Ανταγωνιστικότητα – Σελίδα 2 – The Analyst
ΕΙΚΟΝΑ---Γερμανία,-Ευρώπη,-ανταγωνιστικότητα-Εξ

Ανταγωνιστικότητα

1,839 total views, 12 views today

Περαιτέρω, αυτά τα δάνεια δεν μπορούν ποτέ να τα εξοφλήσουν οι Πολίτες, εάν δεν αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους – επειδή η αποπληρωμή των δανείων σημαίνει την επίτευξη καθαρών εξαγωγών (πλεονασματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών).

Εάν τώρα οι Πολίτες της συγκεκριμένης χώρας δεν αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα τους και δεν πληρώσουν τα δάνεια, τότε καταρρέει η πιστοληπτική τους ικανότητα – με αποτέλεσμα να αδυνατεί, από ένα σημείο και μετά, να εισάγει η χώρα  ξένα προϊόντα (κάτι που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα, δίνοντας δυστυχώς λανθασμένες ερμηνείες – ανάλυση).

.

Η εξάρτηση των χωρών μεταξύ τους

Επιστρέφοντας στο παράδειγμα μας, εάν οι τιμές των εξαγωγικών προϊόντων της «χώρας Α» (αυτοκίνητα) είναι χαμηλότερες σε σχέση με τα ανταγωνιστικά της προϊόντα των άλλων χωρών (αυτοκίνητα), τότε είναι αυτονόητο πως επηρεάζουν τη ζήτηση αυτών των προϊόντων – η οποία αυξάνεται, σε σχέση με τα αντίστοιχα προϊόντα, με τα αυτοκίνητα δηλαδή που παράγουν οι άλλες χώρες.

Για την καλύτερη κατανόηση του θέματος, όταν τα αυτοκίνητα που κατασκευάζει η Γερμανία γίνονται φθηνότερα από αυτά της Ιταλίας, η ζήτηση για τα γερμανικά αυτοκίνητα γίνεται μεγαλύτερη, σε σχέση με τα ιταλικά – εις βάρος της Ιταλίας και προς όφελος της Γερμανίας.

Αυτό ισχύει και για τη ζήτηση των αυτοκινήτων της «χώρας Α», στη «χώρα Β» που παράγει φάρμακα – ανεξάρτητα από το πόσο ανταγωνιστικά απέναντι σε τρίτους είναι τα φάρμακα στις διεθνείς αγορές. Επί πλέον, η συγκεκριμένη εξέλιξη των τιμών έχει συνέπειες στη ζήτηση άλλων προϊόντων – επειδή η «χώρα C», η οποία παράγει επίσης αυτοκίνητα, χάνει πωλήσεις (ζήτηση, εξαγωγές) λόγω του ανταγωνισμού της «χώρας Α». Επομένως, η «χώρα C» παράγει λιγότερο εισόδημα (ΑΕΠ), εμφανίζει ένα υψηλότερο ποσοστό ανεργίας κοκ. – οπότε εισάγει λιγότερα προϊόντα (φάρμακα) από τη «χώρα Β».

Σε τελική ανάλυση λοιπόν, η «χώρα Β» εξάγει λιγότερα φάρμακα στη «χώρα C», λόγω της αυξημένης ανταγωνιστικότητας της «χώρας Α» – παρά το ότι παράγει εντελώς διαφορετικά προϊόντα από τη «χώρα Α».

Παραστατικά, εάν υποθέσουμε πως η «χώρα Α» είναι η Γερμανία, η «χώρα Β» η Γαλλία και η «χώρα C» η Ιταλία, η Ιταλία χάνει πωλήσεις (εξαγωγές) λόγω του ανταγωνισμού της Γερμανίας, οπότε μειώνονται τα κέρδη και το ΑΕΠ της – με αποτέλεσμα να εισάγει λιγότερα φάρμακα από τη Γαλλία, η οποία χάνει με αυτόν τον τρόπο μέρος του ΑΕΠ της λόγω της Γερμανίας (χωρίς να ευρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό μαζί της, αφού η Γερμανία δεν παράγει θεωρητικά φάρμακα).

Συμπεραίνεται επομένως πως υπάρχουν έμμεσοι μηχανισμοί, λόγω των οποίων η «χώρα Β» επηρεάζεται από την εξέλιξη των τιμών της «χώρας Α», οπότε από την ανταγωνιστικότητα της –  παρά το ότι δεν παράγει τα ίδια προϊόντα και δεν ευρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό μαζί της (επιδράσεις τρίτων αγορών).

Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως οι εξαγωγείς μίας χώρας δεν ανταγωνίζονται μόνο τους εξαγωγείς άλλων χωρών, οι οποίοι παράγουν τα ίδια προϊόντα – αντίθετα, όλοι οι εξαγωγείς όλων των χωρών ανταγωνίζονται άμεσα ή έμμεσα μεταξύ τους, όσον αφορά τη συνολική ζήτηση.

Στο παραστατικό μας παράδειγμα η Ελλάδα, η οποία παράγει αγροτικά προϊόντα εξάγοντας τα στην Ιταλία, επηρεάζεται επίσης από τον έμμεσο ανταγωνισμό της Γερμανίας – επειδή η Ιταλία, λόγω μειωμένου ΑΕΠ και εξαγωγών, εισάγει λιγότερα προϊόντα και από την Ελλάδα.

.

ΕΙΚΟΝΑ-Γερμανία,-ηγεμονισμός

.

Η συνολική ζήτηση  

Συνεχίζοντας, ποιο μέρος της συνολικής ζήτησης αφορά τα αυτοκίνητα και ποιο τα φάρμακα, δεν είναι δυνατόν να συγκεκριμενοποιηθεί – αφού οι ποσότητες μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή. Δεν μπορεί επίσης να συγκεκριμενοποιηθεί η συνολική ζήτηση – αφού δεν είναι σε καμία περίπτωση προκαθορισμένη ή ανεξάρτητη από την οικονομική και πολιτική στρατηγική που ακολουθούν οι εκάστοτε, οικονομικά σημαντικότερες χώρες. Για παράδειγμα, η πολιτική λιτότητας της Ευρωζώνης μειώνει τη ζήτηση και την ανάπτυξη ολόκληρου του πλανήτη – ενώ η αντίθετη, επεκτατική πολιτική των Η.Π.Α. την αυξάνει.

Στο σημείο αυτό, η αποφασιστική ερώτηση είναι εάν η μετάθεση της συνολικής ζήτησης προς τα προϊόντα της «χώρας Α», λόγω της αυξημένης ανταγωνιστικότητας της, συμβάλλει θετικά στη συνολική ζήτηση – την αυξάνει δηλαδή, οπότε μπορούν να κερδίσουν και οι άλλες χώρες, αφού η αγορά (πίτα) γίνεται μεγαλύτερη.

Στην προκειμένη περίπτωση, εάν η «χώρα Α» αυξήσει τη διεθνή ζήτηση των αυτοκινήτων της, λόγω της μεγάλης ανταγωνιστικότητας της, αυξάνοντας παράλληλα το διεθνές μερίδιο της στην αγορά αυτοκινήτων, τότε κλιμακώνεται ανάλογα η συνολική εγχώρια ζήτηση της – εάν βέβαια η άνοδος της παραγωγικότητας της αυτοκινητοβιομηχανίας της «χώρας Α», οδηγήσει στην ανάλογη αύξηση των πραγματικών μισθών των εργαζομένων της, οπότε στη δυνατότητα τους να αγοράζουν περισσότερα προϊόντα.

Εάν λοιπόν το συνολικό επίπεδο των τιμών της οικονομίας της δεν εξελιχθεί επίσης χαμηλότερα, συγκριτικά με αυτό στις διεθνείς αγορές – γεγονός που συμβαίνει όταν οι μισθοί δεν αυξάνονται ανάλογα με την παραγωγικότητα των εργαζομένων.

Επομένως, εάν οι μισθοί συμβαδίζουν με την άνοδο της ανταγωνιστικότητας της «χώρας Α», τότε αυξάνεται η ζήτηση στο εσωτερικό της, οπότε και οι εισαγωγές ξένων προϊόντων – με αποτέλεσμα να διατηρείται ισοσκελισμένο το ισοζύγιο της ή, τουλάχιστον, να μην αυξάνονται τα εμπορικά της πλεονάσματα. Στην περίπτωση αυτή, αυξάνονται και οι εισαγωγές φαρμάκων από τη «χώρα Β» (Γαλλία), οπότε εξισορροπούνται οι απώλειες της «χώρας Β» από τη μείωση των εισαγωγών της «χώρας C» (Ιταλία), λόγω του ανταγωνισμού της «χώρας Α» (Γερμανία).

Συμπερασματικά, η ανταγωνιστική μείωση των τιμών των εξαγωγικών προϊόντων της «χώρας Α», δημιουργεί μεν προβλήματα στους άμεσους ανταγωνιστές της στις διεθνείς αγορές, αλλά εξισορροπείται από την επί πλέον ζήτηση στο εσωτερικό της – λόγω της οποίας επωφελούνται όλα τα κράτη που εξάγουν στην αγορά της. Εκτός αυτού, βοηθάει τις ανταγωνίστριες χώρες να αντιγράψουν την τεχνολογική της εξέλιξη, αυξάνοντας τη δική τους παραγωγικότητα (τότε μόνο είναι ωφέλιμος ο ανταγωνισμός).

Στα πλαίσια αυτά, η «χώρα C», η οποία προσπαθεί επίσης να πουλήσει τα αυτοκίνητα της στις διεθνείς αγορές, έχει μεν μεγαλύτερο πρόβλημα από τη «χώρα Β» που παράγει φάρμακα, αλλά μπορεί να το λύσει – με την έννοια πως, εάν δεν μπορεί να ακολουθήσει την τεχνολογική εξέλιξη της «χώρας Α», είτε επικεντρώνεται στην παραγωγή άλλων προϊόντων, είτε υποτιμάει το νόμισμα της (εάν δεν είναι μέλος της Ευρωζώνης).

Στο παράδειγμα της Γερμανίας, όταν αυξάνει το μερίδιο της στις αγορές εκτός Ευρωζώνης, έχει τη δυνατότητα να αυξήσει ανάλογα την εγχώρια ζήτηση της και τις εισαγωγές της από τους εταίρους της – οπότε, σε τελική ανάλυση, αυξάνεται η συνολική ζήτηση στη νομισματική ένωση προς όφελος όλων (εάν βέβαια οι εξαγωγές της Ιταλίας στις εκτός Ευρωζώνης χώρες δεν μειώνονται ανάλογα).

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)
Advertisements

Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!