Συνεχίζοντας, είναι ενδιαφέρουσα η διαπίστωση, σύμφωνα με την οποία όταν η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ, το 2002, υπήρξε μεγάλη πτώση στο ποσοστό των αυτοκτονιών των ανδρών – κατά 27%.
Μετά το ξεκίνημα της κρίσης όμως ο αριθμός αυξανόταν σταθερά – με θύματα κυρίως τους άνδρες που είτε ζούσαν μόνοι τους, είτε ήταν οι μοναδικοί εργαζόμενοι στην οικογένεια τους. Εξετάσθηκαν δε πολλές περιπτώσεις, οι οποίες είχαν δηλωθεί ως ατυχήματα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν αυτοκτονίες.
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφέρει κανείς ότι, τόσο οι πολιτικοί, όσο και τα ΜΜΕ πρέπει να είναι πάρα πολύ προσεκτικοί, όταν αναφέρονται σε αυτοκτονίες – επειδή οι άνθρωποι επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό, μιμούμενοι ασυνείδητα αυτά που βλέπουν ή ακούν.
Για παράδειγμα, όταν αυτοκτόνησε ένας συνταξιούχος δημόσια στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2012, το ποσοστό των αυτοκτονιών εκτινάχθηκε βραχυπρόθεσμα στο 30% – κυρίως επειδή τα ΜΜΕ είχαν εκτενείς, λεπτομερείς αναφορές στο θέμα, δημοσιεύοντας ακόμη και το αποχαιρετιστήριο σημείωμα του θύματος, «επιτιθέμενα συγκινησιακά» στον υπόλοιπο πληθυσμό (φυσικά εν αγνοία της ζημίας που προκάλεσαν).
Τέτοιου είδους αναφορές είναι γνωστές για την επιβλαβή επιρροή τους σε άτομα που είναι αντιμέτωπα με ψυχικά προβλήματα – προκαλώντας αυτοκτονικές σκέψεις ή την ενίσχυση ήδη υφισταμένων, παρά το ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες σωστής θεραπείας.
Ειδικότερα, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες ορισμένες μορφές ειδήσεων οδηγούν σε «μιμητικές αντιδράσεις» – όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας όπου, όταν αυτοκτόνησε ο τερματοφύλακας της εθνικής ομάδας το 2009 (R. Enke), αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των αυτοκτονιών στις γραμμές των τραίνων, από άτομα που τον μιμήθηκαν (133 περισσότερες από τις συνήθως αναμενόμενες). Εδώ πρόκειται για το ονομαζόμενο «Werther effect», από το μυθιστόρημα του Γκαίτε «Οι οδύνες του νεαρού Werther» – όπου, όταν δημοσιεύθηκε, πολλοί νεαροί άνδρες αυτοκτόνησαν
Στην ψυχολογία υπάρχουν πολλές ερμηνείες του φαινομένου «Werther effect» – μεταξύ των οποίων αυτή του «μοντέλου εκμάθησης» (A. Bandura), σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι υιοθετούν συχνά τρόπους συμπεριφοράς που έχουν διαπιστώσει προηγουμένως σε άλλους, κυρίως σε αυτούς με τους οποίους μπορούν ή επιθυμούν να ταυτισθούν.
Περαιτέρω, οι επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι, ορισμένα είδη δημοσιογραφικών ειδήσεων προκαλούν ένα επικίνδυνα υψηλό «δυναμικό ταυτοποίησης», οπότε πρέπει να αποφεύγονται (Ziegler & Hegerl, 2002).
Μία μελέτη δε του πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης απέδειξε ότι, η συχνή, μαζική, με εντυπωσιακό τρόπο αναφορά των ΜΜΕ σε κάποια αυτοκτονία, υποκινεί τους νέους να την μιμηθούν (Gould et al., 2014) – ενώ είναι πιθανό να ασκούν την ίδια καταστροφική επιρροή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν και δεν έχει γίνει μία ανάλογη έρευνα.
Στα πλαίσια αυτά, τα ΜΜΕ πρέπει να μην δημοσιεύουν φωτογραφίες ή αποχαιρετιστήρια γράμματα των ανθρώπων που αυτοκτονούν – κυρίως δε να αποφεύγουν τις περιγραφές που «ηρωοποιούν» έμμεσα τους αυτόχειρες, που τους αποδίδουν μία ρομαντική διάσταση ή που τους χρησιμοποιούν για να αναδείξουν τα οικονομικά προβλήματα μίας χώρας, όπως έχει συμβεί συχνά στην περίπτωση της Ελλάδας, εν μέσω της κρίσης.
Τα κίνητρα της αυτοκτονίας δεν είναι σωστό να περιγράφονται με λεπτομέρεια, για λόγους εντυπωσιασμού, όπως συνηθίζουν τα ΜΜΕ για να «πουλήσουν» περισσότερο – ενώ πρέπει να αποφεύγονται τα ονόματα των θυμάτων, ο τόπος και η μέθοδος της αυτοκτονίας.
Συνεχίζοντας, το 80% των αυτοκτονιών δηλώνονται ουσιαστικά προκαταβολικά από τα θύματα – όπου δυστυχώς όμως το κοντινό τους περιβάλλον δεν δείχνει την απαιτούμενη ευαισθησία και δεν το παρατηρεί. Φράσεις όπως «Δεν έχει τίποτα πια σημασία» ή «Κάποια στιγμή πρέπει να τελειώνει κανείς» χρησιμοποιούνται πολύ συχνά από αυτούς που σκέφτονται να αυτοκτονήσουν – χωρίς δυστυχώς να γίνονται αντιληπτές ως τέτοιες από αυτούς που τις ακούν.
Επί πλέον, ορισμένες φορές οι άνθρωποι που πάσχουν από βαριά κατάθλιψη ή άλλου είδους απογοητεύσεις (άνεργοι κλπ.), εμφανίζονται πιο ήσυχοι και λιγότερο απελπισμένοι από ότι συνήθως, ακριβώς πριν αυτοκτονήσουν – οπότε το στενό περιβάλλον τους υποθέτει εσφαλμένα ότι έχουν ξεπεράσει τα προβλήματα τους, έχοντας μία καλύτερη ψυχική διάθεση.
Δυστυχώς όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο – όπως όταν κανείς «ταξινομεί» ξαφνικά τις ιδιωτικές του υποθέσεις, δωρίζει κάποια ιδιωτικά του αντικείμενα ή αποφασίζει να συντάξει τη διαθήκη του.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται πόσο πιο επιρρεπείς στην αυτοκτονία είναι οι άνδρες, σε σχέση με τις γυναίκες – καθώς επίσης τα ποσοστά ανά ηλικία, με τις μεσαίες και μεγάλες ηλικιακές ομάδες να είναι πιο επικίνδυνες.
.

.
Ολοκληρώνοντας, επιμένουμε πως στο θέμα της Ελλάδας, είναι προτιμότερο ένα τρομακτικό τέλος, από τον τρόμο χωρίς τελειωμό που βιώνουμε για πολλά χρόνια – χωρίς καμία προοπτική, έστω και αμυδρή, για το μέλλον μας.
