ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το ανώτατο όριο του 90% χρέους ως προς το ΑΕΠ ισχύει για φυσιολογικές εποχές, με φυσιολογικά επιτόκια και με φυσιολογικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στη σημερινή εποχή, το 90% δεν είναι επικίνδυνα υψηλό για κράτη με αυτόνομη νομισματική πολιτική, όπως οι Η.Π.Α. και η Ιαπωνία – αλλά πολύ υψηλό για χώρες που ανήκουν σε μία νομισματική ένωση, μη έχοντας τη δυνατότητα να περιορίσουν το επιτόκιο δανεισμού τους, όπως συμβαίνει στην Ευρωζώνη.
Η έξοδος δε ενός κράτους από την Ευρωζώνη, όπως ενδεχομένως της Ελλάδας, με την επιστροφή της στη δραχμή, είναι τότε μόνο βιώσιμη, όταν το επιτόκιο δανεισμού της είναι χαμηλότερο από το ρυθμό της ονομαστικής της ανάπτυξης – γεγονός που συνήθως εξασφαλίζεται με τη βοήθεια του υπερπληθωρισμού (μέθοδος του ΔΝΤ), ο οποίος όμως έχει καταστροφικές συνέπειες για τις ασθενέστερες κυρίως εισοδηματικές τάξεις.
Βέβαια, η παραμονή του ιδιωτικού (τράπεζες, επιχειρήσεις) και δημοσίου χρέους σε ευρώ, η οποία εξασφαλίσθηκε για τους δανειστές από την εγκληματική διαγραφή χρέους (άρθρο μας), καθιστά εντελώς αδύνατη την επιβίωση της Ελλάδας, μετά από τυχόν επιστροφή της στο εθνικό νόμισμα – εκτός εάν διαγραφούν όλα της τα χρέη, της επιτραπεί η μετατροπή τους σε δραχμές ή επιλεχθεί ένας συνδυασμός και των δύο.
.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Ο μόνος λόγος που συνεχίζει να επιβιώνει η Γερμανία εντός της ένωσης, έχοντας ελάχιστα προβλήματα παρά το σχετικά «οριακό» δημόσιο χρέος της (85% του ΑΕΠ), είναι το χαμηλό επιτόκιο δανεισμού της (απόδοση ομολόγων του δημοσίου), σε συνδυασμό με τον μεγαλύτερο του επιτοκίου ρυθμό ανάπτυξης της – παράγοντες που οφείλονται όμως κυρίως στη συνδρομή των υπολοίπων «εταίρων» της, καθώς επίσης στην ίδια την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.
Εν τούτοις, σύμφωνα με μία πρόσφατη ανάλυση, τα ομόλογα του γερμανικού δημοσίου δεν θα διατηρήσουν για πολύ τη θέση τους, ως το «σίγουρο λιμάνι» της Ευρωζώνης – οπότε θα αυξηθούν τα επιτόκια δανεισμού της χώρας, παράλληλα με τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης της. Η αιτία είναι το ότι σύντομα οι εταίροι της Γερμανίας, όπως και οι αγορές, θα καταλάβουν πωςοι επιτυχίες της στην ΕΕ στηρίζονται αφενός μεν στη διατήρηση χαμηλών μισθών (μισθολογικό dumping), όπως φαίνεται από το διάγραμμα που ακολουθεί, αφετέρου στη μαζική προώθηση των εξαγωγών, με τη βοήθεια των τραπεζών της.
Πάντοτε κατά την ίδια μελέτη, η ευρέως διαδεδομένη άποψη, σύμφωνα με την οποία οι επιτυχίες της Γερμανίας των τελευταίων ετών έχουν καλυτερέψει σε τέτοιο βαθμό την οικονομική της κατάσταση, ώστε να μην εξαρτάται από τη συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ (οπότε να της είναι αδιάφορο το ενδεχόμενο ενός ευρωπαϊκού κραχ), είναι απολύτως εσφαλμένη.
Επειδή δε οι Γερμανοί εργαζόμενοι δεν εισέπραξαν τίποτα από τις επιτυχίες και τα πλεονάσματα των τελευταίων ετών, τα οποία οδηγήθηκαν αποκλειστικά και μόνο στις πολυεθνικές επιχειρήσεις και στις τράπεζες, η κατάσταση της Γερμανίας είναι πολύ λιγότερο σταθερή, από αυτήν που παρουσιάζεται – τόσο εκ μέρους της πολιτικής της ηγεσίας, όσο και της «διαπλεκόμενης» ευρωπαϊκής.
Απλούστερα το δήθεν γερμανικό θαύμα, όπως έχουμε και εμείς επισημάνει σε αρκετές αναλύσεις μας, δεν στηρίζεται σε μία έξυπνη αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά σε ένα ανόητο και άδικο μισθολογικό dumping, καθώς επίσης στην παροχή αδικαιολόγητα αυξημένων πιστώσεων προς τους πελάτες-εταίρους της. Ειδικότερα, όπως το πρόβλημα της Ελλάδας ήταν η υπερκατανάλωση μέσω δανεισμού, το πρόβλημα τις Γερμανίας ήταν (είναι) οι υπερεξαγωγές, μέσω πιστώσεων χαμηλής εξασφάλισης.
Περαιτέρω, με βάση τις πολυσέλιδες στατιστικές που τεκμηριώνουν απόλυτα τη μελέτη του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου, τα διάφορα προγράμματα διάσωσης που ψήφισε η καγκελάριος αφορούσαν πολύ λιγότερο τα κράτη και τις ξένες τράπεζες(όπως για παράδειγμα τις ισπανικές). Ουσιαστικά αποσκοπούσαν στο να υποχρεώσουν τους λαούς της Ευρώπης να εγγυηθούν για τις τεράστιες απαιτήσεις των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών – επίσης των πολυεθνικών επιχειρήσεων των δύο χωρών. Ακόμη και τα πακέτα δήθεν στήριξης της Ελλάδας, σχεδόν στο σύνολο τους, δεν χρησιμοποιήθηκαν στην οικονομία της, αλλά επιστράφηκαν ξανά στην Ευρώπη, για την εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων.
ΟΙ αγορές ομολόγων φαίνεται πλέον να κατανοούν τα παραπάνω – ιδιαίτερα εκείνες, οι οποίες συνήθως προηγούνται των υπολοίπων, όπως για παράδειγμα οι αγορές των CDS. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το ότι, το ύψος των ασφαλίστρων κινδύνου της Γερμανίας (CDS) έχει σχεδόν δεκαπλασιαστεί, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και παρά τις χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων – τα επιτόκια των οποίων θα έπρεπε να είναι διπλάσια των σημερινών, πάντοτε κατά το γερμανό οικονομολόγο.
Όπως και εμείς σε παλαιότερο άρθρο μας, έτσι και ο Γερμανός αποδίδει το χαμηλό ύψος των επιτοκίων δανεισμού της χώρας του στην υποψία υιοθέτησης του μάρκου εκ μέρους των επενδυτών – οπότε η αξία των ομολόγων θα αυξανόταν τουλάχιστον κατά 30%, σαν αποτέλεσμα μίας ανάλογης ανατίμησης του μάρκου.
Εν τούτοις, κατά τον ίδιο, έχουν ήδη εμφανιστεί ανησυχητικές ενδείξεις απόδρασης κεφαλαίων από την Ευρώπη – μία από τις οποίες είναι η ανακοίνωση πολλών επενδυτικών τραπεζών να σταματήσουν (κλείσουν) τις τοποθετήσεις τους, όσον αφορά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα σε ευρώ (Euro–money market funds).
Μία επόμενη πηγή ανησυχίας είναι οι μεγάλες τράπεζες της Γερμανίας, οι οποίες ευρίσκονται αντιμέτωπες με σημαντικά προβλήματα χρηματοδότησης – ειδικά η Deutsche Bank, η οποία έχει τεράστια κενά ρευστότητας, μέγεθος ίσο με το 80% του ΑΕΠ της Γερμανίας και μόχλευση 50% μεγαλύτερη από αυτήν της Lehman Brothers, τη στιγμή της χρεοκοπίας της.
Το μεγαλύτερο δε πρόβλημα των γερμανικών τραπεζών δεν είναι τα ομόλογα δημοσίου των χωρών του Νότου, τα οποία κατάφεραν να «ξεφορτώσουν» στο παρελθόν με τη βοήθεια της καγκελαρίου, αλλά τα δάνεια τους στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις αυτών των χωρών, με στόχο την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών – ειδικά στην Ιταλία και στην Ισπανία. Εάν τώρα επιβραδυνθούν οι εξαγωγές, πολλές γερμανικές επιχειρήσεις θα χρεοκοπήσουν – οπότε θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο η θέση των γερμανικών τραπεζών.
Ουσιαστικά λοιπόν πλησιάζει η τιμωρία της Γερμανίας για τη λανθασμένη πολιτική που ακολούθησε, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση αποφάσισε να διασώσει τις τράπεζες της με την παροχή εγγυήσεων ύψους 480 δις € – για τα οποία είναι δυστυχώς υπεύθυνοι οι γερμανοί πολίτες. Οι εγγυήσεις αυτές, αργά ή γρήγορα, θα πρέπει να πληρωθούν – κάτι που θα έχει ανυπολόγιστες συνέπειες για το κράτος, πόσο μάλλον σε συνδυασμό με την έκθεση της κεντρικής τράπεζας στην ΕΚΤ (πάνω από 700 δις €), την παροχή εγγυήσεων σε άλλες χώρες κοκ.
Κλείνοντας, η οικονομική κατάσταση της Γερμανίας είναι κατά πολύ χειρότερη, από αυτήν που παρουσιάζεται στους πολίτες της και στις αγορές. Εάν δε πράγματι «κλιμακωθεί» η αποχώρηση των διεθνών κεφαλαίων από την ΕΕ, η Γερμανία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της (μεταξύ άλλων «εστιών πυρκαγιάς», όπως των πολλών χρεοκοπημένων ομοσπονδιακών κρατιδίων, το γερμανικό δημόσιο πρέπει να δανεισθεί περί τα 260 δις € από τις διεθνείς αγορές για το 2012).
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, σε μία από τις πιο φτωχές περιοχές της Ισπανίας, τα μέλη ενός πολύ μικρού εργατικού συνδικάτου, επιτέθηκαν και λεηλάτησαν ένα σουπερμάρκετ – λειτουργώντας στη συνέχεια ως σύγχρονοι «Ρομπέν των δασών», αφού μοίρασαν όλα τα τρόφιμα που έκλεψαν σε φτωχούς συμπολίτες τους.
Την αμέσως επόμενη ημέρα, ανάγκασαν ένα άλλο σουπερμάρκετ να τους «δωρίσει» την ίδια ποσότητα τροφίμων, τα οποία επίσης διατέθηκαν στους φτωχούς – γεγονότα που τεκμηριώνουν το μέγεθος των προβλημάτων της Ισπανίας, η κυβέρνηση της οποίας πολλαπλασιάζει και αυξάνει συνεχώς τα μέτρα λιτότητας, τα οποία της επιβλήθηκαν από τη Γερμανία.
Είναι αλήθεια δυνατόν κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, ειδικά σε συνθήκες κρίσης, ύφεσης, εκρηκτικής ανεργίας και εξαθλίωσης των μαζών, να μην δημιουργηθούν ακραία «εθνικιστικά κινήματα», να μην προκληθούν εμφύλιοι ή/και διακρατικοί πόλεμοι, να μην αυξηθεί επικίνδυνα η εγκληματικότητα, να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η ραγδαία λαθρομετανάστευση (με πιθανό στόχο τη μείωση των μισθών των εργαζομένων σε επίπεδα Κίνας, καθώς επίσης την «εθνική διάβρωση» τους), να μην καταρρεύσουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες η μία μετά την άλλη, να μην επικρατήσει το χάος και να επιβιώσει το ευρώ;
«Πολύ δύσκολο.…μάλλον απίθανο», θα απαντούσαμε αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. «Απόλυτα αναγκαίο όμως σήμερα, περισσότερο από ποτέ», θα συμπληρώναμε την ίδια στιγμή, αναλογιζόμενοι τις επώδυνες εναλλακτικές δυνατότητες για την Ελλάδα, για την Ισπανία και για το σύνολο της ευρωπαϊκής οικογένειας. «Φυσικά σε σωστές λειτουργικές βάσεις, δημοκρατικές, ισότιμες και κοινωνικά δίκαιες, με την ταυτόχρονη κατάργηση της δικτατορίας των τραπεζών και την τιμωρία των όποιων πολιτικών συνεργών της», θα ολοκληρώναμε τη απάντηση μας.
Στα πλαίσια αυτά και παρά τα βαριά σύννεφα που καλύπτουν τον ουρανό της Ελλάδας, της Ευρώπης και της υπόλοιπης Δύσης, έχουμε την άποψη ότι τελικά θα βρεθούν οι σωστές λύσεις – οι οποίες φυσικά προϋποθέτουν τη γνώση, την «αφύπνιση» και την ενεργό συμμετοχή των Πολιτών στην οικονομική, στην πολιτική, στην κοινωνική και στην πολιτισμική «διαχείριση» των κοινοτήτων, των δήμων, των περιφερειών, των χωρών και της ηπείρου τους.
Άλλωστε, αυτό που στην πραγματικότητα απαιτείται διεθνώς δεν είναι τόσο η επανεκκίνηση της οικονομίας, όσο η επανεκκίνηση της δημοκρατίας – η οποία δυστυχώς έχει θαφτεί κάτω από τα ερείπια της παρακμής και την οικονομική γενοκτονία που προκαλεί ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός.
