Η ΓΑΛΛΙΑ
Κατά την άποψη μας, το πρόβλημα της Γαλλίας είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ιταλίας – όχι μόνο λόγω του απολύτου μεγέθους του, αλλά και των δομών του δημοσίου της χώρας (γραφειοκρατία κλπ.), για τις οποίες είναι απαραίτητη μία αναδιάρθρωση, σχεδόν ανάλογη με αυτήν της Ελλάδας. Δυστυχώς για τη Γαλλία, η βιομηχανία της έχει συρρικνωθεί σε μεγάλο βαθμό, οι επιχειρήσεις της είναι υπερβολικά χρεωμένες, ενώ οι τράπεζες της αρκετά εκτεθειμένες στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης.
Η Γαλλία είναι ο μεγαλύτερος πιστωτής της Ισπανίας (112 δις € – πηγή BBC, Ιούνιος 2011), η οποία είναι με τη σειρά της ο κύριος δανειστής της Πορτογαλίας (65,7 δις €) – επίσης της Ελλάδας (41,4 δις €) και της Ιταλίας, η οποία οφείλει στη Γαλλία το τεράστιο ποσόν των 309 δις €. Επομένως, είναι εγκλωβισμένη επικίνδυνα στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης, αποτελώντας το κεντρικό συγκοινωνούν δοχείο του Νότου. Τέλος, η εκτίμηση της Γερμανίας για τη Γαλλία είναι η παρακάτω:
“Η Γαλλία είναι τόσο λίγο αυτάρκης, όσο και η οποιαδήποτε άλλη βιομηχανική χώρα της Ευρώπης ή του πλανήτη. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, πρέπει να είναι ανταγωνιστική ή, καλύτερα, να γίνει ξανά. Κάτι τέτοιο μπορεί να το πετύχει, εντός της Ευρωζώνης, είτε με τη βοήθεια της εσωτερικής υποτίμησης (μειώσεις μισθών), είτε με ένα «άγριο» πρόγραμμα λιτότητας, όπως αυτό που εφαρμόζεται στην Ελλάδα.
Εάν η Γαλλία αποφασίσει να παραμείνει στην Ευρωζώνη, τότε διακινδυνεύει έναν εμφύλιο πόλεμο, μέσα από εκτεταμένες κοινωνικές αναταραχές.
Η μοναδική εναλλακτική δυνατότητα του νέου προέδρου της είναι να εγκαταλείψει αμέσως τη ζώνη του ευρώ, να υιοθετήσει ξανά το φράγκο και να το αφήσει να υποτιμηθεί όσο περισσότερο γίνεται. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί η Γαλλία να κερδίσει ξανά την εξαγωγική ισχύ της, την οποία έχει χάσει εντελώς, καθώς επίσης ο πρόεδρος της να αποφύγει τη μάχη εναντίον της αριστεράς – επίσης, την μη τήρηση των (σοσιαλιστικά υπερβολικών) προεκλογικών του υποσχέσεων” (W.Hanke).
.
ΤΟ ΔΟΜΙΚΟ (ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΟ) ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη των οικονομολόγων μεγάλης επενδυτικής τράπεζας, υπάρχει ένα όριο ταχύτητας (speedlimit) στην επιδιωκόμενη πολιτική λιτότητας και περιορισμού των ελλειμμάτων μίας χώρας. Ειδικότερα, όταν οι μειώσεις των δαπανών και οι αυξήσεις των φόρων φτάσουν σε ένα ορισμένο «ανώτατο» μέγεθος, τότε επενεργούν αρνητικά σε μία Οικονομία, δυσχεραίνοντας «αντιπαραγωγικά» τη συνολική της θέση και προοπτική.
Το όριο αυτό επιτυγχάνεται, κατά μέσον όρο, όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να περιορίσουν αμέσως τα «δομικά ελλείμματα» της χώρας τους, προ τόκων, περισσότερο από το 2% του ΑΕΠ της. Για να έχουμε μία συγκριτική εικόνα, η Ελλάδα, έχει μειώσει το «δομικό» της έλλειμμα περισσότερο από το 12% του ΑΕΠ της από το 2009 – κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ μέχρι σήμερα σε μία ανεπτυγμένη οικονομία (η Γερμανία, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του δικού της προγράμματος λιτότητας, με την ονομασία «Agenda 2010», δεν είχε υπερβεί ποτέ το 2% του ΑΕΠ της).
Πάντοτε κατά την ίδια μελέτη, τα επιτρεπόμενα «όρια ταχύτητας» μείωσης των δομικών ελλειμμάτων, διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από εποχή σε εποχή – ενώ μπορεί να είναι χαμηλότερα από το 2%, αλλά ποτέ υψηλότερα. Εάν η οικονομία ενός κράτους είναι εξαγωγική, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας ή της Ολλανδίας, τότε η ζημία που προκαλούν τα προγράμματα λιτότητας είναι μικρότερη, επειδή η μείωση της εσωτερικής κατανάλωσης αντισταθμίζεται από την αύξηση των εξαγωγών – για εκείνο το χρονικό διάστημα όμως και εφόσον η ανάπτυξη στις υπόλοιπες χώρες του εξωτερικού είναι θετική.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, στις σημερινές συνθήκες παγκόσμιας ύφεσης, καθώς επίσης μίας γενικότερης κρίσης χρέους και δανεισμού, το 2% «δομική λιτότητα», ακόμη και για ένα εξαγωγικά ισχυρό κράτος, θα ήταν αδύνατον να επιτευχθεί – πόσο μάλλον σε μία αδύναμη εξαγωγικά χώρα, όπως η Ελλάδα, η οποία οδηγείται στην κυριολεξία στο «ικρίωμα» από τη Γερμανία, ένα κράτος που γνωρίζει πολύ καλά ότι, απαιτεί το ανέφικτο από τη χώρα μας.
Περαιτέρω, εάν υπάρχουν επί πλέον σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, όπως στην περίπτωση των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, οι οποίες αποκλείουν την υποτίμηση του νομίσματος, τα «όρια ταχύτητας» μείωσης των δομικών ελλειμμάτων είναι ακόμη μικρότερα. Επίσης, όταν η εκάστοτε κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να βοηθήσει, μειώνοντας τα βασικά επιτόκια δανεισμού.
Στην περίπτωση λοιπόν της Ελλάδας, οι εξαγωγές της οποίας είναι της τάξης του 10% του ΑΕΠ, ενώ η κεντρική της τράπεζα δεν μπορεί να βοηθήσει, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι, το ΑΕΠ της έχει συρρικνωθεί σχεδόν κατά 20% από το ξεκίνημα της κρίσης – επίσης δεν αποτελεί έκπληξη το ότι, το ποσοστό του δημοσίου χρέους της, ως προς το ΑΕΠ, συνεχίζει να αυξάνεται, παρά τη τρομακτική πολιτική λιτότητας.
Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, το «δομικό» (διαρθρωτικό) έλλειμμα είναι εκείνο το έλλειμμα του τακτικού προϋπολογισμού, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται (απομονώνονται) οι επιδράσεις από τις διακυμάνσεις του ρυθμού ανάπτυξης – οι οποίες είναι εποχιακές, με αποτέλεσμα να διαφοροποιούν, μη ισορροπημένα, τα μεγέθη (φορολογικά έσοδα κλπ.). Στο παράδειγμα της Ελλάδας, το έλλειμμα λόγω της ύφεσης από τα «έκτακτα μέτρα», δεν θα έπρεπε να συνυπολογίζεται, εάν θα επιθυμούσαμε να εξετάσουμε αντικειμενικά το ποσοστό μείωσης του.
Ειδικότερα, εάν το ΑΕΠ της Ελλάδας επανερχόταν στο προηγούμενο μέγεθος του (240 δις €), τότε τα έσοδα του δημοσίου θα αυξάνονταν κατά περίπου 9 δις € – με αποτέλεσμα να εμφανίζει πρωτογενές (προ τόκων) πλεόνασμα, ενώ το έλλειμμα (20 δις €) να περιορισθεί από περίπου 9,5% του σημερινού ΑΕΠ (206 δις €), στα 4,6% του ΑΕΠ πριν από την ύφεση (αριθμοί κατά προσέγγιση).
Εάν δε η Ελλάδα δανειζόταν με το επιτόκιο που δανείζεται η Γερμανία (1,5%), τότε οι τόκοι θα μειώνονταν στα 4 δις €, από περίπου 14 δις € (στα 270 δις € σημερινό χρέος), οπότε το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα μηδενιζόταν. Ήδη η Κομισιόν έχοντας κατανοήσει το θέμα του δομικού (διαρθρωτικού) ελλείμματος, προσανατολίζεται σε έναν νέο τρόπο αποτύπωσης των μεγεθών, ο οποίος θα το συμπεριλαμβάνει.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
“Κανένας δεν μπορεί να αγνοήσει έναν αποφασισμένο λαό, αλλά όλοι μπορούν να ποδοπατήσουν έναν τρομοκρατημένο λαό”.
Από την παραπάνω ανάλυση συμπεραίνουμε ξανά ότι, η Ελλάδα χρησιμοποιείται για την κάλυψη των τεράστιων προβλημάτων της Ευρωζώνης, των ισχυρών κρατών της (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία), καθώς επίσης των Η.Π.Α. – από όπου αναμένεται να ξεσπάσει κάποια στιγμή η μητέρα των κρίσεων.
Οφείλουμε λοιπόν να κάνουμε υπομονή, να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας και να πάψουμε να επηρεαζόμαστε – περιμένοντας να δούμε εάν θα συμφωνηθεί είτε η από κοινού αντιμετώπιση της κρίσης (Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης), είτε η διάλυση της Ευρωζώνης. Φυσικά δεν πρέπει να ληφθεί κανένα απολύτως νέο μέτρο – πόσο μάλλον να μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, ή να αυξηθεί η φορολογία.
Περαιτέρω, όπως έχουμε αναφέρει αρκετές φορές, διλήμματα και συνεχιζόμενοι εκβιασμοί, από όπου και αν προέρχονται, του τύπου «δραχμή ή μνημόνιο» δεν υπάρχουν – είναι ψευδή και δεν πρέπει να δώσουμε καμία απολύτως σημασία, όταν κληθούμε να επιλέξουμε ξανά στις εκλογές. Άλλωστε, ο μοναδικός τρόπος για να καταλήξουμε οικιοθελώς στη δραχμή, δεν είναι άλλος από την πιστή εφαρμογή του μνημονίου – το οποίο επινοήθηκε ενδεχομένως με αυτόν ακριβώς το σκοπό.
Σε κάθε περίπτωση, το ΔΝΤ πρέπει να εκδιωχθεί άμεσα από την Ευρωζώνη και από την Ελλάδα, εάν δεν θέλουμε να καταστραφούν όλες οι επόμενες γενιές – εάν δεν επιθυμούμε να επιτρέψουμε τη λεηλασία της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας μας, την εξαθλίωση των συμπολιτών μας και το διεθνή εξευτελισμό της Ελλάδας.
Φυσικά, οι περισσότεροι από εμάς θέλουμε να παραμείνουμε στο ευρώ και στην Ενωμένη Ευρώπη – κάτι που κανένας δεν μπορεί να μας το απαγορεύσει, κανένας δεν μπορεί να μας αναγκάσει να κάνουμε το αντίθετο, αλλά ούτε και να το συνδέσει με «ενδοτικές παραχωρήσεις» εκ μέρους μας. Ακόμη και αν μας υποχρεώσουν να χρεοκοπήσουμε, σταματώντας τη χρηματοδότηση του δημοσίου, εμείς θα προτιμούσαμε να συμβεί εντός της Ευρωζώνης – αφού κανένας δεν μπορεί να μας επιβάλλει κάτι άλλο.
Επίσης δεν υπάρχουν διλήμματα «κυβέρνησης ή ακυβερνησίας», αφού έχουν λυθεί από το σύνταγμα μας – πόσο μάλλον όταν, για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Ελλάδα έχει μία κυβέρνηση, έστω προσωρινή, για την οποία δεν συντρέχει κανένας λόγος να ντρεπόμαστε.
Ως οφείλει, ένας γιατρός είναι στο υπουργείο υγείας, ένας στρατιωτικός στο υπουργείο άμυνας, ανιδιοτελείς επιστήμονες σε όλα σχεδόν τα υπόλοιπα – συνολικά, ένας περιορισμένος αριθμός υπουργών, ανάλογος με τον πληθυσμό, τις οικονομικές δυνατότητες και τις υποχρεώσεις της πατρίδας μας.
Παράλληλα, αν και για διαδικαστικούς λόγους (υπηρεσιακή κυβέρνηση), υπάρχει για πρώτη φορά σαφής διαχωρισμός της εκτελεστικής από τη νομοθετική εξουσία, σε σημείο που να αναρωτιέται κανείς, εάν θα ήταν αυτή η τελική λύση (σε συνδυασμό ίσως με την άμεση δημοκρατία) που θα επιθυμούσαν οι Έλληνες Πολίτες – αφού οι βουλευτές και τα κόμματα είναι αυτά ακριβώς που επιλέχθηκαν, από την πλέον ώριμη, από τη μοναδική καλύτερα «εκλογική ανατροπή» σε ολόκληρη την Ευρώπη, για την οποία είμαστε όλοι υπερήφανοι.
.
