Αναλυτικότερα, η διαδικασία της κατάθεσης των προϋπολογισμών στην Ευρωζώνη είν
αι αρκετά πολύπλοκη. Μεταξύ άλλων, κάθε κράτος-μέλος οφείλει να καταθέτει έως τα μέσα του εκάστοτε Οκτωβρίου το προσχέδιο στις Βρυξέλλες. Εκεί ελέγχεται κυρίως, εάν οι κυβερνήσεις λαμβάνουν μέτρα περιορισμού των ελλειμμάτων, έτσι ώστε να οδηγούνται σταδιακά σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς.
Η Κομισιόν έχει τη δυνατότητα να απορρίπτει εντελώς τα προσχέδια του προϋπολογισμού, εντός δύο εβδομάδων από την κατάθεση τους – ενώ μέσα σε μία εβδομάδα μπορεί να εκφράζει τις αντιρρήσεις ή τις αμφιβολίες της, καθώς επίσης να ζητάει περισσότερες πληροφορίες, όσον αφορά τα επί μέρους μεγέθη του. Απαιτεί λοιπόν να μάθει τον τρόπο, με τον οποίο τα εκάστοτε υπουργεία οικονομικών καταλήγουν στους συγκεκριμένους αριθμούς, επιβάλλοντας διορθώσεις, όπου και όταν το κρίνει απαραίτητο.
.
Η μεγάλη αλλαγή
Συνεχίζοντας, ορισμένες χώρες δήλωσαν προκαταβολικά πως αυτή τη φορά δεν θα τηρήσουν τις παραπάνω υποχρεώσεις τους. Για παράδειγμα, ο εξαιρετικά αδύναμος πρόεδρος της Γαλλίας θέλει να χρησιμοποιήσει τον προϋπολογισμό ως όπλο, για να ανακτήσει τους χαμένους εκλογείς του κόμματος του – καθώς επίσης για να ανακόψει την ανοδική πορεία του ακροδεξιού κόμματος.
Άμεση προτεραιότητα του λοιπόν είναι η καλυτέρευση της ανταγωνιστικότητας της χώρας του, καθώς επίσης η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας – οπότε έρχεται σε δεύτερη θέση ο περιορισμός των ελλειμμάτων. Πιο συγκεκριμένα, δεν θα σεβαστεί τους κανόνες της συνθήκης του Μάαστριχτ, σύμφωνα με τους οποίους το ετήσιο έλλειμμα απαγορεύεται να είναι υψηλότερο του 3%, ούτε το 2015, ούτε το 2016 (το 2017 είναι οι εκλογές).
Όσον αφορά την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, δεν θα επιτευχθεί πριν το 2020 – με την προϋπόθεση όμως πως η γαλλική οικονομία θα αναπτύσσεται, από το 2016 και μετά, με ρυθμό 2%. Η θέση του αυτή βέβαια ευρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις απαιτήσεις της Κομισιόν, όσον αφορά την Ελλάδα και την Πορτογαλία – πόσο μάλλον όταν οι δύο αυτές χώρες έχουν υποφέρει τα πάνδεινα τα τελευταία χρόνια, από την δραστηριοποίηση της Τρόικας.
Η Γαλλία βέβαια δεν θα ακολουθούσε ποτέ μία τέτοια πολιτική λιτότητας, η οποία θα οδηγούσε μαζικά τους Πολίτες της στους δρόμους, καθώς επίσης την κυβέρνηση στη βίαιη πτώση της – κάτι που δεν συνέβη ούτε στην Ελλάδα, ούτε στην Πορτογαλία, για διάφορους λόγους.
Την ίδια στάση με τη Γαλλία ακολουθεί και η Ιταλία – η οικονομική κατάσταση της οποίας όμως είναι η χειρότερη μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Επιβιώνει δε αποκλειστικά και μόνο χάρη στην ΕΚΤ – αφού δεν έχει χρεοκοπήσει. παρά το τεράστιο δημόσιο χρέος της (πλησιάζει στο 140% του ΑΕΠ της), τα επιτόκια του οποίου θα είχαν εκτοξευθεί στα ύψη χωρίς τη βοήθεια της ΕΚΤ, καθώς επίσης παρά τα τρομακτικά προβλήματα των τραπεζών της.
Η Ιταλία παρουσίασε λοιπόν έναν επίσης ελλειμματικό προϋπολογισμό, μεταθέτοντας την ισοσκέλιση του στο 2017 – ενδεχομένως ακόμη αργότερα, παρά το ότι είχε συμφωνηθεί με την Κομισιόν για το 2015.
.
Η Κομισιόν
Περαιτέρω, παρά το ότι όλοι περίμεναν μία έντονη αντίδραση της Ευρώπης, της Γερμανίας δηλαδή, η οποία ήδη είχε ειδοποιήσει πως δεν θα ανεχθεί τέτοιου είδους «εξεγέρσεις», οι «προφητείες» δεν επαληθεύτηκαν. Εντός της προβλεπόμενης εβδομάδας στάλθηκαν βέβαια «επανδρωμένες αποστολές» στο Παρίσι και στη Ρώμη (επίσης στην Αυστρία, στη Μάλτα και στη Σλοβενία), οι οποίες παρακάλεσαν να τους αποδοθούν περισσότερο αναλυτικά μεγέθη.
Τελικά βρέθηκε ένας συμβιβασμός, με τη Γαλλία, καθώς επίσης με την Ιταλία να αποδέχονται μία μικρή μείωση των ελλειμμάτων τους, της τάξης των 4 δις € μόλις – οπότε η Κομισιόν δεν έκανε χρήση του δικαιώματος της (veto).
Το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, το πραγματικό κέντρο των ευρωπαϊκών αποφάσεων, η Γερμανία, έχει πάψει να επιμένει στην εφαρμογή της πολιτικής λιτότητας – κατανοώντας πως έχει ξεπεράσει τα όρια, κινδυνεύοντας να απομονωθεί από όλες τις υπόλοιπες χώρες, ενδεχομένως δε να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το κοινό νόμισμα (ανάλυση).
Πόσο μάλλον όταν οι προβλέψεις για τις επόμενες γενιές Ευρωπαίων (Αμερικανών επίσης) είναι πάρα πολύ σκοτεινές (γράφημα) – ενώ θα επιδεινώνονταν, εάν συνέχιζε η ίδια πολιτική, η οποία δεν οδηγεί πουθενά.
.

.
Η αλλαγή πορείας δε φαίνεται να αποφασίσθηκε στην άτυπη σύσκεψη των υπουργών οικονομικών τον προηγούμενο μήνα στο Μιλάνο – όπου συμφωνήθηκε η μελλοντική οικονομική και πολιτική στρατηγική της Ευρωζώνης.
Ειδικότερα, αποφασίσθηκαν οι μεταρρυθμίσεις αντί της λιτότητας – με τη φορολογική ελάφρυνση του συντελεστή «εργασία», με τις μειώσεις των φόρων για τα αδύναμα οικονομικά στρώματα, με την αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, καθώς επίσης με την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων.
«Μεταρρυθμίσεις αντί λιτότητα» θα είναι λοιπόν το νέο ευρωπαϊκό δόγμα, το οποίο θα ήταν αδύνατο χωρίς τη (μυστική) συμφωνία της Γερμανίας – η οποία, κινδυνεύοντας πια και η ίδια να βυθιστεί στην ύφεση, δεν θέλει να ρισκάρει τις λαϊκές εξεγέρσεις, την περαιτέρω κλιμάκωση της ανεργίας, τη μεγέθυνση του αντιγερμανικού μετώπου, την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος εν μέσω ενός θανατηφόρου αποπληθωρισμού, καθώς επίσης την ανεξέλεγκτη διάλυση της Ευρωζώνης.
.
Επίλογος
Εύλογα αμφιβάλλει κανείς, σε σχέση με τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής, μετά από τόσα πολλά χρόνια της εφαρμογής του αντιθέτου της
. Η πιθανότητα δε να είναι πολύ αργά για να αντιστραφεί η τάση, είναι εξαιρετικά μεγάλη – πόσο μάλλον όταν τα χρέη των περισσοτέρων χωρών αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης, ενώ δεν γίνεται καμία αναφορά στην καταπολέμηση των ευρωπαϊκών ασυμμετριών (ανάλυση).
Απλούστερα, εάν η Γερμανία συνεχίσει να έχει τεράστια πλεονάσματα στο ισοζύγιο της, εις βάρος των υπολοίπων εταίρων της, τα προβλήματα θα επιδεινωθούν – ενώ η καθυστέρηση της τραπεζικής ενοποίησης για δέκα περίπου χρόνια, θα θέσει σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο το άρρωστο χρηματοπιστωτικό σύστημα της ηπείρου μας.
Η Γερμανία προφανώς το γνωρίζει – όπως επίσης γνωρίζει ότι, η Ευρωζώνη, χωρίς τη δημοσιονομική και πολιτική της ένωση, την οποία όμως η ίδια δεν θέλει, είναι καταδικασμένη. Επομένως, το ενδεχόμενο να σχεδιάζει απλά να κερδίσει χρόνο, έτσι ώστε να προετοιμασθεί κατάλληλα, δεν είναι καθόλου αμελητέο – γεγονός που οφείλει να μας προβληματίσει όλους, αντί να αρκεσθούμε στο «φιλοδώρημα» που προσφέρεται.
.
Βασίλης Βιλιάρδος, για το Analyst.gr
Επισκεφθείτε το Blog του συγγραφέα. Πατήστε εδώ.
Βρείτε μας στο Facebook & Twitter:
.
