ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗΣ – Σελίδα 3 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ ΑΠΟΣΥΝΘΕΣΗΣ

Η ΕΥΡΩΖΩΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ 

Όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση και ανεξαρτήτως μεγέθους, είναι μικρές, «ανοιχτές» οικονομίες. Επομένως, ο τρόπος αντιμετώπισης των οικονομικών κρίσεων εκ μέρους τους, προϋποθέτει την εξωτερίκευση των προβλημάτων τους – την επίλυση τους δηλαδή, εις βάρος των άλλων.

Η Φιλανδία, η Σουηδία και η Δανία, οι οποίες αντιμετώπισαν στο παρελθόν κρίσεις ανάλογες με αυτήν που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, η Ιταλία κλπ., κατάφεραν να αποφύγουν την κατάρρευση, εφαρμόζοντας αυστηρά προγράμματα λιτότητας, με τη βοήθεια των οποίων αύξησαν τις εξαγωγές και μείωσαν τις εισαγωγές τους – προφανώς εις βάρος των εμπορικών εταίρων τους.

Οι χώρες όμως αυτές δεν ανήκαν σε καμία νομισματική ένωση, μπορούσαν να υποτιμήσουν το νόμισμα τους και δεν αντιμετώπισαν όλες μαζί πρόβλημα – όπως συμβαίνει σήμερα στην Ευρωζώνη, όπου η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο και σύντομα πολλές άλλες χώρες, ευρίσκονται την ίδια στιγμή αντιμέτωπες με την κρίση (γεγονός που καθιστά αδύνατη την «εξωτερίκευση» των προβλημάτων τους, αφού δεν είναι εφικτό να αυξήσουν όλες μαζί τις εξαγωγές, μειώνοντας τις εισαγωγές τους – πόσο μάλλον να επιστρέψουν στα εθνικά τους νομίσματα, «εν μέσω παγκόσμιας καταιγίδας»).

Η Γερμανία είναι επίσης μία μικρή, «ανοιχτή» οικονομία, παρά το μέγεθος της – αφού μόνο και μόνο οι εξαγωγές της αποτελούν το 40% περίπου του σημερινού ΑΕΠ της (όταν το αντίστοιχο μέγεθος των Η.Π.Α. είναι κάτω του 8%). Η σημερινή δε καλή οικονομική κατάσταση της Γερμανίας οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι, το νόμισμα της («Γερμανικό Ευρώ») έχει τη δυνατότητα να υποτιμάται, επειδή είναι συνδεδεμένο με ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών, όπως αυτό της Ευρωζώνης.

Αυτό σημαίνει ότι, η χώρα έχει τη δυνατότητα να αυξάνει εύκολα τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της, ακολουθώντας απλά ένα σύστημα εσωτερικής υποτίμησης (χαμηλή ή μηδενική αύξηση μισθών) – το οποίο όχι μόνο αυξάνει τις εξαγωγές της, αλλά περιορίζει ταυτόχρονα τις εισαγωγές της, αφού δεν ενισχύεται η εσωτερική κατανάλωση από την άνοδο των εισοδημάτων.

Επομένως, κάθε φορά που η Γερμανία αντιμετωπίζει κρίσεις, «εξωτερικεύει» τα προβλήματα της, λύνοντας τα εις βάρος των εμπορικών εταίρων της (κυρίως των Ευρωπαίων, οι οποίοι απορροφούν το 75% των εξαγωγών της). Το γερμανικό οικονομικό μοντέλο όμως λειτουργεί τόσο καλά, επειδή δεν υιοθετείται από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης – ενώ δεν βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το αμερικανικό το οποίο, όπως αναφέραμε, λειτουργεί εντελώς διαφορετικά.

Ακριβώς για το λόγο αυτό η Γερμανία δεν είχε καμία αντίρρηση, όσον αφορά τα δραστηριοποίηση του ΔΝΤ στην Ευρωζώνη –αφού εξυπηρετεί τόσο τις Η.Π.Α. (σταθεροποίηση της ισοτιμίας του δολαρίου κλπ.), όσο και την ίδια (είσπραξη των απαιτήσεων της από τα ελλειμματικά κράτη, μέσω της λεηλασίας της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας τους, έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να εξάγει σε αυτά, ζώντας εις βάρος τους).

Εν τούτοις, το ΔΝΤ δεν έχει καμία εμπειρία σε σχέση με τη διαχείριση κρίσεων ανεπτυγμένων οικονομιών – πόσο μάλλον εντός μίας νομισματικής ζώνης. Λειτουργεί λοιπόν στην κυριολεξία σαν ένας «μπράβος» των τοκογλύφων, ο οποίος ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για την είσπραξη των ανοιχτών οφειλών – καταλαμβάνοντας την εξουσία με τους διορισμένους πολιτικούς υπαλλήλους του, αδιαφορώντας για το μέλλον των κρατών και υφαρπάζοντας τον πλούτο τους, χωρίς να διστάζει να λεηλατεί τα περιουσιακά στοιχεία των Πολιτών τους.

Συνεχίζοντας, η Ευρωζώνη θα μπορούσε φυσικά να εξελιχθεί σε μία μεγάλη, κλειστή οικονομία, αντίστοιχη με αυτήν των Η.Π.Α. – εάν επιλεγόταν η πολιτική και δημοσιονομική ένωση των μελών της. Στην περίπτωση αυτή, για την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων της (κρίσεων) θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ανάλογα μέσα, με αυτά των Η.Π.Α.: η αγορά ομολόγων εκ μέρους της ΕΚΤ και ο δανεισμός των χωρών-μελών της με μηδενικά επιτόκια.

Το ενδεχόμενο όμως αυτό θα ήταν αρνητικό για τις Η.Π.Α. και το δολάριο – αφού το Ευρώ θα διεκδικούσε τη θέση ενός παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, ανταγωνιστικού του δολαρίου. Επίσης, αντιμετωπίζεται αρνητικά από τη σημερινή γερμανική κυβέρνηση, όχι μόνο λόγω των ηγεμονικών βλέψεων της (οι οποίες διευκολύνονται από την υπερχρέωση των «εταίρων» της), αλλά και επειδή δεν θα μπορούσε πλέον να επιλύσει τα προβλήματα της χώρας, «εξωτερικεύοντας» τα – εις βάρος δηλαδή των υπολοίπων εμπορικών εταίρων της.

Έτσι λοιπόν, τοποθετούνται συνεχώς εμπόδια στη δημοσιονομική ένωση – με αποτέλεσμα η Ευρωζώνη να συνεχίζει να αποτελείται από 17 περισσότερο ή λιγότερο μικρές, ανοιχτές οικονομίες, οι οποίες δεν συνιστούν σε καμία περίπτωση μία μεγάλη, «κλειστή» οικονομία, αλλά ένα εκρηκτικό μίγμα το οποίο, κατά την άποψη μας, απειλεί να καταστρέψει το χρηματοπιστωτικό σύστημα και ολόκληρο τον πλανήτη.

.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Συνολικά στην παγκόσμια οικονομία, το σύνολο των επενδύσεων είναι ίσο με το σύνολο των αποταμιεύσεων. Απλούστερα, δεν μπορούν να διενεργηθούν επενδύσεις, μεγαλύτερες από το σύνολο των αποταμιεύσεων. Δυστυχώς, επειδή στην Ευρωζώνη οι αποταμιεύσεις έχουν «αποσυρθεί» και συγκεντρωθεί στο Βορά, ο Νότος δεν έχει τη δυνατότητα να επενδύσει – οπότε, όσα προγράμματα λιτότητας και αν εφαρμόσει, δεν πρόκειται να επιλύσει τα προβλήματα του.

Χωρίς επενδύσεις δεν υπάρχει ανάπτυξη, η οποία να μπορεί να ισοσκελίσει τα μειωμένα έσοδα του δημοσίου, λόγω της λιτότητας και του περιορισμού της κατανάλωσης – επομένως, είναι αδύνατη η έξοδος από την κρίση. Για παράδειγμα, όταν κάνουμε οικονομία, καταναλώνοντας λιγότερη βενζίνη, στερούμε έσοδα από το κράτος, ανάλογα με το ύψους του φόρου που συμπεριλαμβάνεται στην τιμή. Εάν το κράτος προσπαθήσει να αντισταθμίσει τη μείωση αυτή των εσόδων του αυξάνοντας τους φόρους, τότε μειώνεται ακόμη περισσότερο η κατανάλωση της βενζίνης, τα έσοδα του κοκ. – ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος οδηγεί τελικά στην κατάρρευση, εάν δεν υπάρξουν έσοδα από νέες επενδύσεις.

Από την άλλη πλευρά τώρα, το σύνολο των εξαγωγών διεθνώς, είναι ίσο με το σύνολο των εισαγωγών – επομένως, τα πλεονάσματα είναι ίσα με τα ελλείμματα. Όταν λοιπόν μία χώρα έχει πλεονάσματα, κάποια άλλη (άλλες) έχει αντίστοιχα ελλείμματα – τα οποία χρηματοδοτούνται από τα έσοδα των πλεονασμάτων (οι πλεονασματικές χώρες δανείζουν τις ελλειμματικές).

Κάποια στιγμή όμως η διαδικασία αυτή φθάνει στο τέλος της – το αργότερο όταν τα ελλειμματικά κράτη υπερχρεώνονται, αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν με τις υποχρεώσεις τους. Τότε, οι επιλογές τους δεν είναι άλλες από την απαίτηση διαγραφής μέρους των χρεών τους ή από την υποδούλωση τους στους δανειστές – με τη λεηλασία τόσο της δημόσιας, όσο και της ιδιωτικής περιουσίας τους, για την εξόφληση των οφειλών τους.

Περαιτέρω, όταν οι αποφάσεις των συνόδων κορυφής της Ευρωζώνης αφορούν αποκλειστικά και μόνο την υιοθέτηση ενός αυστηρού προγράμματος σταθερότητας, σημαίνει ότι επιχειρείται η εξωτερίκευση των προβλημάτων όλων μαζί των χωρών. Δηλαδή, η Ευρωζώνη σχεδιάζει σαν σύνολο να αυξήσει τις εξαγωγές της στον υπόλοιπο πλανήτη, μειώνοντας τις εισαγωγές της – κάτι που φυσικά είναι αδύνατον να επιτευχθεί, αφού δεν πρόκειται να επιτραπεί από τις υπόλοιπες χώρες.

Επίσης είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί από τα επί μέρους κράτη εντός της Ευρωζώνης, αφού δεν μπορούν να υπάρξουν πλεονασματικές χώρες, χωρίς ελλειμματικές. Το τέχνασμα της «εξωτερίκευσης» μπορούσε μέχρι σήμερα να λειτουργήσει, επειδή εφαρμοζόταν από μερικές μόνο χώρες (Γερμανία, Ολλανδία κλπ.), εις βάρος όλων των υπολοίπων. Όταν όμως όλες οι χώρες μαζί ακολουθήσουν την ίδια πολιτική, συμπεριφερόμενες σαν μία μεγάλη οικονομία, η οποία όμως θέλει να λύσει τα προβλήματα της με τις μεθόδους των μικρών οικονομιών, τότε είναι αδύνατον να επιτύχει.

Επομένως η Ευρωζώνη, παρά τα υγιή θεμελιώδη μεγέθη της, είναι καταδικασμένη να αποτύχει – κάτι που θεωρούμε ότι μάλλον δεν θα αργήσει να συμβεί, εάν δεν αλλάξει αμέσως πορεία. Εάν δεν μετατραπεί σε μία μεγάλη οικονομία, όπως οι Η.Π.Α., η οποία να μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα της εσωτερικά, είναι αδύνατον να υπάρξει κοινό μέλλον για τα κράτη-μέλη της – οπότε πιθανότατα θα διαλυθεί, επιστρέφοντας σε εκείνη την εποχή, όπου το ένα κράτος έλυνε τα προβλήματα του, εις βάρος του άλλου (γεγονός που μάλλον θα συνοδευόταν από μαζικές χρεοκοπίες, από αθετήσεις πληρωμών, από την ολοκληρωτική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς επίσης από μία τρομακτική μείωση του βιοτικού επιπέδου όλων των Ευρωπαίων).

Στα πλαίσια αυτά, μόνο η στενή συνεργασία των ελλειμματικών χωρών-μελών της Ευρωζώνης μεταξύ τους, θα μπορούσε να λειτουργήσει «αντισταθμιστικά» – παράλληλα με την απαίτηση μαζικής διαγραφής μέρους των δημοσίων χρεών ή/και εφικτού διακανονισμού των υπολοίπων χρεών όλων των χωρών (επιμήκυνση χρόνου αποπληρωμής, χαμηλά επιτόκια), έτσι ώστε να διευκολυνθούν τόσο οι επενδύσεις, όσο και η ισορροπημένη ανάπτυξη.

.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!