Επομένως, δεν μπορεί να συγκριθεί η ευρωπαϊκή κρίση με την ασιατική, αφού έχει διαρκέσει ήδη πολύ περισσότερο, ενώ δεν φαίνεται κανένα «φως στο τούνελ». Κατ’ επακόλουθο, η σύγκριση με τη Λατινική Αμερική της δεκαετίας του ’80, όπου ολόκληρη η περιοχή βυθίστηκε σε μία πολυετή, βαθιά ύφεση, κυρίως επειδή δεν ανακεφαλαιοποιήθηκε ο τραπεζικός τομέας, ενώ δεν επιλέχθηκε η διαγραφή χρεών (αλλά, μεταξύ άλλων, τα γνωστά Brady Bonds το 1989, τα οποία περιγράφονται στο γράφημα που ακολουθεί), φαίνεται επικρατέστερη.
.
(Πατήστε στο σχήμα για μεγέθυνση)
.
Πόσο μάλλον όταν στη Λατινική Αμερική χρειάσθηκαν τότε σχεδόν δέκα χρόνια, για να γίνει κατανοητό το ότι, οι χώρες θα μπορούσαν να αποπληρώσουν μόνο ένα μέρος των χρεών τους, στις δυτικές τράπεζες. Η αργοπορία αυτή ήταν η αιτία αφενός μεν των διαγραφών που ακολούθησαν, αφετέρου της επιστροφής της κρίσης αργότερα – κυρίως στη Βραζιλία και στην Αργεντινή (στο Μεξικό επίσης). Οι δύο αυτές χώρες χρεοκόπησαν, με τη Βραζιλία να επιλέγει την «διάσωση» της από το ΔΝΤ (ανάλυση) και την Αργεντινή τη χρεοκοπία (ανάλυση) – αφού όμως προηγουμένως λεηλατήθηκε από το Ταμείο.
Κάτι ανάλογο με τότε συμβαίνει σήμερα σε ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης, με τη διαγραφή ενός πολύ μικρού μέρους των χρεών να έχει υιοθετηθεί μόνο από την Ελλάδα – έναντι υπέρογκων ανταλλαγμάτων και παραχωρήσεων (άρθρο), με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η κρίση.
Εν τούτοις, ακόμη και η Λατινική Αμερική παρουσίασε μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης, μετά το ξέσπασμα της κρίσης – συγκριτικά με την Ευρωζώνη, μετά το 2009. Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται ο ρυθμός ανάπτυξης στη Ασία μετά το ξέσπασμα της κρίσης (σκούρα πρώτη στήλη), της Ευρωζώνης (γκρίζα δεύτερη στήλη), και της Λατινικής Αμερικής (ανοιχτή τρίτη στήλη).
.

Η εξέλιξη της ανάπτυξης, μετρούμενη με βάση το μέγεθος των εξαγωγών
.
Οδηγός της ανάκαμψης τότε ήταν οι εξαγωγές – γεγονός που ενδεχομένως οφείλεται στο ότι, η παγκόσμια οικονομία το 1983 (ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της κρίσης της Λατινικής Αμερικής), παρουσίασε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως επίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Αντίθετα, οι αδύναμες χώρες της Ευρωζώνης έπρεπε να ανταπεξέλθουν μετά το 2009 με μία ταυτόχρονη μείωση των εξαγωγών τους – ενώ, παρά το ότι το προηγούμενο γράφημα θεωρεί το 2008 ως αφετηρία της κρίσης, στην πραγματικότητα ξεκίνησε το 2010 στην ευρωπαϊκή περιφέρεια, μετά τη χρεοκοπία της Ελλάδας.
Επομένως, το γράφημα διαστρεβλώνει σε κάποιο βαθμό την αλήθεια – χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι, εδώ ευρίσκεται το πρόβλημα. Η εξήγηση της διαφορετικής εξέλιξης της κρίσης στην Ευρώπη επικεντρώνεται πιθανότατα στο ότι, τόσο τα νομίσματα της Λατινικής Αμερικής, όσο και αυτά των Ασιατικών τίγρεων, υποτιμήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, σαν αποτέλεσμα της κρίσης – ενώ, αντίθετα, δεν συνέβη κάτι ανάλογο στην Ευρωζώνη (γράφημα).
.

Η εξέλιξη της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματική ισοτιμίας, στο διάστημα μετά τη κρίση
.
Όπως φαίνεται από το γράφημα, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου δεν υποφέρουν μόνο λόγω της αδυναμίας τους να υποτιμήσουν τα νομίσματα τους αλλά, επίσης, επειδή το ευρώ ανατιμάται συνεχώς, παρά την κρίση – κυρίως λόγω του ότι τόσο το δολάριο, όσο και το γεν, αλλά και αρκετά άλλα νομίσματα, χάνουν συνεχώς σε αξία.
Προφανώς δε τα μέτρα της ΕΚΤ δεν μπόρεσαν συμβάλλουν στην υποτίμηση του νομίσματος, εν μέσω του «συναλλαγματικού πολέμου» που βιώνουμε – οπότε είναι αδύνατη η ανάπτυξη, με τη βοήθεια των εξαγωγών. Με δεδομένη δε τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης στον πλανήτη, οι δυνατότητες εξαγωγών περιορίζονται ακόμη περισσότερο.

