Η αξιοπιστία της εκλογικής ψήφου: Αποφασίζουμε υπεύθυνα για το μέλλον της χώρας μας, γνωρίζοντας ότι συνδέεται άμεσα τόσο με το δικό μας, όσο και με το μέλλον των παιδιών μας;
Σύμφωνα με τον αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα, δεν είναι οι ψηφοφόροι αυτοί που επιλέγουν τους εκάστοτε πολιτικούς που θα τους κυβερνήσουν αλλά, αντίθετα, οι πολιτικοί επιλέγουν τους ψηφοφόρους τους! Μία δεύτερη διαπίστωση του είναι το ότι, ο κυριότερος παράγοντας επικράτησης στις εκλογές δεν είναι τα προτερήματα, αλλά η αναγνωρισημότητα του υποψηφίου – την οποία πλέον εξασφαλίζει σχεδόν εξ ολοκλήρου με τη βοήθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Μία επόμενη είναι πως η άσκηση της εξουσίας δεν στηρίζεται τόσο στους νόμους (Σύνταγμα, Χάρτης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ) που έχουν θεσπισθεί για να υπερασπίζουν τους πολλούς από τους λίγους, αλλά στις πάσης φύσεως «διαδικασίες», οι οποίες έχουν καθιερωθεί μάλλον για να προστατεύουν τους λίγους από τους πολλούς.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει στην εποχή μας είναι το πώς θα επαναφέρουμε την «τάξη» στην πολιτική – πως θα επιλέγουμε δηλαδή εμείς τους πολιτικούς μας (θεωρώντας δυστυχώς δεδομένη την αντιπροσωπευτική δημοκρατία), πως θα διασφαλίσουμε την επικράτηση των ικανοτέρων και πως θα καταφέρουμε να λειτουργήσουν ξανά οι νόμοι, χωρίς να εμποδίζονται από τις «διαδικασίες».
Εάν το επιτύχουμε, τότε θα εξουδετερώσουμε εντελώς τον πλέον θανατηφόρο «ιό» της εποχής μας – τη διαφθορά, η οποία οφείλεται κυρίως στην ανεπάρκεια, στην έλλειψη δηλαδή ικανοτήτων και δεξιοτήτων αυτών που καλούνται να προσφέρουν στα κοινά, χωρίς να έχουν τα απαραίτητα ή έστω τα κατάλληλα, για τις θέσεις που στελεχώνουν, εφόδια.
Βέβαια, σε τελική ανάλυση, τόσο η επιλογή, όσο και η εκλογή ανεπαρκών ατόμων στις δημόσιες θέσεις, εκεί δηλαδή που λαμβάνονται οι σημαντικότερες αποφάσεις και ασκείται η κρατική εξουσία προς όφελος του συνόλου, οφείλεται στη δική μας ιδιοτέλεια και στη δική μας ανευθυνότητα – στην αναξιοπιστία επομένως της εκλογικής μας ψήφου.
Κανείς δεν «διαφθείρεται», όταν ο ίδιος δεν πιστεύει στη διαφθορά, όπως και κανείς δεν εξαπατάται, εάν είναι ειλικρινής και δεν θέλει να εξαπατήσει. Δυστυχώς, αυτό που συνήθως καθορίζει τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι η ηθική, αλλά ο φόβος: με αποτέλεσμα, αυτοί που φοβούνται λιγότερο να επιδίδονται συχνότερα σε πράξεις απάτης και διαφθοράς – με τους υπόλοιπους να διαμαρτύρονται όχι τόσο από ηθική, αλλά από συναισθήματα φθόνου.
Εμβαθύνοντας στα παραπάνω νοήματα, διαπιστώνουμε κατ’ αρχήν πως, παρά το ότι έχουν αλλάξει εντελώς οι συνθήκες στις σύγχρονες κοινωνίες, ο τρόπος που λειτουργούμε κατά την επιλογή αυτών που θα μας διοικήσουν παραμένει στατικός – οπότε σταθερά αναχρονιστικός. Το βασικότερο κριτήριο μας συνεχίζει να είναι η πολιτική κατεύθυνση του εκάστοτε κόμματος, στο φάσμα που επεκτείνεται από τα «δεξιά» στα «αριστερά», με κέντρο βάρους
(α) τον καπιταλισμό από τη μια πλευρά – την «ιδιωτική πρωτοβουλία», το σύστημα δηλαδή που πρεσβεύει πως ότι είναι καλύτερο για το άτομο, είναι καλύτερο και για τα σύνολο και
(β) τον κομμουνισμό από την άλλη – τον «κρατισμό», την εντελώς αντίθετη κοινωνική οργάνωση δηλαδή που πιστεύει ότι, μόνο αυτό που είναι καλό για το σύνολο εξυπηρετεί το άτομο, το οποίο δεν επιλέγει πλέον αυτό τον τρόπο που δραστηριοποιείται μέσα στον παραγωγικό μηχανισμό, αλλά ακολουθεί τις οδηγίες της κρατικής εξουσίας.
Όμως, τόσο το ένα σύστημα, όσο και το άλλο, εάν δε έχουν εντελώς αποτύχει, έχουν τουλάχιστον «διαβρωθεί» κατά την «αμιγή» εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη – κατά κάποιον τρόπο, τα «ύστερα» ελαττώματα τους κυριάρχησαν στα αρχικά προτερήματα.
Ο μεν «καθαρός» καπιταλισμός, με αφετηρία την ιδιωτική πρωτοβουλία, «εκτρέπεται» τελικά σε μία μονοπωλιακή, επεκτατική και απολυταρχική «δυσλειτουργία», υποτάσσοντας την πλειοψηφία στους λίγους (τα άτομα στις πολυεθνικές που, λόγω μεγέθους, ελάχιστα διαφέρουν από το «δημόσιο» – τα ελεύθερα κράτη στο εκάστοτε ισχυρότερο), ο δε «ορθόδοξος» κομμουνισμός, με αφετηρία την κρατική εξουσία, εξουδετερώνει εντελώς την ατομική πρωτοβουλία, υποτάσσοντας και αυτός με τη σειρά του την πλειοψηφία στους λίγους (τα άτομα στον «μονοπωλιακό» κρατικό μηχανισμό, τα αδύναμα κράτη στα ισχυρότερα).
Εκ των πραγμάτων λοιπόν, το κοινωνικό σύστημα που φαίνεται ότι εξασφαλίζει την ελευθερία του ατόμου διαχρονικά, τη μη υποταγή δηλαδή της πλειοψηφίας στους λίγους και τη μη υποδούλωση των αδύναμων κρατών στα ισχυρά, καθώς επίσης τη συνολική πρόοδο, είναι ουσιαστικά ο «άριστος» συνδυασμός των δύο παλαιοτέρων – ο μέσος δρόμος.
Σε γενικές γραμμές, η κοινωνική αυτή οργάνωση απαιτεί «οριοθέτηση» τόσο της δημόσιας, όσο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας (για παράδειγμα, περιορισμό του μεγέθους των επιχειρήσεων, έτσι ώστε να μην εμποδίζεται ο ανταγωνισμός ή η ανάπτυξη της μικρομεσαίας επιχείρησης και να μην αποτελούν «συστημικό» κίνδυνο), με στόχο την εξασφάλιση όλων των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την αμφίδρομη πλέον λειτουργία της έννοιας: «Ότι είναι καλύτερο για το άτομο, είναι καλύτερο για το σύνολο και ότι είναι καλύτερο για το σύνολο, είναι καλύτερο για το άτομο».
Στην πραγματικότητα, αυτόν ακριβώς το «μέσο δρόμο» προσπαθεί να εφαρμόσει στην πράξη ο «κοινωνικός καπιταλισμός» στην προηγμένη Ευρώπη, η οποία έχει βιώσει, άμεσα ή έμμεσα, και τους δύο προηγουμένους δρόμους, «ωριμάζοντας» μέσα από αυτούς. Επομένως, το κριτήριο της πολιτικής κατεύθυνσης έχει πάψει πια να έχει ουσιαστικό νόημα, όσον αφορά την επιλογή αυτών που θα διοικήσουν το κράτος. Ποιο είναι όμως το νέο κριτήριο, με βάση το οποίο καλούμαστε πλέον να επιλέξουμε αυτούς που θα μας διοικήσουν;
.
Η επάρκεια και η ποιότητα
Κατά την άποψη μας, το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής του κόμματος που θα κληθεί να διοικήσει μία χώρα, δεν είναι άλλο από την επάρκεια και την ποιότητα των στελεχών του (αποδεδειγμένες ικανότητες, δεξιότητες, εμπειρία κλπ), ανάλογες με τη «διοικητική» θέση που θα καλύψουν.
Για παράδειγμα, το κόμμα θα πρέπει να έχει στις τάξεις του τουλάχιστον δύο υποψήφιους για το Υπουργείο Υγείας οι οποίοι, εκτός από άριστες ιατρικές σπουδές, οφείλουν να έχουν οικονομικές, διαχειριστικές, αλλά και αρκετές νομικές γνώσεις – πριν από όλα φυσικά, να αγαπούν, καθώς επίσης να σέβονται τεκμηριωμένα τη χώρα τους και το λειτούργημα τους. Αντίστοιχα και όσον αφορά τις κρατικές επιχειρήσεις, το κόμμα θα πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον δύο υποψήφιους γενικούς διευθυντές για τη ΔΕΗ (τον ΟΣΕ κλπ) οι οποίοι, εκτός από μηχανικοί, οφείλουν να είναι έμπειροι managers, με πλούσιες γνώσεις, διεθνή εμπειρία και γνωριμίες ανά τον κόσμο.
Επομένως, το σύνηθες πρόγραμμα διακυβέρνησης που επεξεργάζονται για να μας στείλουν προεκλογικά τα κόμματα, είναι απολύτως απαραίτητο να συμπληρωθεί με ένα Οργανόγραμμα, το οποίο θα περιέχει τα ονόματα (βιογραφικά, περιουσιακή κατάσταση) αυτών που προορίζονται να στελεχώσουν τα Υπουργεία, τις μεγάλες Δημόσιες εταιρείες (ΔΕΗ, ΟΣΕ, ΟΠΑΠ κλπ), καθώς επίσης τους κοινωφελείς Οργανισμούς (ΙΚΑ κλπ).
Η παλαιότερη «διαδικασία», σύμφωνα με την οποία καλούμαστε να επιλέξουμε μόνο τον Πρωθυπουργό και τους Βουλευτές ενός κόμματος, αφήνοντας στην διάθεση του το «διορισμό» όλων των υπολοίπων δημοσίων λειτουργών, είναι κατά την άποψη μας μάλλον αναχρονιστική, αν όχι εντελώς ανεπαρκής για την ορθολογική λειτουργία του απαιτητικού σημερινού κράτους, στα πλαίσια του κοινωνικού καπιταλισμού (για τον απολυταρχικό και το μονοπωλιακό καπιταλισμό ισχύουν προφανώς άλλοι κανόνες).
Εκείνο το κόμμα λοιπόν που θα μπορέσει να μας πείσει τεκμηριωμένα, με το οργανόγραμμα του δηλαδή, ότι διαθέτει τα άτομα που θα μπορέσουν να στελεχώσουν τον κρατικό μηχανισμό (Πρωθυπουργός, Κυβέρνηση, Βουλή, Κρατικές επιχειρήσεις, Κοινωφελείς οργανισμοί κλπ), χωρίς υπερμεγέθη ιδιοτέλεια και με τις σημερινές αυξημένες απαιτήσεις του, εφαρμόζοντας πιστά το πρόγραμμα διακυβέρνησης που το ίδιο εξαγγέλλει προεκλογικά, αξίζει και μόνο την ψήφο μας – αρκεί φυσικά να μας εξασφαλίζει ταυτόχρονα τον έλεγχο των πεπραγμένων του.
