Τέλος, ο πρωθυπουργός αναφέρεται στις δύο διαφορετικές προτάσεις, οι οποίες του παρουσιάστηκαν από τη Γερμανία και τις οποίες απέρριψε:
.
(α) Διπλό νόμισμα: Η εναλλακτική αυτή λύση προήλθε από τον οικονομολόγο της Deutsche Bank, ο οποίος πρότεινε την εισαγωγή ενός δεύτερου νομίσματος (G–Euro), για την πληρωμή των υποχρεώσεων του δημοσίου – ουσιαστικά ένα είδος «ομολόγου», με τη μορφή ενός ειδικού χαρτονομίσματος.
Κατά την άποψη του οικονομολόγου, το παράλληλο νόμισμα θα υποτιμούταν αμέσως, περίπου κατά 50% – με αποτέλεσμα να γίνουν πιο φθηνά τα ελληνικά προϊόντα στις διεθνείς αγορές και να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, χωρίς το σοκ που θα προκαλούσε μία ξαφνική έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη (γεγονός για το οποίο δεν υπάρχει ουσιαστικά προηγούμενη εμπειρία, αφού η Ευρωζώνη δεν είναι μία απλή νομισματική ένωση ανεξάρτητων μεταξύ τους χωρών).
Πρακτικά λοιπόν, οι πληρωμές του Ελληνικού δημοσίου με το παράλληλο νόμισμα θα έχαναν το 50% της αγοραστικής αξίας τους – ενώ δεν θα εξοφλούταν με αυτό μόνο τα τιμολόγια των προμηθευτών του δημοσίου, αλλά και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων, οι συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας κλπ.
Πάντοτε κατά τον πρωθυπουργό, το πιθανότερο αποτέλεσμα θα ήταν να προκληθούν τεράστιες κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις στην Ελλάδα – αφού τα εισοδήματα (μισθοί, συντάξεις κλπ.) θα περιορίζονταν κατά 50%, ενώ όλες οι υπόλοιπες τιμές (όπως περίπου συμβαίνει και με την εσωτερική υποτίμηση, εάν γίνει μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα), θα παρέμεναν στο ίδιο ύψος. Επειδή δε το ιδιωτικό χρέος θα συνέχιζε να είναι σε ευρώ (δάνεια, τόκοι κλπ.), όλοι όσοι οφειλέτες θα είχαν εισοδήματα στο παράλληλο νόμισμα, θα χρεοκοπούσαν σχεδόν ακαριαία.
Επομένως, αν και το παράλληλο νόμισμα θα μπορούσε να λειτουργήσει διαφορετικά μακροπρόθεσμα, όπως συμβαίνει και με την εσωτερική υποτίμηση, αφού οι τιμές των προϊόντων, τα ενοίκια κλπ. θα προσαρμόζονταν σταδιακά, θα λειτουργούσε βραχυπρόθεσμα πολύ πιο καταστροφικά, από την υιοθέτηση της δραχμής – οπότε δεν αποτελούσε σε καμία περίπτωση λύση.
(β) Δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών: Η Γερμανία, με στόχο να βοηθηθεί η ανάπτυξη (η δική της μάλλον και όχι η δική μας), μέσω των νέων επενδύσεων, πρότεινε τη δημιουργία ζωνών χαμηλής φορολόγησης και περιορισμένου κόστους, χωρίς εργασιακές συμβάσεις και με περιορισμένες κοινωνικές εισφορές, κατά το παράδειγμα της Κίνας.
Επίσης, τη δημιουργία μίας εταιρείας ειδικού σκοπού, κατά το παράδειγμα των (ληστρικών) ιδιωτικοποιήσεων στην Ανατολική Γερμανία, στην οποία θα μεταφέρονταν όλα τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου και το ΤΑΙΠΕΔ – έτσι ώστε να «διευκολυνθούν» οι αποκρατικοποιήσεις.
“Φυσικά και οι δύο αυτές προτάσεις θεωρήθηκαν προσβλητικές και εγκληματικές για μία πολιτισμένη ευρωπαϊκή χώρα, όπως η Ελλάδα”, τόνισε ο πρωθυπουργός, “η οποία δεν θα ήθελε να καταλυθούν εντελώς τα δικαιώματα των εργαζομένων και να «κινεζοποιηθεί» η παραγωγή, αλλά ούτε και να λεηλατηθεί η δημόσια περιουσία – η οποία ανήκει σε όλους τους Έλληνες”.
.
Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ
Συνεχίζοντας ο πρωθυπουργός, αναφέρθηκε στο θέμα του μνημονίου, για το οποίο υπήρξε η παρακάτω τοποθέτηση του, στις συζητήσεις εντός της κυβέρνησης – πριν ακόμη αποφασισθεί η έξοδος της Ελλάδας:
“Μνημόνιο και δανειακή σύμβαση είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα – όπου η αποδοχή της δανειακής σύμβασης, δεν σημαίνει απαραίτητα την υποταγή στο μνημόνιο και στο ΔΝΤ, αλλά την εξασφάλιση της αποπληρωμής των οφειλών της Ελλάδας (δόσεις, επιτόκιο, εγγυήσεις), απέναντι στους διεθνείς πιστωτές της.
Επομένως, είναι εντελώς ανόητες οι όποιες αναφορές σε καταγγελία της δανειακής σύμβασης – η οποία φυσικά θα έπαυε να υπάρχει, εάν δεν παίρναμε τα χρήματα. Από την άλλη πλευρά, το αποτέλεσμα των εκλογών θα μπορούσε να είναι καθοριστικό για τον απεγκλωβισμό της Ελλάδας από το ΔΝΤ, από το μνημόνιο και από τις καταστροφικές «συνταγές» του.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μία ολοκληρωμένη στρατηγική, με εναλλακτικά σενάρια (Β, Γ κλπ.), συμπεφωνημένη από τα μεγάλα τουλάχιστον κόμματα, πριν ακόμη από τις εκλογές – σε σχέση με τη δανειακή σύμβαση, με το μνημόνιο και με τα κατάλληλα μέτρα για την οικονομία, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Η αναδιαπραγμάτευση τώρα της δανειακής σύμβασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας, δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Επόμενος στόχος πρέπει να είναι η επίτευξη χαμηλότερων επιτοκίων, καθώς επίσης η επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής – έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η τήρηση της σύμβασης, χωρίς να διακινδυνεύεται η χρεοκοπία ή/και η απώλεια του εθνικού πλούτου και χωρίς να καταστραφεί ακόμη περισσότερο η Ελληνική οικονομία.
Άλλωστε όλοι οι Ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί γνωρίζουν ότι, το μνημόνιο και οι δανειακές συμβάσεις που υπεγράφησαν, είναι εκτός των πλαισίων της νομιμότητας – είναι παράνομες. Δυστυχώς αυτήν την αποικιοκρατική σύμβαση υποτέλειας αποδέχθηκαν εκείνοι οι πολιτικοί, οι οποίοι ζητούσαν ξανά την ψήφο των Ελλήνων – όχι απλά για να κυβερνήσουν, αλλά για να μην αποκαλυφθεί η διαφθορά των προκατόχων τους, καθώς επίσης τι ακριβώς υπέγραψαν και για να μην τιμωρηθούν.
Τέλος, η επιλογή δεν είναι μόνο ευρώ ή δραχμή, αλλά το εάν θα ανήκει η χώρα στην Ευρώπη – κάτι που ενέχει ποιοτικά (οικονομικά, κοινωνικά, γεωπολιτικά κλπ.), εντελώς διαφορετικούς κινδύνους”.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
“Ας μην πανικοβαλλόμαστε”, ολοκλήρωσε το διάγγελμα του ο πρωθυπουργός, μετά τη μικρή αναφορά στις προηγούμενες συζητήσεις, τονίζοντας ότι “η έξοδος από το Ευρώ, παρά το ότι δεν την επιθυμεί κανένας Έλληνας, αφού είναι εξαιρετικά επώδυνη και άδικη για την πατρίδα μας, δεν είναι η συντέλεια του κόσμου – πόσο μάλλον όταν δεν είναι μονομερής, όταν έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα στήριξης της χώρας και αφού δεν θα υποχρεωθεί σε νέους εξευτελισμούς εκ μέρους της πρωσικής Γερμανίας και των μπράβων των τοκογλύφων”.
“Ας μην ξεχνάμε ότι”, συνέχισε, “η Ελλάδα είναι μία πολύ πλούσια χώρα, η οποία έχει κάνει μεν αρκετά λάθη, αλλά δεν κατάστρεψε τον πλανήτη – όπως η Γερμανία στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Σίγουρα η δραχμή θα μας δημιουργήσει πάρα πολλά προβλήματα – πόσο μάλλον όταν ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία είναι εγκλωβισμένη σε ένα καθοδικό σπιράλ του θανάτου, από το οποίο πολύ δύσκολα θα ξεφύγει.
Ειδικότερα, η Ευρωζώνη έχει τεράστια προβλήματα – με τον τραπεζικό κλάδο να είναι υπερχρεωμένος, με την Ιρλανδία αθεράπευτα χρεοκοπημένη, με την Ισπανία στα πρόθυρα της καταστροφής, με την Ιταλία, τη Γαλλία και το Βέλγιο να νοσούν σοβαρά και με τη Γερμανία να επιμένει στην αδιέξοδη πολιτική λιτότητας, χωρίς αναπτυξιακά σχέδια.
Από την άλλη πλευρά, η ζήτηση στις Η.Π.Α. μειώνεται συνεχώς, ενώ το έλλειμμα και τα χρέη της υπερδύναμης είναι εκτός ελέγχου. Το συνολικό χρέος της Μ. Βρετανίας έχει ξεπεράσει το 550% του ΑΕΠ της, με το δημόσιο χρέος, παρά τα μηδενικά περιουσιακά της στοιχεία (έχει ιδιωτικοποιήσει τα πάντα) να πλησιάζει το 100% – οπότε θα υποχρεωθεί ξανά σε αύξηση της ποσότητας χρήματος, παράλληλα με τη μείωση των επιτοκίων, σε πληθωρισμό δηλαδή, για να μπορέσει να ξεφύγει από τη συνεχώς μειούμενη ανάπτυξη.
Η Βραζιλία, λεηλατημένη προ πολλού από το ΔΝΤ, είναι πλέον ένας από τους ακριβότερους χώρους εγκατάστασης επιχειρήσεων, ενώ απειλείται με επιβράδυνση της ανάπτυξης της – λόγω της Κίνας, η οποία είναι ο σημαντικότερος πελάτης της όσον αφορά τις πρώτες ύλες και τη σόγια. Στην Αργεντινή επανέρχονται τα προβλήματα, ειδικά μετά την επιβολή φόρου 15% στις εξαγωγές, καθώς επίσης την προσπάθεια εθνικοποίησης των ενεργειακών επιχειρήσεων. Η Τουρκία είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και του διαμελισμού της – ενώ απειλείται με τεράστιες εσωτερικές αναταραχές και εξεγέρσεις.
Ο τομέας των πρώτων υλών της Ν. Αφρικής υποφέρει επίσης, λόγω της παγκόσμιας μείωσης της ανάπτυξης. Το νόμισμα της Ινδίας ευρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, ένεκα του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους της, σε συνδυασμό με την πτώση του κλάδου των υπηρεσιών – ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης της Κίνας επιβραδύνεται ανησυχητικά.
Το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας έχει ξεπεράσει το 230% του ΑΕΠ της, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να υποτιμηθεί ξανά από τις εταιρείες αξιολόγησης – με τη Ρωσία, η οποία εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από την εξαγωγή ενέργειας, να ανησυχεί σε μεγάλο βαθμό για το μέλλον της.
Ίσως λοιπόν η Ελλάδα, η οποία δυστυχώς βρέθηκε πρώτη στο μάτι του κυκλώνα, να είναι τυχερή, μέσα στην ατυχία της. Αρκεί φυσικά να αναγνωρίσει τα λάθη της, να ανακτήσει την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση της, να αναπληρώσει όλα όσα δεν έκανε στο παρελθόν και να αντιμετωπίσει με θάρρος τη νέα πρόκληση – ατενίζοντας με πίστη και με αισιοδοξία το μέλλον. Άλλωστε, θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία – όπως γνωρίζουμε όλοι εμείς οι Έλληνες, πολύ καλύτερα από τους άλλους λαούς”.
.
.
