Οι δέκα χώρες τώρα, με τα μεγαλύτερα πλεονάσματα της Γερμανίας το 2013, άρα με τα ελλείμματα που τους προκαλεί, φαίνονται στον επόμενο Πίνακα ΙΙ.
.
Πίνακας ΙΙ: Οι χώρες με τα μεγαλύτερα πλεονάσματα της Γερμανίας το 2013, σε δις €
| Χώρα | Πλεονάσματα της Γερμανίας 2013 | Ποσοστό % |
| Η.Π.Α. | 39,80 | 19,90 |
| Γαλλία | 36,10 | 18,10 |
| Μ. Βρετανία | 33,40 | 16,70 |
| Αυστρία | 19,30 | 9,65 |
| Τουρκία | 9,30 | 4,65 |
| Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα | 9,10 | 4,55 |
| Ελβετία | 9,10 | 4,55 |
| Σαουδική Αραβία | 7,60 | 3,80 |
| Ισπανία | 7,60 | 3,80 |
| Σουηδία | 6,70 | 3,35 |
| Σύνολο | 178,00 | 89,05 |
Πηγή: Bdi
Σημείωση Πίνακα: Η Γερμανία προκαλεί ετήσια πάνω από 100 δις € ζημίες (ελλείμματα) στην ΕΕ, σχεδόν 80 δις € στην Ευρωζώνη, καθώς επίσης ένα ανάλογο ποσόν στον υπόλοιπο πλανήτη, με συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό – θέτοντας σε τεράστιους κινδύνους την παγκόσμια οικονομική ισορροπία, οπότε την ειρήνη.
.
Με δεδομένο τώρα το ότι, τα πλεονάσματα αυτά ήταν της τάξης των 200 δις € το 2013, οι παραπάνω χώρες αποτέλεσαν το 89% των συνολικών της πλεονασμάτων. Η Γερμανία βέβαια οχυρώνεται και εδώ, κρύβεται καλύτερα πίσω από την ΕΕ και την Ευρωζώνη – τα πλεονάσματα των οποίων είναι πολύ μικρότερα, ως σύνολο, οπότε δεν τοποθετείται στο στόχαστρο των υπολοίπων χωρών του πλανήτη.
.
Το πρόβλημα των επενδύσεων στο εξωτερικό
Εισαγωγικά, για να μπορέσει να μειώσει έντιμα μία χώρα τα πολύ υψηλά πλεονάσματα της, υπάρχουν δύο μέθοδοι: (α) να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες της στην παιδεία, στην υγεία, στις υποδομές (οι οποίες είναι σε πολύ κακή κατάσταση στη Γερμανία) κοκ. (β) να αυξήσει τις αμοιβές των εργαζομένων της, οπότε τη ζήτηση και τις εισαγωγές – όπου το κράτος ναι μεν δεν μπορεί να επιβάλλει αυξήσεις στον ιδιωτικό τομέα, αλλά έχει τη δυνατότητα να το κάνει στο δημόσιο, το οποίο συνήθως ακολουθείται από τις επιχειρήσεις.
Εν τούτοις, το «επιχειρηματικό λόμπι» που διοικεί τη Γερμανία απαιτεί μείωση των μισθών, θέλοντας δήθεν να δημιουργήσει κίνητρα για την αύξηση των εγχωρίων επενδύσεων – έτσι ώστε να μην διαφεύγουν τα πλεονάσματα στο εξωτερικό. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο όμως θα λειτουργούσε όπως η εσωτερική υποτίμηση στην Ελλάδα ή σαν μία επί πλέον υποτίμηση του νομίσματος – θα μείωνε τις εισαγωγές, θα αύξανε τις εξαγωγές ακόμη περισσότερο, οπότε θα δημιουργούσε πολύ μεγαλύτερα πλεονάσματα, εντείνοντας τις ασυμμετρίες εντός της Ευρωζώνης (ανάλυση).
Από την άλλη πλευρά, το γερμανικό δημόσιο μειώνει σταθερά τις δαπάνες του, ενισχυόμενο και από τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού του (σύντομα θα είναι αρνητικά, αφού θα συνεχιστεί σκόπιμα η κρίση των υπολοίπων χωρών), οπότε αυξάνεται διαρκώς η ανταγωνιστικότητα της χώρας – γεγονότα που επεξηγούν την επιμονή της κυβέρνησης στην πολιτική λιτότητας, η οποία αποτελεί κυριολεκτικά την κινητήρια δύναμη, το ελιξίριο της ανάπτυξης καλύτερα της Γερμανίας.
Επομένως, τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας θα συνεχίσουν να αυξάνονται, οπότε και οι επενδύσεις της στο εξωτερικό – μέσω των οποίων διατηρούνται επίσης χαμηλές οι πιέσεις των εργαζομένων για αύξηση των μισθών τους, αφού η ζήτηση στην εγχώρια αγορά εργασίας διατηρείται σε ελεγχόμενα επίπεδα.
Στα πλαίσια αυτά, η χώρα χρειάζεται ένα ασφαλές επενδυτικό περιβάλλον, κυρίως εντός της Ευρώπης – όπου να μπορεί να ιδρύει παραγωγικές βιομηχανίες ή επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, με φθηνό κόστος εγκατάστασης ή εξαγορών, χωρίς να διακινδυνεύει να χάσει τα χρήματα της.
Η δυνατότητα αυτή εξασφαλίζεται επίσης από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης – επειδή οι περισσότερες χώρες της νομισματικής ένωσης έχουν ανάγκη από επενδύσεις. Έχουν επίσης ανάγκη από χρήματα, οπότε υποχρεώνονται να ιδιωτικοποιούν τις κερδοφόρες επιχειρήσεις του δημοσίου τους και να πουλούν τα πάγια περιουσιακά τους στοιχεία σε πολύ χαμηλές τιμές – εφόσον βέβαια δεν φέρνουν αντίρρηση στην πολιτική λιτότητας που τους επιβάλλεται.
Στο σημείο αυτό υπεισέρχεται η Ελλάδα, η νέα κυβέρνηση της οποίας αρνείται πεισματικά να συνεχίσει την πολιτική των μνημονίων, γνωρίζοντας πως είναι καταστροφική για τη χώρα (ανάλυση), αντιδρώντας παράλληλα στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων – επίσης πολύ σωστά, όσον αφορά τις κοινωφελείς, τις στρατηγικές, καθώς επίσης τις μονοπωλιακές κερδοφόρες επιχειρήσεις, αφού πρέπει να ανήκουν στο κράτος (ανάλυση).
Εκτός αυτού, απαιτεί τη διαγραφή των δημοσίων και ιδιωτικών χρεών (άρθρο), θέτοντας σε κίνδυνο τα δάνεια που έχει δώσει η Γερμανία για να πετύχει τους στόχους της – γεγονός που δεν θα ήταν ίσως τόσο απειλητικό, αφού η Ελλάδα θα μπορούσε να οδηγηθεί στην έξοδο από την Ευρωζώνη και στο περιθώριο, εάν δεν υπήρχε ο κίνδυνος να ακολουθήσουν το παράδειγμα της και άλλες χώρες. Η Ισπανία άρχισε πρόσφατα να το αναφέρει, μέσω του «αδελφού κόμματος» της ελληνικής κυβέρνησης, η Ιρλανδία επίσης, ενώ είναι σχεδόν βέβαιο πως θα τις μιμηθούν η Πορτογαλία και η Ιταλία.
Ως εκ τούτου, η Ελλάδα αποτελεί τον «εχθρό νούμερο ένα» για τη γερμανική κυβέρνηση, αφού θέτει σε κίνδυνο το μακροπρόθεσμο προγραμματισμό της, με στόχο την κατάκτηση της πρώτης θέσης στον πλανήτη – αφού προηγουμένως θέσει υπό την οικονομική κατοχή της ολόκληρη την Ευρώπη, μετατρέποντας τους εταίρους της είτε σε αποικίες χρέους, είτε σε εξαρτημένους δορυφόρους. Τους Πολίτες τους δε, όπως ακριβώς και τους ίδιους τους Γερμανούς σε σχέση με την ελίτ της χώρας (άρθρο), σε σκλάβους χρέους – χωρίς καμία προοπτική απαλλαγής από τις αλυσίδες τους.
Ολοκληρώνοντας, ελπίζουμε να συνειδητοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση τι ακριβώς διακυβεύεται, οπότε να μην περιμένει τη διάσωση της από τη Γερμανία και την Τρόικα – αφού αναζητούν δυνατότητες για να την αναγκάσουν να χρεοκοπήσει με έναν τρόπο που, αφενός μεν να εξασφαλίζει την οικονομική κατοχή της πατρίδας μας από τρίτους, αφετέρου να μην ανησυχήσει ούτε τις αγορές, ούτε τις άλλες χώρες. Οφείλει δε να αναζητήσει συμμάχους αλλού και επειγόντως – αφού ευρίσκεται ήδη στην τελική ευθεία, ενώ είναι αδύνατον να μπορέσει να αντισταθεί με επιτυχία μόνη της.
.
Ο εχθρός νούμερο δύο
Ο δεύτερος μεγάλος εχθρός τώρα της Γερμανίας είναι η Ρωσία, η οποία ήταν ουσιαστικά η αιτία τόσο του πρώτου, όσο και του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου – επειδή αποτελεί το «αντίπαλο δέος» της στην Ευρώπη, τόσο από πληθυσμιακής, όσο και από στρατιωτικής πλευράς.
Εκτός αυτού, είναι ενεργειακά πανίσχυρη, ενώ από την ενέργεια της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η Γερμανία – αν και προσπαθεί να ανεξαρτητοποιηθεί, μέσω των Η.Π.Α. και του σχιστολιθικού αερίου.
Στρατιωτικά βέβαια η Γερμανία διασφαλίζεται μέσω του ΝΑΤΟ – οπότε ξανά από τις Η.Π.Α., τις οποίες ανέκαθεν εκμεταλλευόταν σε μεγάλο βαθμό (όπως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όπου η υπερδύναμη πλήρωσε ουσιαστικά τις πολεμικές επανορθώσεις που όφειλε η Γερμανία – ανάλυση).
