ΣΕΝΑΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ – Σελίδα 3 – The Analyst

ΣΕΝΑΡΙΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ

69 total views, 3 views today

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Με βάση τα παραπάνω υποθετικά σενάρια είναι εμφανές ότι, εάν προετοιμασθεί κανείς για το τελευταίο, θα περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις ζημίες του. Στα πλαίσια αυτά, γνωρίζοντας ότι τα κράτη δεν χρεοκοπούν όπως οι επιχειρήσεις (δεν «κλείνουν» δηλαδή και συνεχίζουν να πληρώνουν – η στάση πληρωμών αφορά κυρίως τα ομόλογα του δημοσίου), ότι δεν πρόκειται για τη συντέλεια του κόσμου, καθώς επίσης ότι κάποια στιγμή «η τάση αντιστρέφεται», η χώρα «αναρρώνει» και αρχίζει ξανά να αναπτύσσεται, έχουμε την άποψη πως η εξασφάλιση συνθηκών επιβίωσης, για το πρώτο χρονικό διάστημα, είναι ότι καλύτερο μπορούμε να κάνουμε – τόσο όσον αφορά τις επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά.

Ειδικά όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων μας, προέχει η μείωση των δαπανών μας στις απόλυτα απαραίτητες, η εξασφάλιση του κεφαλαίου (όχι η αύξηση του), η διατήρηση των οφειλών μας, η μείωση των απαιτήσεων μας, καθώς επίσης η διασπορά του κινδύνου. Για παράδειγμα (όπως πάντα, εντελώς υποκειμενική τοποθέτηση, επιφυλασσόμενοι για την ορθότητα της),

(α)  η ενοικίαση των ακινήτων, έστω και με πολύ μειωμένα ενοίκια, έτσι ώστε να καλύπτονται τα πάγια έξοδα τους και να μην χρειαστεί να πουληθούν στις εξευτελιστικές τιμές των περιόδων χρεοκοπίας (οι οποίες, αργά ή γρήγορα, περνούν – με την ανάπτυξη να ξεκινάει πρακτικά την επόμενη ημέρα της επίσημης χρεοκοπίας, όπου οι τιμές των ακινήτων ακολουθούν συνήθως τον πληθωρισμό),

(β) η διατήρηση μετρητών και σε άλλα νομίσματα (τα οποία δεν θα μετατρεπόταν υποχρεωτικά στο εθνικό νόμισμα, εάν διαλυόταν η Ευρωζώνη ή εάν οδηγείτο μονομερώς η χώρα εκτός Ευρώ),

(γ)  η αγορά υποτιμημένων μετοχών εταιρειών με χαμηλά χρέη, σταθερή κερδοφορία και περιορισμένες απαιτήσεις προς τους πελάτες τους (όταν η οικονομία επανέρχεται, οι τιμές των υγιών εταιρειών αυξάνονται με εκρηκτικό ρυθμό – κατά το παράδειγμα της Αργεντινής),

(δ)  η διατήρηση τραπεζικών λογαριασμών σε ανθεκτικές τράπεζες του εσωτερικού ή/και του εξωτερικού (δεν υπάρχει κανένας λόγος ύπαρξης μετρητών σε θυρίδες), με κάποιες «πρόχειρες» ρεζέρβες, για την περίπτωση που οι τράπεζες θα κλείσουν μερικές ημέρες (αλλαγή νομίσματος κλπ.) ή οι καταθέσεις μας θα δεσμευθούν (με τον περιορισμό των ποσών ανάληψης για κάποιο χρονικό διάστημα, όπως συνέβη στην Αργεντινή),

(ε)  η παράταση των δανείων μας προς τις τράπεζες, σε συμφωνία φυσικά μαζί τους (ενδεχόμενη επιστροφή στο εθνικό νόμισμα θα ήταν υπέρ των οφειλετών και εις βάρος των δανειστών),

(στ)  η έντονη προσπάθεια μείωσης των απαιτήσεων μας από τους πελάτες μας, έτσι ώστε να μας χρωστούν το δυνατόν λιγότερα, καθώς επίσης η μείωση των τιμών πώλησης – με στόχο τη διατήρηση του «μετρητοίς», υγιούς τζίρου, στον οποίο οφείλουμε να προσαρμόσουμε τις δαπάνες,

(ζ)  η αξιοποίηση όλων των περιουσιακών μας στοιχείων (ιδιαίτερα των αγρών – το μέλλον ευρίσκεται στα τρόφιμα και στη γεωργία), αφού δεν πρέπει να διατηρούμε τίποτα ανεκμετάλλευτο, χωρίς έσοδα δηλαδή,

(η)  η τοποθέτηση ενός μικρού μέρους των χρημάτων μας σε μέταλλα (χρυσός, ασήμι), σε φυσική μορφή κλπ.

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διασπορά του κινδύνου, με κριτήριο όχι την κερδοφορία, αλλά την επιβίωση και τη διατήρηση των περιουσιακών μας στοιχείων, έως τη στιγμή που θα περάσει η καταιγίδα, είναι μάλλον η καλύτερη «συνταγή» – γνωρίζοντας ότι τίποτα δεν διαρκεί τόσο όσο νομίζουμε, ενώ όλα περνούν αργά ή γρήγορα.

Δυστυχώς, για τους εργαζομένους χωρίς αποταμιεύσεις ή άλλα περιουσιακά στοιχεία (πόσο μάλλον για τους ανέργους, για τους οποίους η παραμονή στη ζώνη του Ευρώ, με πολιτικές λιτότητας που θα διευρύνουν συνεχώς την ανεργία, δεν είναι ότι καλύτερο), η στρατηγική επιβίωσης είναι μία πολύ δύσκολη διαδικασία.

Πόσο μάλλον όταν η αύξηση της ανεργίας αποτελεί σκόπιμη επιλογή των «μνημονιακών πολιτικών» (αφού διευκολύνει την «υποταγή» των συνδικάτων, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και τον περιορισμό των αμοιβών), ενώ η μείωση των μισθών επιδεινώνει όχι μόνο τη θέση τους, αλλά και την οικονομική κατάσταση της χώρας – αφού δεν πρόκειται μέσω αυτών να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας, η οποία προϋποθέτει κυρίως επενδύσεις (ο δείκτης του εργατικού κόστους ανά προϊόν στην Ελλάδα είναι μόλις 1, όταν στη Γερμανία είναι 1,7 – δηλαδή, η ώρα εργασίας είναι κατά 70% ακριβότερη στη Γερμανία, χωρίς να μειώνει την ανταγωνιστικότητα της).

Η συμμετοχή των εργαζομένων στα κέρδη της επιχείρησης, η αυτοδιάθεση, η ομαδικότητα, ο μοντέρνος κεφαλαιουχικός εξοπλισμός, οι νέες μέθοδοι παραγωγής και διανομής, η σωστή χρηματοδότηση κλπ. αυξάνουν πολύ περισσότερο την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα, από το ύψος των μισθών – το οποίο οφείλει να είναι προσαρμοσμένο στο βιοτικό επίπεδο της εκάστοτε χώρας.

Κλείνοντας, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι, η μετανάστευση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα φορολογικά έσοδα του δημοσίου (αφού περιορίζεται ο αριθμός των φορολογουμένων), ενώ δυσχεραίνει τις προοπτικές της χώρας – επειδή αυτοί που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν είναι συνήθως οι νέοι, οι μορφωμένοι, οι ικανοί και οι παραγωγικοί πολίτες.

Επίσης ότι, τυχόν αύξηση της τιμής του πετρελαίου (λόγω Ιράν κλπ.), θα ήταν υπέρ της παραγωγής στην Ευρώπη – αφού θα αυξάνονταν τα μεταφορικά από τις χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού (Κίνα κλπ.), τα οποία συμμετέχουν σε μεγάλο βαθμό στην τιμή του παραγομένου προϊόντος (αν και θα ήταν αρνητικό για τη ναυτιλία).

Ήδη πολλές επιχειρήσεις, τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στη Γερμανία, παράγουν πλέον στις χώρες τους – αποσυρόμενες από την Κίνα και την υπόλοιπη Ασία. Το γεγονός αυτό θα ωφελήσει μεσοπρόθεσμα τους εργαζομένους, αφού αργά ή γρήγορα θα περιορίσει την ανεργία, ενώ θα λειτουργήσει θετικά στη διαμόρφωση των μισθών – κάτι που συνηγορεί επί πλέον, στην επιλογή μίας ψύχραιμης στρατηγικής επιβίωσης, η οποία πρέπει απαραίτητα να συμπεριλαμβάνει και την αλληλεγγύη.

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Τα πλεονεκτήματα της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωζώνη ήταν κυρίως η ασφάλεια των συνόρων, η λήψη ευρωπαϊκών προγραμμάτων χρηματοδότησης, οι επιδοτήσεις, η δυνατότητα δανεισμού με χαμηλά επιτόκια, η διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, καθώς επίσης η προστασία του νομίσματος από συναλλαγματικές επιθέσεις – οι οποίες θα είχαν σαν αποτέλεσμα τη ραγδαία υποτίμηση του. Φυσικά αρκετά από αυτά τα πλεονεκτήματα, όπως για παράδειγμα ο δανεισμός με χαμηλά επιτόκια, έχουν πλέον εκλείψει – ενώ η Πολιτική αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων.  

Περαιτέρω, το βασικότερο μειονέκτημα της συμμετοχής μας ήταν η επιδρομή των ξένων πολυεθνικών, εμπορικών κυρίως, η οποία οδήγησε πολλές μικρομεσαίες Ελληνικές επιχειρήσεις στη χρεοκοπία – με εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα τόσο για την απασχόληση, όσο και για τα έσοδα, καθώς επίσης για τις δαπάνες του δημοσίου (ανεργία).

Ειδικά όσον αφορά τα δημόσια έσοδα, η συνήθης φοροαποφυγή των πολυεθνικών (transfer pricing – μεταφορά ουσιαστικά των κερδών και μειωμένη φορολόγηση τους εκτός Ελλάδας) είχε σαν αποτέλεσμα τον περιορισμό της φορολογικής βάσης – γεγονός που οδήγησε την Ελλάδα στη συνεχή αύξηση των φορολογικών συντελεστών, καθώς επίσης σε διαρκώς νέους φόρους (με οδυνηρές συνέπειες για τις εγχώριες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά).

Δυστυχώς οι Ελληνικές εταιρείες δεν μπόρεσαν να επεκταθούν ανάλογα στην Ευρώπη, έτσι ώστε να εξισορροπηθούν οι συνθήκες – με αποτέλεσμα αφενός μεν να μειώνονται τα δημόσια έσοδα, αφετέρου να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Ταυτόχρονα, η βασισμένη στην κατανάλωση ανάπτυξη, ο εύκολος δανεισμός, τα υπερτιμημένα έργα υποδομής (από τα οποία κέρδισαν κυρίως οι ηγετικές δυνάμεις της Ευρωζώνης), οι πανάκριβοι Ολυμπιακοί αγώνες, οι τεράστιες εξοπλιστικές δαπάνες, η διαφθορά κλπ., ενέτειναν τα προβλήματα μας – για τα οποία φυσικά δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών.

Η «επιδρομή» των πολυεθνικών συνέβαλλε παράλληλα στην αποβιομηχανοποίηση της Ελλάδας, καθώς επίσης στο συνεχώς αυξανόμενο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της – αφού οι εμπορικές αυτές εταιρείες (Lidl, Carrefour, Makro, Media Markt κλπ.), εισάγουν κυρίως τα προϊόντα τους είτε από τις «μητρικές» τους χώρες, είτε από άλλες, φθηνού εργατικού δυναμικού (Κίνα κλπ.). Επομένως, οι εισαγωγές αυξάνονταν, οι Ελληνικές βιομηχανίες αδυνατούσαν να ανταγωνιστούν τις τιμές, οι εξαγωγές μειώνονταν κλπ. – οπότε ο παραγωγικός ιστός της χώρας οδηγήθηκε σταδιακά στην απόλυτη καταστροφή.