Το πλήρες χρήμα – Σελίδα 2 – The Analyst
ΕΙΚΟΝΑ---Ελλάδα,-Τράπεζα-της-Ελλάδος-Εξ.

Το πλήρες χρήμα

300 total views, 3 views today

Συνεχίζοντας, η υιοθέτηση του συστήματος του πλήρους χρήματος, από τεχνικής πλευράς, δεν είναι καθόλου δύσκολο να πραγματοποιηθεί, ενώ το μοναδικό που απαιτείται είναι ουσιαστικά η πολιτική βούληση – η θέληση των κυβερνήσεων να ενεργούν προς όφελος του κράτους και των Πολιτών τους, χωρίς να τους εγκαταλείπουν στο έλεος των τοκογλύφων.

Η δυσκολία έγκειται στην αντίθεση των τραπεζικών «γκάγκστερ», οι οποίοι δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να χάσουν το «βασιλικό« τους προνόμιο – έχοντας τα χρήματα και τις ικανότητες να προστατεύσουν τη βασική πηγή του αμύθητου πλούτου και της πολιτικής ισχύος τους.

Εύλογα λοιπόν υποθέτει κανείς πως η Ισλανδία θα τοποθετηθεί στο στόχαστρο τους, καθώς επίσης οποιαδήποτε άλλη χώρα σκεφθεί να υιοθετήσει κάτι ανάλογο – όπως για παράδειγμα η Ρωσία, η οποία επίσης σχεδιάζει ένα τέτοιο σύστημα πλήρους χρήματος, μετά τις τρομακτικές οικονομικές επιθέσεις που δέχθηκε από τις Η.Π.Α.

Όσον αφορά τη χώρα μας, η προηγούμενη κυβέρνηση βιάστηκε να ανανεώσει τη σύμβαση της με την ιδιωτική Τράπεζα της Ελλάδας για αρκετά χρόνια, λίγο πριν λήξει – υπογράφοντας έτσι την άνευ όρων υποταγή της πατρίδας μας στους τοκογλύφους, χωρίς κανένας Έλληνας να το αντιληφθεί, αφού τα ΜΜΕ τήρησαν σχεδόν απόλυτη σιωπή είτε σκόπιμα, είτε από άγνοια.

Περαιτέρω, υπάρχουν και σε άλλα κράτη Πολίτες που υποστηρίζουν το σύστημα του πλήρους χρήματος, θέλοντας να απελευθερωθούν «άπαξ και δια παντός» από το χρηματοπιστωτικό κτήνος (άρθρο) – όπως η δεύτερη χώρα που έχει ως κυρίαρχο πολίτευμα την άμεση δημοκρατία: η Ελβετία, η εξέλιξη του ΑΕΠ της οποίας μετά την κρίση του 2008 ήταν καλύτερη από αυτήν της Γερμανίας (γράφημα).

.

ΓΡΑΦΗΜΑ - Ελβετία, Γερμανία, ΑΕΠ, σύγκριση

.

Όπως διαπιστώνεται από το γράφημα, παρά το ότι οι τράπεζες της Ελβετίας ήταν σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένες στα αμερικανικά ενυπόθηκα δάνεια, η πτώση του ΑΕΠ της χώρας ήταν πολύ μικρότερη από αυτήν της Γερμανίας (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά στήλη) – ενώ έχει ξεπεράσει αρκετά τα επίπεδα του 2009.

.

Η ελβετική πρωτοβουλία

Συνεχίζοντας, η «πρωτοβουλία για την υιοθέτηση του πλήρους χρήματος» στην Ελβετία (Vollgeld-Initiative), μία οργάνωση δηλαδή που ασχολείται ενεργά με το θέμα, συγκεντρώνοντας υπογραφές Πολιτών, απαιτεί το μονεταριστικό εκσυγχρονισμό της χώρας, έτσι ώστε να πάψουν να υπάρχουν οικονομικές κρίσεις  – τοποθετούμενη στα εξής τρία κεντρικά σημεία:

(α)  Η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας (SNB, ανήκει πλειοψηφικά κατά 52% στα καντόνια και στις τράπεζες τους, ενώ είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριοπηγή) οφείλει να έχει το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης χρημάτων – είτε σε φυσική, είτε σε ηλεκτρονική μορφή. Οι ιδιωτικές (εμπορικές τράπεζες) δεν πρέπει να δημιουργούν χρήματα από το πουθενά, δανείζοντας μόνο τις καταθέσεις των πελατών τους.

(β)  Η έκδοση χρημάτων πρέπει να πάψει να είναι συνδεδεμένη με το χρέος της οικονομίας και της κοινωνίας.

(γ)  Τα κέρδη από την έκδοση χρημάτων πρέπει να οδηγούνται στα κρατικά ταμεία –  έτσι ώστε να «ανακουφίζουν» τον προϋπολογισμό και να ωφελούν το κοινωνικό σύνολο.

Κατά την ελβετική πρωτοβουλία και τα τρία παραπάνω στοιχεία είναι «ιστορικά ριζωμένα» στη χώρα, ενώ το φράγκο ήταν ουσιαστικά «κατασκευασμένο» για πάρα πολλά χρόνια, είχε σχεδιαστεί από την αρχή δηλαδή ως πλήρες χρήμα – οπότε πρέπει να επανέλθει στη συγκεκριμένη του μορφή.

Δημιουργήθηκε το 1848 με τη μορφή του ασημένιου νομίσματος, όταν στην καινούργια τότε ιδρυθείσα ομοσπονδιακή δημοκρατία, δόθηκε από το σύνταγμα το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσης του. Η ομοσπονδία παρακολουθούσε, επόπτευε καλύτερα την εκτύπωση των νομισμάτων, καθορίζοντας το περιεχόμενο τους σε ασήμι. Το ασημένιο φράγκο ήταν ένα ασφαλές και χωρίς χρέη νόμισμα, η αξία του οποίου αντιπροσώπευε το περιεχόμενο του στο ευγενές μέταλλο.

.

Ιστορική αναδρομή   

Το επόμενο κεφάλαιο στην ιστορία του ελβετικού φράγκου ξεκίνησε με τη χρήση των χαρτονομισμάτων, ως μέσο συναλλαγής – η οποία αναπτύχθηκε ραγδαία, στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Κάθε τράπεζα τότε μπορούσε να τυπώνει μόνη της χαρτονομίσματα, τα οποία είχαν ως αντίκρισμα το ασημένιο φράγκο – ανταλλασσόταν δηλαδή με αυτό, αποτελώντας από νομικής πλευράς ένα υποκατάστατο των χρημάτων.

Εν τούτοις πολλές τράπεζες δεν ήταν πρόθυμες να ρευστοποιήσουν τα χαρτονομίσματα άλλων τραπεζών – ή απαιτούσαν μία σημαντικά ακριβότερη τιμή. Ορισμένες δε αδυνατούσαν να ανταλλάξουν τα χαρτονομίσματα των πελατών τους με ασημένια φράγκα, επειδή είχαν εκδώσει πολύ περισσότερα, από όσα αντιστοιχούσαν στα αποθέματα τους.

Για να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα η Ελβετία, σε μία αναθεώρηση του συντάγματος της το 1874, καθόρισε νομικά τις προϋποθέσεις της έκδοσης, της κάλυψης, καθώς επίσης της ανταλλαγής των χαρτονομισμάτων – κάτι που αποδείχθηκε ανεπαρκές, αφού τα μειονεκτήματα της ύπαρξης πολλών κεντρικών τραπεζών (με την έννοια της έκδοσης χάρτινων νομισμάτων), παρέμειναν ως είχαν. Έτσι, τοποθετήθηκε ως στόχος μία θεμελιώδης νομισματική μεταρρύθμιση, μέσω της οποίας το κράτος θα είχε το μονοπώλιο της έκδοσης χαρτονομισμάτων.

Το κοινοβούλιο λοιπόν, με μία επίσημη τοποθέτηση του στις 30 Δεκεμβρίου του 1890, υποστήριξε πως η ύπαρξη πολλών εκδοτριών τραπεζών οδηγεί σε έντονες χρηματοπιστωτικές κρίσεις – επειδή η εμπιστοσύνη στη φερεγγυότητα της κάθε μίας είναι εύκολο να χαθεί, λόγω των πολλών υποκαταστημάτων και των πάσης φύσεως υποχρεώσεων τους, με αποτέλεσμα τυχόν απώλεια της εμπιστοσύνης σε κάποια, να προκαλεί μία ανάλογη απώλεια σε όλες τις υπόλοιπες.

Επομένως, για να εξασφαλισθεί η απαιτούμενη εμπιστοσύνη, οπότε η χωρίς προβλήματα κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων, θα έπρεπε να υπάρχει μόνο μία τράπεζα – η οποία θα εξέδιδε κατ’ αποκλειστικότητα χαρτονομίσματα, εξυπηρετώντας το κοινωνικό σύνολο. Το βασικό αντικείμενο δε αυτής της «κεντρικής τράπεζας», η οποία θα έπρεπε να είναι ισχυρή, χωρίς να κινδυνεύει από τον υστερόβουλο και μικροαστικό ανταγωνισμό των υπολοίπων, θα ήταν η συνεχής επαφή της με το σύνολο των τραπεζών της χώρας.

Η παραπάνω τοποθέτηση του ελβετικού κοινοβουλίου, οδήγησε στο να δοθεί στο κράτος το μονοπώλιο της έκδοσης χαρτονομισμάτων – μέσω της ψήφισης ενός νόμου από τους Πολίτες της άμεσης δημοκρατίας (18.10.91). Μέχρι να λειτουργήσει όμως η κεντρική τράπεζα (SNB), καθώς επίσης να ασκήσει το μονοπωλιακό δικαίωμα της έκδοσης χαρτονομισμάτων, πέρασαν αρκετά χρόνια.

Ολοκληρώνοντας, το άρθρο του ελβετικού συντάγματος από το 1891 που αφορά το μονοπώλιο του κράτους στην έκδοση χαρτονομισμάτων αρχίζει ως εξής: «Το δικαίωμα στην έκδοση χαρτονομισμάτων, καθώς επίσης άλλων παρόμοιων χρημάτων, αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του κράτους«. Επειδή τώρα η προσθήκη «άλλων παρόμοιων χρημάτων» αφαιρέθηκε από την αναθεώρηση του 1999 που αφορά τη νομισματική πολιτική, η «Πρωτοβουλία του Πλήρους Χρήματος» απαιτεί να γραφτεί ξανά στο σύνταγμα – κάτι που θα εξηγηθεί στη συνέχεια.

Συνεχίστε στη 3η σελίδα (…)