Ολοκληρώνοντας, το μη ορθολογικό παιχνίδι, το ονομαζόμενο «παιχνίδι του τρελού ή του μεθυσμένου», μπορεί να έχει επίσης σημαντικά πλεονεκτήματα – όπου, για παράδειγμα, ο ένας από τους δύο παίκτες πίνει πολύ πριν από το ξεκίνημα του αγώνα, έτσι ώστε να πείσει τον αντίπαλο του πως δεν θα συμπεριφερθεί λογικά αποφεύγοντας τη σύγκρουση, επειδή θα είναι μεθυσμένος.
Πρόκειται για μία στρατηγική που ακολουθείται πολύ συχνά στην πολιτική, όπου η μία από τις δύο συγκρουόμενες «παρατάξεις» προσπαθεί να αποδείξει στην άλλη είτε ότι δεν καταλαβαίνει το ρίσκο των ενεργειών της, είτε ότι δεν έχει τίποτα να χάσει – οπότε της είναι αδιάφορη η σύγκρουση.
Μία από τις παραλλαγές στην πολιτική είναι η «ακροσφαλής διπλωματία» (Brinkmanship), όπου ο αντίπαλος παρουσιάζεται αποφασισμένος να φτάσει στα άκρα, παίρνοντας κάθε ρίσκο – έτσι ώστε να υποχρεώσει τον αντίπαλο του να συνθηκολογήσει.
Ο όρος υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου των Η.Π.Α. με τη Σοβιετική Ένωση, όπου οι αμερικανοί παρουσιάζονταν πρόθυμοι να πάρουν το ρίσκο ενός πυρηνικού πολέμου, εάν οι Ρώσοι δεν σταματούσαν να επεκτείνονται – με συνεντεύξεις σε περιοδικά και εφημερίδες, όπου επιβεβαίωναν την αποφασιστικότητα τους. Για παράδειγμα η κατωτέρω αναφορά, στο περιοδικό Life (Dulles) το 1956:
“Η ικανότητα να ρισκάρεις να φτάσεις στα όρια ενός πολέμου, χωρίς τελικά να οδηγηθείς σε πόλεμο, είναι μία απαραίτητη τέχνη….Εάν φοβάται κανείς να φτάσει στο χείλος του γκρεμού, τότε έχει χάσει το παιχνίδι“.
Περαιτέρω, στη θεωρία των παιγνίων η «ακροσφαλής διπλωματία», την οποία καλείται να χρησιμοποιήσει ενδεχομένως σήμερα η ελληνική κυβέρνηση, ανήκει στην κατηγορία των «στρατηγικών κινήσεων» και επομένως στην υποκατηγορία «απειλή» – με το παρακάτω σχεδιάγραμμα να αναφέρεται στη στρατηγική των Η.Π.Α. εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
.

Στο σχεδιάγραμμα το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η μη διεξαγωγή πυρηνικού πολέμου. Επάνω γραμμή: είτε με την υιοθέτηση της «ακροσφαλούς διπλωματίας», η οποία θα οδηγούσε σε υποχώρηση τη Σοβιετική Ένωση (επάνω), οπότε σε μη πυρηνικό πόλεμο, είτε με διεύρυνση της ακροσφαλούς διπλωματίας (κάτω), με αύξηση του ρίσκου. Κάτω γραμμή: καμία απειλή και κανένας πυρηνικός πόλεμος.
.
Ολοκληρώνοντας, όλα τα παραπάνω είναι στρατηγικές με μεγάλο ρίσκο, επειδή μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ζημίες και στους δύο συμμετέχοντες – κυρίως λόγω των λαθών που είναι δυνατόν να συμβούν, κενών απειλών, παρανοήσεων κοκ. Πόσο μάλλον όταν τυχόν χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης, με αποτέλεσμα να μην αποφεύγεται η καταστροφή.
.
Η σύγκρουση της Ελλάδας με τη Γερμανία
Εάν θεωρήσουμε ότι και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν τις διάφορες παραλλαγές της θεωρίας των παιγνίων, στη μεταξύ τους σύγκρουση, η ελληνική κυβέρνηση ξεκίνησε με πάρα πολλά λάθη, καθώς επίσης με τεράστιους συμβιβασμούς – κυρίως όμως με ένα μεγάλο μειονέκτημα:
”την παραίτηση της από την απαίτηση διαγραφής (ή παγώματος) ενός μεγάλου μέρους του δημοσίου χρέους της χώρας, χωρίς την οποία αφενός μεν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί το πρόγραμμα της κυβέρνησης, αφετέρου είναι αδύνατον να ξεφύγει η Ελλάδα από την παγίδα, επιτυγχάνοντας ανάπτυξη”.
Από την άλλη πλευρά, θεωρούμε σχεδόν βέβαιη την επιμονή της Γερμανίας στις ιδιωτικοποιήσεις, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι θα συμφωνήσει με τη χαλάρωση των μέτρων λιτότητας – αφού ο βασικός σκοπός της είναι η λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων, με έμμεσο στόχο την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν ασφαλώς καταστροφικό για την Ελλάδα, ειδικά σε μία εποχή που έχουν καταρρεύσει οι τιμές όλων των περιουσιακών της στοιχείων – οπότε θα πρέπει να αποφευχθεί με κάθε θυσία.
Η δυσκολία της Ελλάδας, η οποία διευκολύνει τη χρήση της «ακροσφαλούς διπλωματίας» εκ μέρους της Γερμανίας, είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της, καθώς επίσης η μηδενική σχεδόν ρευστότητα των τραπεζών – με βάση την οποία μπορεί εύκολα να εκβιαστεί σε συμβιβασμούς, οι οποίοι θα καταστήσουν σκλάβους χρέους τους Έλληνες, για τα επόμενα εκατό χρόνια.
.

.
Αυτός ήταν πιθανότατα ο λόγος της άτακτης υποχώρησης του υπουργού οικονομικών στην πρώτη συνάντηση του «Euro Group» – όπου ευτυχώς αντέδρασε ο πρωθυπουργός, υποχρεώνοντας τον τελικά να αποσύρει τη συμφωνία του, η οποία ήταν συνώνυμη με μία ήττα κατά κράτος.
