Όταν δε οι αποταμιεύσεις αυξάνονται (Αποταμιεύσεις = Εισοδήματα – Ιδιωτικές δαπάνες – Δημόσιες δαπάνες), χωρίς να οδηγούνται σε αντίστοιχα υψηλότερες επενδύσεις τότε, με σταθερές τις εξαγωγές, περιορίζεται ανάλογα η συνολική ζήτηση σε μία οικονομία – με αποτέλεσμα να μειώνονται οι θέσεις εργασίας, να υπάρχουν παραγωγικά πλεονάσματα, να μην διενεργούνται νέες επενδύσεις κοκ. Ορισμένες από τις αιτίες της παραπάνω κατάστασης είναι οι εξής:
(α) Οι δημογραφικές εξελίξεις: Μειώνεται συνεχώς ο αριθμός των ανθρώπων σε εργάσιμες ηλικίες, ενώ αυξάνονται οι συνταξιούχοι – γεγονός που οδηγεί σε περισσότερες αποταμιεύσεις, μεταξύ άλλων λόγω της προβλεπόμενης μείωσης των συντάξεων, των χαμηλών επιτοκίων καταθέσεων κοκ.
(β) Οι μικρότερες κεφαλαιακές ανάγκες των σύγχρονων επιχειρήσεων: Οι ηγετικές βιομηχανίες σήμερα, ειδικά στον κλάδο της πληροφορικής, χρειάζονται πολύ λιγότερα κεφάλαια, συγκριτικά με τις βαριές βιομηχανίες του παρελθόντος – οπότε χαμηλότερες επενδύσεις.
(γ) Οι χαμηλότερες τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών: Μειώνεται διαρκώς το κόστος των μηχανημάτων, καθώς επίσης των λοιπών επενδυτικών μέσων – οπότε το ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται από τις επιχειρήσεις.
(δ) Οι μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες: Η μη ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων, οι οποία έχει σαν αποτέλεσμα να αυξάνονται συνεχώς τα εισοδήματα του 1% του πληθυσμού, εις βάρος του 99%, προκαλεί τη δυσανάλογη αύξηση των αποταμιεύσεων – αφού οι πλούσιοι καταναλώνουν λιγότερα, συγκριτικά με τα χρήματα που διαθέτουν.
.
Η λύση των χαμηλών επιτοκίων
Σύμφωνα με την επικρατούσα θεωρία, τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια θα οδηγήσουν στη μείωση των αποταμιεύσεων, οπότε στην πλήρη απασχόληση (περιορισμό της ανεργίας) – επειδή θα περιορισθούν οι αποταμιεύσεις και θα αυξηθούν οι επενδύσεις.
Υπολογίζεται λοιπόν πως το «σημείο ισορροπίας», μεταξύ των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων, προϋποθέτει αρνητικά επιτόκια – με επόμενο ερώτημα το πώς μπορεί να συνδεθεί κάτι τέτοιο με τη στάση των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες καθορίζουν το ύψος των βασικών επιτοκίων.
Στα πλαίσια αυτά, κατά τον πρώην διοικητή της Fed (πηγή), μία κεντρική τράπεζα μπορεί να επηρεάσει κυρίως τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια – λιγότερο τις προσμονές που αφορούν τον πληθωρισμό (ανάλυση), καθώς επίσης πολύ πιο λίγο τα μακροπρόθεσμα επιτόκια που προβλέπεται πως θα ισχύουν.
Αυτό που προβληματίζει όμως είναι τα πραγματικά επιτόκια (αφαιρουμένου του πληθωρισμού ή με την πρόσθεση του αποπληθωρισμού), τα οποία θα έπρεπε να επιδιωχθούν για να προκληθεί η μείωση των αποταμιεύσεων – οπότε η αύξηση της ζήτησης, των επενδύσεων και της απασχόλησης. Οι δυνατότητες εν προκειμένω των κεντρικών τραπεζών είναι σχεδόν ανύπαρκτες – επειδή πρόκειται για δομικούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την αποταμιευτική και επενδυτική συμπεριφορά των ανθρώπων.
Εάν δε τα επιτόκια γίνουν πολύ αρνητικά, τότε πιθανότατα οι αποταμιευτές θα επιλέξουν τη διατήρηση των χρημάτων τους σε μετρητά, αφού θα ήταν ανόητο να πληρώνουν υψηλά επιτόκια για τις καταθέσεις τους – γεγονός που επεξηγεί μεταξύ άλλων την αιτία, λόγω της οποίας τα κράτη προσπαθούν να απαγορεύσουν τα μετρητά χρήματα, επιβάλλοντας τις τραπεζικές συναλλαγές (πιστωτικές κάρτες κλπ.) στους Πολίτες.
.
Η λύση των εξαγωγών
Από την άλλη πλευρά, οι υψηλές αποταμιεύσεις στο εσωτερικό μίας χώρας θα μπορούσαν να διοχετευτούν ως καθαρά πλεονάσματα στο εξωτερικό, με βάση τον τύπο: Αποταμιεύσεις = Επενδύσεις στο εσωτερικό + Καθαρά πλεονάσματα ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών.
Τα έσοδα δε από τα πλεονάσματα μπορούν να επενδύονται ξανά στις ελλειμματικές χώρες, οπότε να εξουδετερώνουν, να εμποδίζουν καλύτερα την ανατίμηση των νομισμάτων των πλεονασματικών χωρών – κάτι που φυσικά έχει επιτύχει διαφορετικά η Γερμανία, λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη.
Τα πλεονάσματα όμως αυτά προκαλούν τη μείωση της ζήτησης εγχωρίων προϊόντων και υπηρεσιών στις ελλειμματικές χώρες – ενώ παράλληλα φροντίζουν για τη διατήρηση των επιτοκίων δανεισμού, σε αυτές τις ελλειμματικές χώρες, σε χαμηλά επίπεδα.
Το γεγονός αυτό προκαλεί την αύξηση της κατανάλωσης με δανεικά χρήματα σε εισαγόμενα προϊόντα εκ μέρους των ελλειμματικών χωρών, οπότε την «περιστασιακή» μείωση της ανεργίας – λόγω της δημιουργίας θέσεων εργασίας, σε τομείς όμως που δεν είναι παραγωγικοί.
Έτσι, αφενός μεν οι ελλειμματικές χώρες υπερχρεώνονται, αφετέρου καταστρέφεται ο παραγωγικός τους ιστός – οπότε κάποια στιγμή, όταν τελειώσουν τα δανεικά, η ανεργία εκτοξεύεται στα ύψη και η χώρα αδυνατεί να ανταπεξέλθει με τις υποχρεώσεις της. Πρόσφατο παράδειγμα εδώ είναι η Ελλάδα, η Ισπανία κοκ. – με «θήτη» τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορά, κυρίως δε τη Γερμανία.
.
Συμπέρασμα
Τα αρνητικά επιτόκια θα μπορούσαν ίσως να επιλύσουν το πρόβλημα, εάν η παγκόσμια οικονομία ήταν ισορροπημένη – χωρίς καμία χώρα να προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αρνητική σχέση μεταξύ αποταμιεύσεων και επενδύσεων εις βάρος των άλλων, με την επίτευξη πλεονασμάτων.
Η Κίνα φαίνεται να το έχει κατανοήσει, ενώ η Γερμανία όχι – οπότε εύλογα θα προκαλέσει την αντίδραση των ελλειμματικών Η.Π.Α. (γράφημα), οι οποίες αναζητούν λύση στα προβλήματα τους, ως μία μεγάλη οικονομία (ανάλυση).
.

.
Κατά την άποψη πολλών, η επίθεση αυτή έχει ήδη ξεκινήσει στις αγορές ομολόγων (άρθρο), ενώ πιθανότατα θα διευρυνθεί το επόμενο χρονικό διάστημα, εάν η Γερμανία συνεχίσει την ίδια μερκαντιλιστική πολιτική.
Ένας επόμενος κίνδυνος για τη Γερμανία είναι να πληρώσει αυτή το λογαριασμό για τις τεράστιες ζημίες που προκάλεσε η πολιτική της στην Ευρωζώνη – με την αθέτηση πληρωμών εκ μέρους των ελλειμματικών χωρών ή με τις εύλογες απαιτήσεις διαγραφής χρεών εκ μέρους τους, αφού έπεσαν αποδεδειγμένα στην παγίδα της.
Στα πλαίσια αυτά, η λύση του προβλήματος σήμερα δεν είναι ούτε τα αρνητικά επιτόκια, ούτε φυσικά ο μερκαντιλισμός – αλλά η καταπολέμηση των εισοδηματικών ανισοτήτων παγκοσμίως, παράλληλα με μία ευρύτερη διαγραφή εκείνων των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, που είναι αδύνατον ποτέ να πληρωθούν.
