Στο σημείο αυτό οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, στο μαθηματικό τύπο που χρησιμοποιήσαμε αναφερόμαστε σε πραγματικές αξίες – σε ονομαστικές δηλαδή, αφαιρουμένου του εκάστοτε πληθωρισμού.
Επειδή όλως τα επιτόκια είναι πάντοτε ονομαστικά, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψιν την ανάπτυξη, η οποία συνήθως καταγράφεται ως πραγματική (αφαιρουμένου του πληθωρισμού), επίσης ως ονομαστική – δηλαδή μαζί με τον πληθωρισμό.
Στα πλαίσια αυτά, έχουμε το παρακάτω γράφημα, το οποίο αναφέρεται στην ονομαστική ανάπτυξη των δύο χωρών – έτσι ώστε να έχουμε συγκρίσιμα μεγέθη, με βάση το μαθηματικό τύπο του κειμένου μας.
.

Η εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου (μπλε) και της Ισπανίας.
.
Στο σημείο αυτό φαίνεται η δυσμενέστερη θέση της Ισπανίας, συγκριτικά με τη Μ. Βρετανία – ανεξάρτητα βέβαια από τα προβλήματα της τελευταίας, τα οποία δεν είναι καθόλου μικρά (ανάλυση). Η σύγκριση είναι εις βάρος της Ισπανίας, κυρίως για τις εξής δύο αιτίες:
.
(α) Οι Βρετανοί έχουν το δικό τους νόμισμα, τη στερλίνα, την οποία υποτίμησαν κατά τη διάρκεια της κρίσης σημαντικά – αυξάνοντας τις εξαγωγές τους και ενισχύοντας την ανάπτυξη (ΑΕΠ, δημόσια έσοδα κλπ.). Η Ισπανία, ως μέλος της Ευρωζώνης, δεν είχε αυτή τη δυνατότητα.
(β) Οι Βρετανοί, έχοντας δική τους κεντρική τράπεζα, διατήρησαν χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού τους – ενώ δεν υιοθέτησαν τα μέτρα λιτότητας στο βαθμό που το έκανε η Ισπανία, οπότε δεν «υπέφερε» η οικονομική τους ανάπτυξη.
.
Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, η μείωση των επιτοκίων της Ισπανίας που ακολούθησε, δεν ήταν αρκετή για να διατηρηθεί το δημόσιο χρέος της σε σταθερό ύψος – κυρίως δε, επειδή η ανάπτυξη παρέμεινε εξαιρετικά χαμηλή.
.
Επίλογος
Στο δεύτερο μέρος της ανάλυσης μας, θα ασχοληθούμε με τους επόμενους συγκριτικούς πίνακες της Ισπανίας με τη Μ. Βρετανία – μέσω των οποίων θα τεκμηριωθεί η αδυναμία επίλυσης της κρίσης της Ευρωζώνης, χωρίς μεγάλες διάγραφες χρεών, αναδιαρθρώσεις των υπολοίπων κοκ.
Θα αναφερθούμε επίσης στην Ελλάδα – η οποία βυθίστηκε στην ύφεση και στον αποπληθωρισμό, με αποτέλεσμα τα σχετικά χαμηλά ονομαστικά της επιτόκια σήμερα να είναι ουσιαστικά τεράστια, σε πραγματικές αξίες.
Απαιτούνται δε πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 7% για να διατηρηθεί σταθερό το χρέος – κάτι μάλλον αδύνατον να συμβεί, οπότε θα συνεχιστεί η λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, χωρίς ενδεχομένως να αποφευχθεί η επόμενη χρεοκοπία, εν μέσω συνθηκών εξαθλίωσης.
.
Βιβλιογραφία: K. Rogoff, Paul de Grauwe, M. Meier, F&W
- Διαβάστε το δεύτερο μέρος της ανάλυσης: «Ουτοπικές προσδοκίες (β)«
.
