ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ

ΟΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Η γνώση είναι προφανώς δύναμη, όπως γνωρίζουν καλύτερα από εμάς όλοι αυτοί που προσπαθούν συνεχώς να την εμποδίσουν –με τη βοήθεια ορισμένων διατεταγμένων ΜΜΕ, πολιτικών κομμάτων και άλλων «οργανώσεων χειραγώγησης της κοινής γνώμης». Στα πλαίσια αυτά, είναι ίσως απαραίτητο να τονίσουμε ακόμη μία φορά πως το πρόβλημα ενός κράτους δεν είναι αυτού καθαυτού το δημόσιο χρέος, όσο οι δυνατότητες ή μη της εξυπηρέτησης του – οι οποίες εξαρτώνται τόσο από τους δανειστές, όσο και από τους οφειλέτες.

Ειδικότερα, στην οικονομία δεν υπάρχει καμία γενικά αποδεκτή θεωρεία σε σχέση με το ύψος του χρέους ενός κράτους, απόλυτο ή ποσοστιαίο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί διαχειρίσιμο. Η Αργεντινή χρεοκόπησε με ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 65% του ΑΕΠ της, ενώ η Ιαπωνία δεν αντιμετωπίζει σήμερα κανένα πρόβλημα, παρά το ότι το χρέος της υπερβαίνει το 230% του ΑΕΠ της – όπως επίσης όχι οι Η.Π.Α., με χρέος άνω του 100%.

Το χρέος της  Μ. Βρετανίας, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, αντιστοιχούσε στο 250% του ΑΕΠ της, χωρίς να της συμβεί κάτι – ενώ σήμερα, αν και το δημόσιο χρέος της είναι ανάλογο με το γερμανικό (85%), το οποίο δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στη Γερμανία, η Μ. Βρετανία είναι βυθισμένη σε μία κρίση άνευ προηγουμένου (η οποία θα κορυφωθεί πιθανότατα μετά τους ολυμπιακούς αγώνες).

Όπως φαίνεται λοιπόν, η διαχειρισιμότητα του δημοσίου χρέους είναι συνάρτηση πολλών διαφορετικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι μελλοντικές προοπτικές, η σταθερότητα μίας οικονομίας, το ύψος της ανεργίας, η ανάπτυξη, η γνώμη του υπολοίπου κόσμου κλπ. – όπου ειδικά όσον αφορά τη γνώμη του υπολοίπου κόσμου, τη θετική ή αρνητική εικόνα μίας χώρας δηλαδή στο εξωτερικό, το έγκλημα της προηγούμενης κυβέρνησης είναι κάτι περισσότερο από φανερό (Τιτανικός, κατηγορίες του τότε πρωθυπουργού στη διεθνή κοινότητα για «συλλογική διαφθορά» των Ελλήνων κλπ.).

Εν τούτοις, αν και δεν υπάρχει καμία γενικής ισχύος θεωρεία, η ιστορική μελέτη παρελθόντων κρίσεων των Rogoff-Reinhart απέδειξε ότι, εάν το ύψος του χρέους μίας χώρας ξεπεράσει το 90% του ΑΕΠ της, τότε οι προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας της μειώνονται σε μεγάλο βαθμό – οπότε εισέρχεται σε έναν καθοδικό σπειροειδή κύκλο, με αρνητικά αποτελέσματα.

Το ίδιο συμπεραίνεται και από μία μελέτη της κεντρικής τράπεζας των κεντρικών τραπεζών (BIS), όπου για τον ιδιωτικό τομέα (νοικοκυριά) το όριο είναι χαμηλότερο του 90%, ενώ για τις επιχειρήσεις υψηλότερο.

Από την άλλη πλευρά βέβαια, σύμφωνα με πολλούς οικονομολόγους, η στατιστική δεν μας ενημερώνει σε σχέση με τις αιτίες, οι οποίες προκαλούν τα αποτελέσματα που αναδεικνύει η έρευνα – οπότε αναρωτιέται εύλογα κανείς, εάν τα κράτη αναπτύσσονται λιγότερο, επειδή τα χρέη τους είναι υψηλά, ή εάν ο χαμηλός ρυθμός ανάπτυξης τους αυξάνει τα χρέη τους.

Περαιτέρω, δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες της διαχειρισιμότητας του δημοσίου χρέους, είναι το επιτόκιο δανεισμού ενός κράτους, καθώς επίσης ο ρυθμός της ονομαστικής (συνυπολογιζομένου του πληθωρισμού) ανάπτυξης του – όπου από τον παρακάτω «οικονομικό τύπο» συμπεραίνεται το ποσοστό του πρωτογενούς πλεονάσματος (προ τόκων και χρεολυσίων) που οφείλει να επιτύχει μία χώρα, για να πάψει να αυξάνεται το χρέος της:

.

(Επιτόκιο – Ονομαστική Ανάπτυξη) Χ δημόσιο χρέος ως προς ΑΕΠ

____________________________________________________

 

100

 

Με βάση των παραπάνω τύπο, εάν μία χώρα δανείζεται με 4% επιτόκιο και ο ρυθμός ανάπτυξης της (ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ) είναι 2%, ενώ το χρέος της ως προς το ΑΕΠ της είναι 110%, τότε θα πρέπει να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα (4-2) Χ 110 / 100 – ήτοι 2,2% του ΑΕΠ της, για να ελέγχει το χρέος της (να μην αυξάνεται).

Στα πλαίσια αυτά, όταν μία χώρα ευρίσκεται σε ύφεση (αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης), ενώ επιβαρύνεται με οποιοδήποτε θετικό επιτόκιο, όπως συμβαίνει με την Ελλάδα, είναι εντελώς αδύνατος ο έλεγχος του χρέους της – ενώ συνήθως, όταν ο περιορισμός των δημοσίων δαπανών της έχει φτάσει στα ανώτατα όρια, χωρίς να ακολουθήσει ανάπτυξη, η χώρα οδηγείται στην απόλυτη χρεοκοπία.

Στο παράδειγμα της Ιταλίας τώρα, όπου το επιτόκιο δανεισμού της σήμερα είναι της τάξης του 6%, η ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ της 2%, ενώ το δημόσιο χρέος της 120% του ΑΕΠ της, η χώρα θα έπρεπε να επιτύχει πρωτογενή πλεονάσματα ίσα με το 4,8% του ΑΕΠ της (όπως φαίνεται από τον υπολογισμό που ακολουθεί), για να μπορέσει να σταθεροποιήσει το χρέος της στο 120% – οπότε, με δεδομένο το ρυθμό ανάπτυξης, θα έπρεπε να μεγεθυνθούν αντίστοιχα τα φορολογικά έσοδα ή να μειωθούν οι δαπάνες (οι οποίες επιλέγονται αντί της αύξησης των εσόδων, επειδή είναι ευκολότερο και πιο ρεαλιστικό να επιτευχθούν – αν και εις βάρος των αδύναμων κυρίως εισοδηματικών στρωμάτων).

.

(6-2) Χ 120

            __________   =  4,8

 

100

 

Με το ΑΕΠ της Ιταλίας όμως στα 2,2 τρις $, η μείωση των δαπανών θα έπρεπε να είναι της τάξης των 105 δις $ – ένα μάλλον ουτοπικό νούμερο οπότε, εάν δεν υπάρξει ανάπτυξη ή δεν μειωθούν δραστικά τα επιτόκια, η Ιταλία θα χρεοκοπήσει πολύ σύντομα. Οι λύσεις λοιπόν που της απομένουν είναι

(α)  είτε η χρηματοδότηση της με χαμηλά επιτόκια, μέσω της έκδοσης ευρωομολόγων από την ΕΚΤ,

(β)  είτε η έξοδος της από την Ευρωζώνη – κάτι που φυσικά θα οδηγούσε στην κατάρρευση του κοινού νομίσματος και στην ολοκληρωτική διάλυση.

Συνεχίζοντας, η Ιαπωνία μπορεί να επιβιώνει με τόσο μεγάλο δημόσιο χρέος (όπως επίσης οι Η.Π.Α.), επειδή το επιτόκιο δανεισμού της είναι σχεδόν μηδενικό, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης της ελαφρά θετικός. Όταν δε τα ονομαστικά επιτόκια δανεισμού είναι ίδια με τον ονομαστικό ρυθμό ανάπτυξης, οπότε η διαφορά τους στον παραπάνω μαθηματικό τύπο είναι μηδέν, τότε είναι θεωρητικά δυνατή η επιβίωση μίας χώρας, ανεξαρτήτως του ύψους του δημοσίου χρέους της – επειδή το μηδέν επί το οτιδήποτε μας δίνει ξανά μηδέν.

Αντίθετα η Ισπανία και οι επόμενες χώρες που θα την ακολουθήσουν, με σημαντικότερη τη Γαλλία, παρά το χαμηλό δημόσιο χρέος της σε σχέση με το ΑΕΠ (70%), είναι υποχρεωμένη να περιορίζει συνεχώς τις δαπάνες της, αφού αντιμετωπίζει ήδη αρνητική ανάπτυξη, όπως και η Ελλάδα – γεγονός που όμως επιδεινώνει την ύφεση, οδηγώντας τη χώρα στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο του διαβόλου, ο οποίος τελειώνει με εκρηκτικές χρεοκοπίες.

Από τα παραπάνω φαίνεται μεταξύ άλλων ότι, μία νομισματική ένωση χρειάζεται απαραίτητα να ολοκληρώνεται με τη δημοσιονομική ένωση – αφού, χωρίς αυτήν, οι χώρες που την συναποτελούν οδηγούνται εύκολα στη χρεοκοπία, ακόμη και αν το δημόσιο χρέος τους είναι σχετικά χαμηλό (όπως στο παράδειγμα της Ισπανίας, η οποία οφείλει λιγότερα από τη Γερμανία). Η δημοσιονομική ένωση όμως με τη σειρά της προϋποθέτει την πολιτική – κάτι μάλλον δύσκολο να συμβεί στην Ευρώπη, ειδικά όσο η Γερμανία επιμένει στην ηγεμονική της πολιτική.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading