ΟΙ ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΕΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΟΙ ΔΙΕΛΚΥΣΤΙΝΔΕΣ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ

Ο ΥΠΕΡΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ  

Το αντίθετο ακριβώς από αυτό που συμβαίνει στις Η.Π.Α. επιδιώκει, μεταξύ άλλων, η Γερμανία, έχοντας βιώσει έναν τρομακτικό υπερπληθωρισμό στο παρελθόν (1923), με εξαιρετικά οδυνηρά επακόλουθα – αφού μέρα με την ημέρα το τότε γερμανικό μάρκο έχανε ραγδαία την αξία του. Στο τέλος, για την αγορά ενός δολαρίου έπρεπε να διατεθούν περισσότερα από 4 τρις μάρκα – με αποτέλεσμα οι μηχανές εκτύπωσης χρημάτων να μην προλαβαίνουν τη ζήτηση χαρτονομισμάτων, τυπώνοντας μόνο τη μία τους πλευρά.

Εκείνη την εποχή, επειδή η γερμανική κυβέρνηση δεν έβρισκε αγοραστή για τα ομόλογα του δημοσίου, υποχρέωσε την κεντρική της τράπεζα να τα αγοράζει, προμηθεύοντας το κράτος με «φρέσκα χρήματα». Κατ’ επακόλουθο, η ποσότητα χρήματος αυξήθηκε σε μεγάλο βαθμό, θέτοντας σε κίνηση τον ανοδικό σπειροειδή κύκλο «μισθών-τιμών» – ο οποίος κατάληξε στην πλήρη καταστροφή της οικονομίας της.

Με στόχο τη διερεύνηση του υπερπληθωρισμού, δύο οικονομολόγοι του Πανεπιστημίου της Βαλτιμόρης δημιούργησαν έναν λεπτομερή κατάλογο, από τον οποίο τεκμηριώνεται ότι, ο υπερπληθωρισμός δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο – αφού ανέδειξαν 56 διαφορετικές εμφανίσεις του, από τις Φιλιππίνες το 1944 (μηνιαία αύξηση των τιμών της τάξης του 60%), έως την Ουγγαρία το 1946 (διπλασιασμός των τιμών ανά 15 ώρες!).

Ο πρώτος ιστορικά τεκμηριωμένος υπερπληθωρισμός εμφανίσθηκε στη Γαλλία το 1795 – όπου, μέσα σε ένα μήνα, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 304%. Στη δεκαετία του 1980 και εντεύθεν πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής επλήγησαν από το ίδιο φαινόμενο, με αποτέλεσμα την εμπλοκή του ΔΝΤ – από το οποίο υπέφεραν τα πάνδεινα. Το ίδιο συνέβη και σε αρκετές χώρες της Αφρικής, καθώς επίσης στην Κίνα πριν από 55 περίπου χρόνια – η οποία αντιμετώπισε ποσοστά αύξησης των τιμών της τάξης του 5.000% μηνιαία!

Σήμερα κάτι ανάλογο συμβαίνει στη Β. Κορέα, αν και οι πληροφορίες από εκεί, λόγω του καθεστώτος της, το οποίο κατηγορείται για κακοδιαχείριση των δημοσίων οικονομικών, δεν έρχονται στην επιφάνεια – επίσης στο Ιράν, όπου ο υπερπληθωρισμός υπολογίζεται στο 70% μηνιαία, κυρίως λόγω του εμπάργκο που του έχει επιβληθεί από πολλές χώρες.

Από τις 56 περιπτώσεις υπερπληθωρισμού που ερευνήθηκαν, οι 43 έχει αποδειχθεί πως οφειλόταν σε μεγάλες «πολιτικές ανακατατάξεις» – όπως συνέβη με το τέλος των παγκοσμίων πολέμων. Για παράδειγμα η Γερμανία, μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές επανορθώσεις στις νικήτριες συμμαχικές δυνάμεις – ενώ παράλληλα η κυβέρνηση της επιθυμούσε να καθησυχάσει τους εργαζομένους της χώρας, οι οποίοι είχαν επαναστατικές διαθέσεις.

Επειδή όμως τα φορολογικά έσοδα δεν αρκούσαν για την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων της, ενώ η πιστοληπτική ικανότητα της δεν της επέτρεπε να δανεισθεί με βιώσιμα επιτόκια, η κυβέρνηση αναμίχθηκε στη νομισματική πολιτική – αναγκάζοντας την κεντρική τράπεζα να εκτυπώσει μεγάλες ποσότητες νέων χρημάτων (όπως ουσιαστικά συμβαίνει σήμερα, όσον αφορά τα δημόσια έσοδα, στις Η.Π.Α. ή θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα, εάν επέστρεφε τη δραχμή). Είκοσι χρόνια αργότερα η ιστορία επαναλήφθηκε, με τον υπερπληθωρισμό να καταστρέφει τις οικονομίες της Ουγγαρίας, της Ταιβάν, της Κίνας, της Ελλάδας και της Ιαπωνίας.

Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, επανήλθε ο υπερπληθωρισμός στις πρώην δορυφορικές χώρες της Ρωσίας – όπως στην Ουκρανία, στη Γεωργία και στη Λευκορωσία, οι οικονομολόγοι των οποίων δεν κατάφεραν δυστυχώς να σταθεροποιήσουν τις τιμές, κατά τη μετάβαση από την κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία στον καπιταλισμό. Το ίδιο συνέβη και στη Ρωσία, η οποία ήλθε αντιμέτωπη με αυξήσεις των τιμών της τάξης του 245% μηνιαία.

Ολοκληρώνοντας, το συμπέρασμα των ερευνητών ήταν το ότι, ο υπερπληθωρισμός είναι μία πολύ βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία όμως προέρχεται από «εξτρεμιστικές» πολιτικές συγκυρίες – όπως ο πόλεμος ή η μετάβαση από ένα καθεστώς κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας, σε μία οικονομία της ελεύθερης αγοράς. Μέχρι στιγμής δε, σε περιόδους ειρήνης ή/και μη κατάρρευσης ενός κράτους (χρεοκοπία κλπ.), καμία κεντρική τράπεζα δεν προκάλεσε υπερπληθωρισμό.

Επομένως, οι φόβοι εμφάνισης υπερπληθωρισμού στην Ευρώπη ή στις Η.Π.Α. είναι, πάντοτε κατά τους ερευνητές, υπερβολικοί – πόσο μάλλον όταν τα νέα χρήματα που εκτυπώνονται και στις δύο περιοχές, δεν έχουν βρει μέχρι σήμερα το δρόμο τους προς τη πραγματική οικονομία.

.

Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ  

Η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών από την πολιτική, θεωρείται απολύτως απαραίτητη για την εξασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας – γεγονός που έχει τεκμηριωθεί σε πολλές περιπτώσεις από την ιστορία. Στα πλαίσια αυτά και σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., η ΕΚΤ δεν επιτρέπεται να αγοράζει απ’ ευθείας ομόλογα των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, αλλά μόνο να δανείζει τις εμπορικές τράπεζες με το βασικό επιτόκιο – οι οποίες μπορούν να επενδύουν σε ομόλογα του δημοσίου, χρεώνοντας επιτόκια ανάλογα με το ρίσκο που αναλαμβάνουν (πιστοληπτική αξιολόγηση των κρατών).

Κατά την άποψη μας, η συγκεκριμένη λειτουργία της ΕΚΤ δημιούργησε το τεράστιο τραπεζικό πρόβλημα της Ευρωζώνης– την υπερδιόγκωση του χρηματοπιστωτικού της κλάδου, η οποία (σύνολο ισολογισμών) πλησιάζει τα 30 τρις €, έναντι 17 δις $ περίπου των Η.Π.Α. Όπως φαίνεται, όλες οι ενέργειες συνοδεύονται με παρενέργειες, οι οποίες δεν επιτρέπουν σωστές προβλέψεις ή αλάνθαστο προγραμματισμό στους οικονομολόγους και στους πολιτικούς.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της παρούσας κρίσης υπερχρέωσης και δανεισμού της Ευρώπης, η ΕΚΤ αποφάσισε πρόσφατα να επέμβει στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ενισχύοντας κυρίως τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Ισπανίας – γεγονός που δημιούργησε πλέον μεγάλες αμφιβολίες διεθνώς, όσον αφορά την ανεξαρτησία της από την Πολιτική. Κατά την ίδια, η επέμβαση της οφείλεται στην αδυναμία της πολιτικής να βρει λύσεις στο πρόβλημα της υπερβολικής αύξησης των επιτοκίων δανεισμού των χωρών του Νότου – με βάση τα οποία, η εξυπηρέτηση των χρεών τους δεν είναι δυνατή, οπότε το δημόσιο χρέος τους παύει να είναι βιώσιμο.

Επίσης, στην απροθυμία των εμπορικών τραπεζών να δανεισθούν μεταξύ τους (γνωρίζοντας προφανώς το μεγάλο τραπεζικό πρόβλημα της ΕΕ), να δανείσουν τις επιχειρήσεις της πραγματικής οικονομίας (ενδεχομένως λόγω του αποπληθωρισμού και της ύφεσης που προβλέπουν, στα πλαίσια της πολιτικής λιτότητας που απαιτεί η Γερμανία), καθώς επίσης να αγοράσουν ομόλογα του δημοσίου (πιθανότατα επειδή δεν θεωρούν καθόλου απίθανη τη χρεοκοπία κάποιων κρατών).

Στα πλαίσια αυτά, τέλη Σεπτέμβρη του 2012 οι καταθέσεις των δώδεκα μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών της ΕΕ στις κεντρικές τράπεζες έφτασαν στα 1,43 τρις $ (1,12 τρις €) – μία αύξηση της τάξης του 84% από το 2010, παρά το ότι οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες της ΕΕ δεν πληρώνουν πάνω από 1% επιτόκιο για τις συγκεκριμένες καταθέσεις. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί είναι αποκαλυπτικός:

.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Εξέλιξη των καθαρών καταθέσεων των δώδεκα μεγαλύτερων εμπορικών τραπεζών στις κεντρικές, σε δις $

Τράπεζα

30.09.2012

31.12.2010

Deutsche Bank

206,1

92,2

Barclays

165,2

155,6

BNP Paribas

160,3

42,7

HSBC

138,6

57,4

Lloyds

129,9

60,8

RBS

127,7

90,9

Santander

122,1

98,9

Societe Generale

103,3

17,9

UBS

93,3

28,4

Credit Suisse

91,8

69,1

Credit Agricole

55,3

37,3

BBVA

35,9

25,4

Σύνολα

1.429,4

776,6

Πηγή: WSJ

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

.

Από τον Πίνακα Ι διαπιστώνει κανείς, μεταξύ άλλων ότι, οι πλέον «φοβισμένες» τράπεζες είναι οι δύο γαλλικές και η μία γερμανική. Το γεγονός αυτό μπορεί να μας οδηγήσει σε πολλά και διάφορα συμπεράσματα, σχετικά με τις προβλέψεις τους – οι οποίες αφορούν τόσο τις χώρες τους, όσο και την Ευρωζώνη στο σύνολο της (το μέλλον του ευρώ).

Ολοκληρώνοντας εμείς τουλάχιστον θεωρούμε ότι, η «παρεμβατική» λειτουργία της Fed οδήγησε στην αύξηση των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους της υπερδύναμης – κάτι που δεν θα είχε συμβεί, εάν είχε αποφευχθεί ο υπερδανεισμός ή/και η διάσωση των υπερχρεωμένων τραπεζών, παράλληλα με την «εκλογίκευση» του άκρως νεοφιλελεύθερου φορολογικού συστήματος. Κάτι ανάλογο υποθέτουμε ότι θα προκληθεί και στην Ευρωζώνη – αφού η «υποχρεωτική» διάσωση των τραπεζών από τα κράτη, οδηγεί επίσης στην αύξηση των ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους τους.

Επομένως, οι Η.Π.Α. απλά προηγούνται στη συγκεκριμένη «διαδικασία», ενώ η ΕΕ ακολουθεί – έχοντας όμως να αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερα προβλήματα, τα οποία είναι μάλλον δύσκολο να επιλυθούν, εάν δεν ακολουθήσει άμεσα η τραπεζική ένωση της Ευρωζώνης, η δημοσιονομική (αμοιβαιοποίηση του χρέους) και η πολιτική. Επειδή δε κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται, ειδικά λόγω των υπόγειων επιδιώξεων της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης της ΕΚΤ (άρθρο μας), υπάρχουν δύο κυρίως εναλλακτικές δυνατότητες:

(α)  Η επιστροφή στην αφετηρία – η ελεγχόμενη διάλυση δηλαδή της Ευρωζώνης και η «επαναφορά» της στην εποχή πριν την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος (ευέλικτη σύνδεση των εθνικών νομισμάτων με το Ecu), καθώς επίσης

(β)  Η έξοδος της Γερμανίας από το Ευρώ, όπου όλες οι υπόλοιπες χώρες θα παραμείνουν στην Ευρωζώνη, εφαρμόζοντας ένα μίγμα ήπιας πολιτικής λιτότητας και μεθοδικής ανάπτυξης – παράλληλα με την απαγόρευση των πλεονασμάτων στα ισοζύγια εξωτερικών συναλλαγών μεταξύ των μελών της, με τη ελεγχόμενη υποτίμηση του ευρώ, με τη διευκόλυνση της χρεοκοπίας των προβληματικών τραπεζών, με την ενίσχυση του πληθωρισμού για την καταπολέμηση της υπερχρέωσης, με την προσεκτική υιοθέτηση των ευρωομολόγων κλπ.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.
Don`t copy text!