Συνεχίζοντας, χωρίς ανάπτυξη είναι αδύνατον ποτέ να πληρωθούν τα συσσωρευμένα την τελευταία τριακονταετία, τεράστια χρέη των δυτικών κρατών, επιχειρήσεων, τραπεζών και νοικοκυριών – όπως φαίνονται από τον Πίνακα Ι που ακολουθεί.
.
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Συνολικά χρέη 2011, δημόσια και ιδιωτικά, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.
| Χώρα |
Σύνολο |
Τράπεζες |
Επιχειρήσεις |
Νοικοκυριά |
Δημόσιο |
| Ιρλανδία |
1.166 |
689 |
245 |
123 |
109 |
| Μ. Βρετανία* |
847 |
547 |
118 |
101 |
81 |
| Ιαπωνία |
641 |
188 |
143 |
77 |
233 |
| Ισπανία |
457 |
111 |
192 |
87 |
67 |
| Γαλλία |
449 |
151 |
150 |
61 |
87 |
| Βέλγιο |
435 |
112 |
175 |
53 |
95 |
| Πορτογαλία |
422 |
61 |
149 |
106 |
106 |
| Ιταλία |
377 |
96 |
110 |
50 |
121 |
| Η.Π.Α. |
376 |
94 |
90 |
92 |
100 |
| Ελλάδα |
333 |
22 |
74 |
71 |
166 |
| Γερμανία** |
321 |
98 |
80 |
60 |
83 |
Πηγή: MM (IMF)
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
.
Σημείωση: Τα γερμανικά νοικοκυριά είναι χρεωμένα κατά μέσον όρο με 13.800 €, τα ελληνικά με 10.200 € και τα ιρλανδικά με 30.200 € (πηγή: Creditreform Γερμανίας). Πρόκειται λοιπόν για ένα τεράστιο πλεονέκτημα της Ελλάδας, το οποίο δεν μπορεί δυστυχώς να χειριστεί σωστά η κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνει πόσο ικανοί είναι οι Έλληνες, μοναδικό πρόβλημα των οποίων είναι η διεφθαρμένη, ανίκανη και ανεπαρκής Πολιτική τους.
Από την άλλη πλευρά, η επίλυση του προβλήματος αποκλειστικά και μόνο με τη βοήθεια του πληθωρισμού (μεγάλη αύξηση της ποσότητας χρήματος), έτσι όπως επιχειρείται σήμερα, κυρίως από την Ευρώπη (ΕΚΤ), τις Η.Π.Α. (Fed), τη Μ. Βρετανία (BoE) και την Ιαπωνία (BoJ), αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη – αφού είναι εύκολο να χαθεί ο έλεγχος του, με οδυνηρά αποτελέσματα εάν τυχόν «μεταλλαχθεί» σε υπερπληθωρισμό.
Πόσο μάλλον εάν οδηγήσει σε συναλλαγματικούς πολέμους και σε εκείνον τον προστατευτισμό (επιβολή δασμών κοκ.), ο οποίος μας καταδίκασε στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο – ενδεχομένως δε σε επιθέσεις εναντίον του δολαρίου ή/και του ευρώ, τις οποίες θα μπορούσε να «ενορχηστρώσει» εύκολα μία χώρα με μεγάλα ενεργειακά αποθέματα, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, συνδέοντας απλά το νόμισμα της με το χρυσό. (πολλοί θα τοποθετούσαν αμέσως τα χρήματα τους σε ένα νόμισμα με αντίκρισμα, αντί σε χαρτονομίσματα χωρίς ουσιαστική αξία). Επομένως, πρέπει να ευρεθεί όσο το δυνατόν συντομότερα μία άλλη λύση – με τη βοήθεια φυσικά των εμπειριών μας από το παρελθόν.
.
ΜΕΡΙΚΗ ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ Η ΠΑΓΩΜΑ ΧΡΕΩΝ
Με βάση την παραπάνω ανάλυση, αλλά και την Ιστορία, η λύση που φαίνεται περισσότερο αποτελεσματική αλλά και λιγότερο επικίνδυνη είναι η, με κάποιον τρόπο, διαγραφή των υπερβολικών χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, σε όλη την έκταση της Δύσης – σε συνδυασμό με έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, καθώς επίσης με την καταπολέμηση τόσο των ευρωπαϊκών, όσο και των παγκόσμιων ασυμμετριών, όπως τις έχουμε αναλύσει σε προηγούμενα κείμενα μας.
Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη υπενθυμίζουμε ότι (άρθρο μας), θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ειδικό «ευρωπαϊκό κεφάλαιο αποπληρωμής χρεών» («bad bank» ουσιαστικά), στο οποίο να «οδηγηθούν» εκείνα τα χρέη των χωρών της ΕΕ που υπερβαίνουν το 60% του ΑΕΠ τους – έτσι ώστε να παγώσουν και να αποπληρωθούν σταδιακά, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν ή/και το επιβάλλουν, για να μην προκληθεί υπερπληθωρισμός (κάτι ανάλογο θα μπορούσε να δρομολογηθεί και για τα ιδιωτικά χρέη).
Παράλληλα, η πολιτική λιτότητας οφείλει να διατηρηθεί μεν, αλλά τα χρόνια προσαρμογής πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα –έτσι ώστε να αποφευχθεί η ύφεση και τα τεράστια προβλήματα που προκαλεί, όπως διαπιστώθηκε κυρίως στην περίπτωση της Ελλάδας (ανεργία, χρεοκοπίες, κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου, φτώχεια, εγκληματικότητα, κοινωνικές εξεγέρσεις, εθνικές αντιπαλότητες κοκ.).
Φυσικά πρέπει να συνοδευθεί με μέτρα ανάπτυξης όλων των χωρών της ΕΕ, αφού διαφορετικά είναι αδύνατη η μακροπρόθεσμη επίλυση της κρίσης χρέους – ενώ ο «επιτρεπόμενος» πληθωρισμός οφείλει να αναπροσαρμοσθεί στο 4%, από το 2% σήμερα. Εάν στην περίπτωση αυτή η ισοτιμία ευρώ δολαρίου περιοριζόταν στο 1:1, θα ήταν θετικό τόσο για την Ευρώπη, όσο και για τις Η.Π.Α. – λιγότερο φυσικά για την Κίνα, αφού τα προϊόντα της θα γινόταν αυτόματα λιγότερο ανταγωνιστικά για τη Δύση.
Στη συνέχεια πρέπει να δρομολογηθεί ένα νέο δημοσιονομικό σύμφωνο σταθερότητας, το οποίο όμως να απαγορεύει τις ασυμμετρίες στα εξωτερικά ισοζύγια συναλλαγών των χωρών-μελών της Ευρωζώνης – με τα οποία κάποιες χώρες (Γερμανία, Ολλανδία κλπ.), αναπτύσσονται εις βάρος των υπολοίπων.
Τέλος, το ESM θα ήταν σωστό να εξελιχθεί σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, το οποίο να λειτουργεί όπως το ΔΝΤ από την ίδρυση του μέχρι τη δεκαετία του 1970 – με κύριο στόχο την συμμετρική ανάπτυξη των χωρών της ΕΕ. Πόσο μάλλον αφού,η μη ισορροπημένη εξέλιξη των κρατών, καθιστά αδύνατη την εφαρμογή μίας κοινής νομισματικής πολιτικής – για παράδειγμα, στη Γερμανία απαιτούνται υψηλά επιτόκια, ενώ στην Ιταλία χαμηλά. Το ταμείο αυτό θα έπρεπε βέβαια να συνοδευθεί από την ίδρυση ευρωπαϊκών εταιρειών αξιολόγησης, έτσι ώστε να πάψει να υφίσταται το μονοπώλιο των τριών αδελφών(Fitch, S&P, Moody’s).
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Έχουμε την άποψη ότι, η δημιουργία της Ευρωζώνης, αν και προς τη σωστή κατεύθυνση (καμία χώρα της ΕΕ δεν μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα, εάν δεν ανήκει σε μία ισχυρή ένωση κρατών), ήταν αφενός μεν πολύ βιαστική, αφετέρου λανθασμένη – αφού έπρεπε να προηγηθεί η πολιτική, η δημοσιονομική και η τραπεζική ένωση ανεξάρτητων μεταξύ τους, ισότιμων εθνών. Δυστυχώς δε κινδυνεύει να διαλυθεί κάθε στιγμή – επειδή στηρίζεται σε πολύ «σαθρά» θεμέλια, ενώ απειλείται σοβαρά από την απίστευτα αλαζονική, ηγεμονική, πλήρως υποταγμένη στις αγορές «πρωσική» κυβέρνηση της Γερμανίας.
Στα πλαίσια αυτά έχουμε την άποψη ότι, για να αντιμετωπισθούν οι μεγάλες ελλείψεις της οικονομίας της Ελλάδας, θα πρέπει να δραστηριοποιηθούμε «ατομικά και από κοινού». Οφείλουμε δηλαδή από τη μία πλευρά να βρούμε ρεαλιστικές λύσεις για τη δική μας χώρα, χωρίς να περιμένουμε βοήθεια από κανέναν, ενώ από την άλλη πλευρά να συνεργασθούμε με όλους τους υπόλοιπους – έτσι ώστε να επιλυθούν, κατά το δυνατόν ορθολογικά και δίκαια, τόσο τα ενδοευρωπαϊκά, όσο και τα παγκόσμια προβλήματα.
Πρώτη προτεραιότητα μας πρέπει να είναι η εξασφάλιση της επιβίωσης της πατρίδας μας, χωρίς να είναι απαραίτητο το κοινό νόμισμα – στο οποίο είμαστε σήμερα απόλυτα εγκλωβισμένοι. Άλλωστε, όπως συμβαίνει και σε κάθε ανθρώπινη σχέση, η επιτυχία της συμβίωσης εξαρτάται από το βαθμό ανεξαρτησίας των συμμετεχόντων – γεγονός που σημαίνει ότι, εάν δεν λειτουργήσει σωστά η οικονομία μας (το βασικότερο πρόβλημα της οποίας είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης των Πολιτών προς την Πολιτεία), δεν πρόκειται να υπάρξει ούτε «ατομικό», ούτε κοινό ευρωπαϊκό μέλλον.
Απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η λειτουργία του Κράτους Δικαίου, η πολιτική σταθερότητα, καθώς επίσης η «εκπόνηση» ενός κρατικού ισολογισμού, συμπεριλαμβανομένων φυσικά των γερμανικών επανορθώσεων στο ενεργητικό του – έτσι ώστε να γνωρίζουμε κάθε στιγμή την καθαρή μας θέση και όχι μόνο τα χρέη μας, προερχόμενα κυρίως από την κακοδιαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της πατρίδας μας, εκ μέρους των κυβερνήσεων της.
Σε κάθε περίπτωση, χωρίς να υποτιμούμε καθόλου τα πολιτικά, τα κοινωνικά, καθώς επίσης τα πολιτισμικά προβλήματα, μόνο η «οικονομική ευρωστία» ενός κράτους εγγυάται τα σύνορα και την ελευθερία του – την εθνική του κυριαρχία δηλαδή. Πόσο μάλλον όταν η ευαίσθητη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας, μεγάλο προνόμιο αν και ταυτόχρονα πηγή πολλών «δεινών» της, καθιστά υποχρεωτική τόσο την κοινωνική συνοχή, όσο και την οικονομική ισχύ της – ειδικά σε μία «ταραγμένη» εποχή, όπως η σημερινή, με δεδομένη τη γεωστρατηγική σημασία της πάμπλουτης από κάθε πλευρά πατρίδας μας.
Περαιτέρω, εάν απλά επιλέγαμε το «διαζύγιο» με την Ευρωζώνη, εξασφαλίζοντας ίσως μία πολύ καλή διατροφή και ζητωκραυγάζοντας για την «επιστροφή της υπερήφανης Ελλάδας στις ρίζες της», τότε θα είχαμε αποτύχει «οικτρά» – σπαταλώντας ανεύθυνα τις θυσίες και τους αγώνες μίας ολόκληρης γενιάς, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί «συλλογικά διεφθαρμένη ή/και ανίκανη» (όσο και αν κάτι τέτοιο επιχειρείται δυστυχώς, μεταξύ άλλων από όλους αυτούς οι οποίοι σχεδιάζουν μεθοδικά, ερήμην των Πολιτών, την κατάλυση του κοινωνικού Κράτους Δικαίου, μέσα από τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας).
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως θεωρούμε ότι, η Ελλάδα ανήκει στη Δύση – όπως δεν ανήκει στην Ανατολή ή όπου αλλού, αλλά στον εαυτό της, στην Ιστορία της και στους Πολίτες της. Οφείλει όμως να συμμετέχει σε μία αλληλέγγυα οικονομική ζώνη, η οποία να της εξασφαλίζει μεγαλύτερη ισχύ, απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη – όπως για παράδειγμα απέναντι στην Κίνα, στη Ρωσία και στις Η.Π.Α.
Ολοκληρώνοντας, είμαστε απολύτως σίγουροι ότι θα τα καταφέρουμε τόσο εμείς οι Έλληνες, όσο η Ευρωζώνη (με ή χωρίς τη Γερμανία) και η υπόλοιπη Δύση (εννούμε πάντοτε τους πολίτες), να ξεφύγουμε ειρηνικά από την ύπουλη παγίδα του χρέους, των διεθνών τοκογλύφων και της ύφεσης – αντιμετωπίζοντας ορθολογικά τα διάφορα προβλήματα που έχουν προκύψει.Ευχόμαστε λοιπόν Καλή Χρονιά, με αισιοδοξία, υγεία και ευτυχία σε όλους – τονίζοντας ξανά την ανάγκη αλληλεγγύης σε όσους υποφέρουν περισσότερο από τα δεινά της κρίσης.
ΥΓ: Με τις όποιες αναφορές μας στους «Έλληνες» και στην «πατρίδα», δεν εννοούμε την φυλετική ή/και την «εθνικιστική» στάση εκείνη, η οποία τοποθετεί ένα έθνος υπεράνω της ανθρωπότητας, των αρχών της αλήθειας, της ισότητας και της δικαιοσύνης – αλλά το «φλογερό» ενδιαφέρον που νοιώθει κανείς για τους συμπατριώτες και τη χώρα του, το οποίο έχει σχέση τόσο με την πνευματική, όσο και με την υλική τους ευημερία (σε καμία περίπτωση όμως εις βάρος άλλων ατόμων ή κρατών).
Όσον αφορά τώρα την υγιή κοινωνία που οφείλουμε να οικοδομήσουμε, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των Πολιτών προς την Πολιτεία, υπενθυμίζουμε πως “Μόνο μία τέτοια κοινωνία αναπτύσσει την ικανότητα του ατόμου να σέβεται τους συνανθρώπους του, να εργάζεται δημιουργικά, να παράγει, να μην υπερχρεώνεται, να εξελίσσει τη λογική και την αντικειμενικότητα του, καθώς επίσης να έχει εκείνη την αίσθηση του εγώ, η οποία βασίζεται στην εμπειρία των δικών του παραγωγικών δυνάμεων. Αντίθετα, η μη υγιής κοινωνία είναι εκείνη που δημιουργεί αξιωματικά την αμοιβαία εχθρότητα και τη δυσπιστία, η οποία «μεταλλάσσει» τον άνθρωπο σε όργανο χρήσης και εκμετάλλευσης των άλλων – κυρίως δε των ξένων και των εισβολέων”.
.
