσης γερμανική Commerzbank στην πέμπτη θέση, με 1:70 – ακολουθούμενη από τη μεγαλύτερη τράπεζα της Ιταλίας UniCredit, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της τη μεγαλύτερη αυστριακή, με σημαντικότατη δραστηριότητα στη Γερμανία, μετά την εξαγορά μεγάλων γερμανικών τραπεζών.

.

Ολοκληρώνοντας, χειρότερη από τη Deutsche Bank είναι μόνο η βελγική DEXIA που έχει ήδη χρεοκοπήσει, καθώς επίσης η ιταλική Monte dei Paschi που ίσως δεν θα το αποφύγει – όπου όμως και οι δύο αυτές τράπεζες μαζί αποτελούν το 20% περίπου του συστημικού ρίσκου της Deutsche Bank. Στα επόμενα έτη τώρα πρέπει να αναχρηματοδοτήσει δάνεια 151 δις €, με το μεγαλύτερο μέρος τους να είναι ληξιπρόθεσμο το Φθινόπωρο του 2017 – κάτι που φυσικά δεν θα είναι καθόλου απλό, αφού όλοι γνωρίζουν πλέον τα τεράστια προβλήματα της.

Ο υπόλοιπος πλανήτης

Ξεκινώντας από την Ιαπωνία, ο πρωθυπουργός της δεν δίστασε από την αρχή της θητείας του να ρίξει στα σκουπίδια όλα τα κυρίαρχα οικονομικά δόγματα – χωρίς όμως να πετύχει το στόχο του επειδή, παρά την εντελώς μη συμβατική νομισματική πολιτική που ακολούθησε, δεν κατάφερε τελικά να καταπολεμήσει τον αποπληθωρισμό των μισθών, με αποτέλεσμα να μην επιστρέψει η χώρα του σε πορεία ανάπτυξης.

Εν τούτοις επιμένει, προσπαθώντας πλέον να αποδείξει πως αφενός μεν δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς δημόσιες επενδύσεις, όπως δυστυχώς θεωρεί η Γερμανία, αφετέρου ότι μία υπερχρεωμένη χώρα όπως η δική του (δημόσιο χρέος στο 250% του ΑΕΠ), έχει τη δυνατότητα να προβεί σε κρατικές επενδύσεις.

Τέλος, επειδή η Ιαπωνία δεν μπορεί να εφαρμόσει τη γερμανική πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα, την οποία παραδόξως επιτρέπουν οι Η.Π.Α. μόνο στη Γερμανία, δεν έχει άλλη επιλογή από τη «φυγή προς τα εμπρός» – αποτελώντας ως εκ τούτου μία ακόμη βόμβα στα θεμέλια του πλανήτη.

Συνεχίζοντας στην Κίνα, δεν υποφέρει μόνο από την τριπλή κρίση ακινήτων (φούσκα), τραπεζών (υπερχρέωση) και μετοχών (υψηλές τιμές) αλλά, επίσης, από τις μαζικές εκροές κεφαλαίων – τις οποίες επιδείνωσε η αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων. Πουλάει λοιπόν μαζικά ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου για να αυξήσει τη ρευστότητα της και να στηρίξει το νόμισμα, κλιμακώνοντας όμως έτσι τα αμερικανικά επιτόκια – οπότε κάποια στιγμή θα βρεθεί σε μεγάλα αδιέξοδα, πόσο μάλλον εάν ενταθεί ο εμπορικός πόλεμος εναντίον της εκ μέρους των Η.Π.Α. και της ΕΕ.

Περαιτέρω, η κατάσταση στις χώρες παραγωγής ενέργειας και πρώτων υλών (Ρωσία, Καναδάς, Νορβηγία κλπ.) έχει εξομαλυνθεί σε κάποιο βαθμό, λόγω της ανόδου των τιμών πώλησης – με εξαίρεση όμως τη Σαουδική Αραβία, λόγω των τεράστιων ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της κυρίως από τους πολέμους που διεξάγει, καθώς επίσης τη Βενεζουέλα που έχει ουσιαστικά χρεοκοπήσει.

Πολλές άλλες χώρες, όπως η Βραζιλία, η Ν. Αφρική, η Τουρκία, η Ν. Κορέα κλπ., είναι αντιμέτωπες με μία σειρά προβλημάτων, με κυριότερο τα υψηλά τους εξωτερικά χρέη – η εξυπηρέτηση των οποίων δυσχεραίνει από την αύξηση της ισοτιμίας του δολαρίου. Ειδικά όσον αφορά την Τουρκία, αντιμετωπίζει ένα ακόμη πρόβλημα, λόγω των μεγάλων ελλειμμάτων του ισοζυγίου της – τα οποία αυξάνονται λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας, αφού εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τις εισαγωγές πετρελαίου.

Επίλογος

Αυτά που βιώνουν οι περισσότερες δυτικές χώρες είναι τα εξής: Οι επιχειρήσεις κάνουν ότι μπορούν για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους, με αποτέλεσμα να μειώνουν τους μισθούς των εργαζομένων τους, καθώς επίσης να απολύουν ένα μέρος από αυτούς – έτσι ώστε να έχουν τη στήριξη των επενδυτών.

Από την άλλη πλευρά οι κυβερνήσεις, στα πλαίσια της πολιτικής λιτότητας, συρρικνώνουν τις δαπάνες για την υγεία, για την παιδεία, για τις συντάξεις, για τις υποδομές κοκ., μειώνοντας επί πλέον τους μισθούς και τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων – επίσης για να έχουν τη στήριξη των αγορών. Έτσι τα κράτη δεν συμβάλλουν στην άνοδο του ρυθμού ανάπτυξης (ΑΕΠ = κατανάλωση + ιδιωτικές επενδύσεις + δημόσιες δαπάνες + εμπορικό πλεόνασμα), αλλά, αντίθετα, τροφοδοτούν την ύφεση.

Παράλληλα, ορισμένα από αυτά έχουν ήδη υποχρεωθεί να ενισχύσουν τους μηχανισμούς προστασίας και επιτήρησης, επειδή προβλέπουν μαζικές εξεγέρσεις των Πολιτών τους – ενώ δέχονται επί πλέον μεταναστευτικά κύματα από χώρες που δεν είναι ήδη σε θέση να καλύψουν τις βασικές ανάγκες των Πολιτών τους ή έχει ξεσπάσει πόλεμος.

Ειδικά στην Ευρώπη, εάν δεν μπορέσουν τελικά να επιβιώσουν κάποιες τράπεζες, αφού ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ηπείρου μας είναι σε άθλια κατάσταση, τότε θα επιβληθεί η εκ των έσω διάσωση τους (Bail-in) – διαδοχικά από τους μετόχους, από τους ομολογιούχους και από τους καταθέτες τους, όπως έχει πια θεσμοθετηθεί. Ήδη πάντως αρκετές ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν επιβάλλει ένα είδος «de facto» ελέγχων κεφαλαίων,  με την έννοια πως δεν επιτρέπουν την άμεση ανάληψη όλων των καταθέσεων – χρησιμοποιώντας διάφορες δικαιολογίες.

Εάν δεν αποδώσει ούτε αυτό το μέτρο, πόσο μάλλον εάν σημειωθεί ενδιάμεσα ένα μεγάλο κραχ για τους λόγους που προαναφέραμε, ειδικά εάν οι ισχυροί επενδυτές αποσύρουν πανικοβλημένοι τα χρήματα τους φοβούμενοι πως θα τα χάσουν, τότε προβλέπεται πως θα υιοθετηθεί η γνωστή πρόταση του ΔΝΤ από το 2013 – ένας μοναδικός φόρος ύψους 25% σε όλες τις τραπεζικές καταθέσεις, για τη διάσωση του συστήματος. Η τελευταία επιλογή πάντως, όσον αφορά τη διάσωση του συστήματος, δεν είναι άλλη από αυτήν που υιοθετήθηκε το 1914 και το 1940: ο πόλεμος.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.