Η ελληνική οικονομία στη μετά-RRF εποχή - The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ελληνική οικονομία στη μετά-RRF εποχή

.

Η ελληνική οικονομία κινείται σε ένα ιδιαίτερο μακροοικονομικό περιβάλλον – όπου η αρνητική ιδιωτική αποταμίευση συνυπάρχει με θετική ανάπτυξη και δημοσιονομικά πλεονάσματα. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η χώρα δεν στηρίζει τη μεγέθυνση σε κρατικά ελλείμματα – αλλά στην εξωτερική κεφαλαιακή «αιμοδοσία» του Ταμείου Ανάκαμψης και των ξένων επενδύσεων. Η σταδιακή ολοκλήρωση του RRF, φέρνει την οικονομία αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο σημείο καμπής – επειδή η απουσία δημοσιονομικού περιθωρίου μεταφέρει το βάρος στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Καίριοι τομείς, όπως οι κατασκευές, η τεχνολογία, η πράσινη ενέργεια και οι τράπεζες, θα αντιμετωπίσουν προβλήματα μετά το 2026 – οπότε καλούνται να προσαρμοστούν άμεσα στις νέες συνθήκες ρευστότητας. Η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής προϋποθέτει την ταχεία μετάβαση από το μοντέλο των επιδοτήσεων στις αυτόνομες επενδύσεις και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις – ενώ το μεγάλο στοίχημα για την επόμενη μέρα συμπυκνώνεται στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικότητας και στη σταδιακή αποκατάσταση της ιδιωτικής αποταμίευσης.

.

Ανάλυση

Ο γενικός κανόνας είναι πως όταν μια χώρα έχει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και θετική αποταμίευση, για να έχει θετικό ρυθμό ανάπτυξης πρέπει να έχει δημοσιονομικό έλλειμμα – εναλλακτικά, εισροή χρημάτων από το εξωτερικό για τη διεξαγωγή επενδύσεων.

Ειδικότερα, στη μακροοικονομική θεωρία, η βασική λογιστική ταυτότητα της εθνικής εισοδηματικής ισορροπίας δείχνει με ποιόν τρόπο η συνολική αποταμίευση και η επένδυση συνδέονται με τον δημόσιο και τον εξωτερικό τομέα – μέσω της σχέσης

(S–I) + (T–G) = X – M

Αναδιατάσσοντας την εξίσωση ως προς τις επενδύσεις, προκύπτει ότι

I=Sprivate + (T-G) + (M-X)

όπου Sprivate είναι η ιδιωτική αποταμίευση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, I είναι οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, (T–G) είναι το δημοσιονομικό ισοζύγιο των εσόδων μείον τις δαπάνες του δημοσίου, και (M-X) είναι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ως καθαρή εισροή εξωτερικών πόρων.

Για να πετύχει μια χώρα θετικό ρυθμό ανάπτυξης, απαιτούνται επαρκείς επενδύσεις –  δηλαδή I>0.

Το κλασικό μοντέλο των διδύμων ελλειμμάτων στις ΗΠΑ

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αρχική υπόθεση επιβεβαιώνεται πλήρως στο πλαίσιο του κλασικού μοντέλου των διδύμων ελλειμμάτων – αφού η χώρα παρουσιάζει μόνιμο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ως εισαγωγέας κεφαλαίων.

Η ιδιωτική αποταμίευση είναι μεν θετική, αλλά παραμένει χαμηλή – οπότε δεν αρκεί από μόνη της για να χρηματοδοτήσει τις τεράστιες επενδυτικές ανάγκες της οικονομίας. Ως εκ τούτου, η αμερικανική κυβέρνηση λειτουργεί σταθερά με δημοσιονομικά ελλείμματα – δηλαδή οι δαπάνες υπερβαίνουν τα έσοδα, για να τονώνει τη ζήτηση και να καλύπτει το επενδυτικό κενό.

Ο υπόλοιπος κόσμος χρηματοδοτεί αυτά τα ελλείμματα – χάρη στον ειδικό ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθετικού νομίσματος. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον, η αμερικανική κυβέρνηση προσπαθεί να επιλύσει το πρόβλημα με τους εξής δύο τρόπους:

(α) Με την επιβολή δασμών, για να εξισορροπήσει το έλλειμμα τόσο του προϋπολογισμού, όσο και του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και

(β) Με τον καταναγκασμό άλλων χωρών, όπως της ΕΕ, της Ιαπωνίας, της Ν. Κορέας κλπ. να επενδύσουν στην αμερικανική οικονομία.

Το ελληνικό παράδοξο

Στην Ελλάδα, αντίθετα, τα δεδομένα της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα –  η οποία χαρακτηρίζεται από τους τρεις βασικούς πυλώνες:

(α) Η ιδιωτική αποταμίευση είναι αρνητική, αφού τα ελληνικά νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερα από όσα κερδίζουν, αντλώντας από παλαιότερες αποταμιεύσεις ή αυξάνοντας τις υποχρεώσεις τους – με αποτέλεσμα η εγχώρια καθαρή αποταμίευση να βρίσκεται σε αρνητικό έδαφος.

(β) Το δημοσιονομικό ισοζύγιο εμφανίζει πλεόνασμα επειδή, λόγω των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων και του τεράστιου δημόσιου χρέους, το κράτος δεν παράγει ελλείμματα αλλά πρωτογενή πλεονάσματα –  αφαιρώντας έτσι ρευστότητα από το σύστημα.

(γ) Διατηρείται σταθερό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών – το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 4% και 6% του ΑΕΠ.

Εφόσον η εγχώρια αποταμίευση είναι αρνητική και το κράτος δεν παράγει ελλείμματα, η Ελλάδα δεν χρηματοδοτεί την ανάπτυξή της από εγχώριους πόρους –  αλλά οι επενδύσεις χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από εξωτερικές εισροές κεφαλαίων. Δηλαδή από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τα κονδύλια του ΕΣΠΑ, μέσω επιχορηγήσεων και φθηνών δανείων – καθώς επίσης μέσω των άμεσων ξένων επενδύσεων σε τουρισμό, ακίνητα, ενέργεια και logistics.

Οι επιπτώσεις από τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης

Η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, αποτελεί κομβικό σημείο καμπής για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας – επειδή η απόσυρση αυτών των πόρων θα προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις. Αρχικά, αναμένεται επιβράδυνση της ανάπτυξης λόγω του ότι, χωρίς την εξωτερική ένεση δισεκατομμυρίων και με την εγχώρια αποταμίευση να παραμένει αρνητική, ο ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος κινδυνεύει να υποχωρήσει.

Παράλληλα, το κράτος αντιμετωπίζει δημοσιονομικό αδιέξοδο – επειδή δεν μπορεί να καλύψει το κενό αυξάνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα, εξαιτίας των αυστηρών ευρωπαϊκών κανόνων και του δημόσιου χρέους. Αυτή η μετάβαση θα δημιουργήσει ασύμμετρες πιέσεις στους κλάδους της οικονομίας, όπου

(α) οι κατασκευές και οι υποδομές αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο κενού παραγγελιών λόγω λήξης των δημόσιων συγχρηματοδοτούμενων έργων,

(β) η τεχνολογία και η πληροφορική θα δεχθούν πίεση μετά την ολοκλήρωση των μεγάλων έργων ψηφιοποίησης του δημοσίου,

(γ) η πράσινη ενέργεια θα παρουσιάσει επιβράδυνση των επιδοτούμενων προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, και

(δ) ο τραπεζικός τομέας θα επιστρέψει σε αμιγώς εμπορικούς όρους δανεισμού χωρίς τα χαμηλότοκα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Στρατηγικές διέξοδοι και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία

Για να διατηρηθεί η ανάπτυξη χωρίς δημοσιονομικά ελλείμματα και χωρίς την υποστήριξη του Ταμείου Ανάκαμψης, η χώρα πρέπει να περάσει από το μοντέλο της ανάπτυξης μέσω επιδοτήσεων σε ένα μοντέλο που βασίζεται στις ιδιωτικές επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις. Αυτή η στρατηγική διέξοδος στηρίζεται σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται τα εξής:

(α) οι συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, για τη μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων σε έργα υποδομής – χωρίς άμεση επιβάρυνση του προϋπολογισμού,

(β) η ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς μέσω της ενίσχυσης εταιρικών ομολόγων, κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου και ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων – για τη διοχέτευση ρευστότητας στην παραγωγική οικονομία,

(γ) η θέσπιση φορολογικών κινήτρων αντί άμεσων επιδοτήσεων – όπως υπεραποσβέσεις και φοροαπαλλαγές για δαπάνες έρευνας, ανάπτυξης και επιχειρηματικών συγχωνεύσεων,

(δ) η προώθηση θεσμικών μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνουν την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, την ολοκλήρωση του κτηματολογίου και τη χωροταξική ασφάλεια για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, και

(ε) η αποκατάσταση της αποταμίευσης μέσω κινήτρων για τη στροφή των νοικοκυριών σε μακροπρόθεσμα αποταμιευτικά και συνταξιοδοτικά προϊόντα – έτσι ώστε να περάσει σταδιακά η εγχώρια αποταμίευση σε θετικό έδαφος.

Επίλογος

Συμπερασματικά, στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη με εξωτερικό έλλειμμα απαιτεί δημοσιονομικό έλλειμμα – ενώ στην Ελλάδα η ανάπτυξη επιτυγχάνεται χωρίς δημοσιονομικό έλλειμμα, επειδή η οικονομία λειτουργεί με αρνητική αποταμίευση και συντηρείται από εξωτερικές μεταβιβάσεις, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και οι άμεσες ξένες επενδύσεις.

Όταν αυτές οι μεταβιβάσεις ολοκληρωθούν, η μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας, η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και η σταδιακή αποκατάσταση της εγχώριας αποταμίευσης αποτελούν τους μοναδικούς δρόμους για να αποφευχθεί η οικονομική στασιμότητα – κάτι που όμως δεν πρόκειται να συμβεί, εάν δεν αλλάξει ριζικά το οικονομικό μας μοντέλο.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.