Η ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ
“Η ΕΚΤ επηρεάζει σε τεράστιο βαθμό τους ανθρώπους, οι οποίοι ζουν στη ζώνη του Ευρώ. Έχει στην κατοχή της τον ολοκληρωτικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οπότε μπορεί να καθορίζει αποφασιστικά το μέλλον όλων των συναλλασσόμενων. Η απίστευτα μεγάλη δύναμη της οφείλεται στο ότι μπορεί να παράγει χρήματα – τυπώνοντας χαρτονομίσματα ή δημιουργώντας τα απλά με το πάτημα ενός κουμπιού στον υπολογιστή, σε οποιαδήποτε ποσότητα θέλει.
Δεν δημιουργεί όμως μόνο η ΕΚΤ χρήματα, αλλά και οι εμπορικές τράπεζες, αφού έχουν το προνόμιο της κατασκευής χρημάτων από τις πιστώσεις, με τη διατήρηση ελάχιστων εγγυήσεων στην κεντρική (2%). Τόσο η ΕΚΤ λοιπόν, όσο και οι τράπεζες, έχουν την άδεια παραγωγής χρημάτων από το πουθενά – μία δύναμη, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί πολλαπλά, ακόμη και για αθέμιτους σκοπούς”.
Ειδικότερα, στα πλαίσια μίας «σκοτεινής» συνεργασίας, η εκάστοτε κυβέρνηση προσφέρει το δικαίωμα της παραγωγής χρήματος στις τράπεζες, έναντι της χρηματοδότησης των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της από αυτές – με τη μορφή της παροχής δανείων στο κράτος ή της αγοράς των ομολόγων που εκδίδει το δημόσιο. Κατ’ επέκταση η ανίερη, η διαβολική δηλαδή συμμαχία των κεντρικών τραπεζών, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των κυβερνήσεων είναι πολύ βαθιά, ενώ λειτουργεί ως εξής:
“Η κεντρική τράπεζα δημιουργεί νέα χρήματα, όταν αγοράζει ομόλογα ή εγκρίνει δάνεια, τα οποία είναι εγγυημένα με ομόλογα του δημοσίου. Η κυβέρνηση πληρώνει τόκους στα ομόλογα ή στα δάνεια που λαμβάνει, οπότε δημιουργούνται κέρδη στην κεντρική τράπεζα. Τα κέρδη αυτά, εφόσον βέβαια η κεντρική τράπεζα ανήκει στο κράτος (κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει με την Τράπεζα της Ελλάδας, αλλά ούτε με την ΕΚΤ), καταλήγουν ξανά στην κυβέρνηση – δια μέσου των μερισμάτων.
Όταν τα ομόλογα είναι ληξιπρόθεσμα, οι κυβερνήσεις δεν χρειάζεται να τα εξοφλήσουν – αφού, απλούστατα, η κεντρική τράπεζα αγοράζει από το κράτος νέα ομόλογα, τα οποία αντικαθιστούν τα παλαιότερα. Για παράδειγμα, εάν η ΤτΕ ανήκε στην Ελλάδα, με νόμισμα τη δραχμή, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εκδώσει νέα ομόλογα, για την αντικατάσταση των παλαιοτέρων, πουλώντας τα στην ΤτΕ – οπότε δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να χρεοκοπήσει (υπενθυμίζουμε ότι, η τελική επιλογή στα καπιταλιστικά συστήματα είναι πληθωρισμός ή χρεοκοπία – όπου όμως με τον πληθωρισμό επιβιώνει κανείς, εάν καταφέρει να τον ελέγξει).
Σε ένα άλλο επίπεδο τώρα, οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν επίσης χρήματα, αγοράζοντας ομόλογα του δημοσίου και χρησιμοποιώντας τα σαν εγγύηση για την παροχή δανείων από την κεντρική. Συνήθως, οι τράπεζες είναι απολύτως σίγουρες ότι η κεντρική τράπεζα θα αποδεχθεί τα ομόλογα του δημοσίου σαν εγγύηση”.
Συνεχίζοντας, η παραπάνω ανάλυση είναι χαρακτηριστική – είναι δεδομένη δηλαδή για όλα τα δυτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα, στα οποία οι τράπεζες (κεντρική, εμπορικές) δημιουργούνται και λειτουργούν, έχοντας την υποχρέωση να βοηθούν τα κράτη στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους. Εν τούτοις, η Ευρωζώνη είναι μία ιδιάζουσα περίπτωση, αφού υπάρχει ένα ιδιόρρυθμο κεντρικό τραπεζικό σύστημα (αποτελείται από την ΕΚΤ, καθώς επίσης από τις κεντρικές τράπεζες των κρατών-μελών), το οποίο ενισχύει διαφορετικές κυβερνήσεις στη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους.
Ειδικότερα, όταν οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ευρωζώνης εμφανίζουν ελλείμματα, τότε εκδίδουν ομόλογα, τα οποία αγοράζει το τραπεζικό σύστημα και όχι η ΕΚΤ. Το τραπεζικό σύστημα αγοράζει ευχαρίστως ομόλογα δημοσίου, αφού χρησιμοποιούνται ως εγγυήσεις στην ΕΚΤ, για την παροχή δανείων εκ μέρους της – πόσο μάλλον όταν τα δάνεια που λαμβάνει τοκίζονται με το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, ενώ οι τράπεζες τα δανείζουν στα κράτη με αρκετά υψηλότερο επιτόκιο.
Σε τελική ανάλυση λοιπόν κερδίζουν οι εμπορικές τράπεζες εις βάρος των Πολιτών, αφού τα κράτη δεν συμμετέχουν στα κέρδη τους – όπως στο παράδειγμα της κεντρικής τράπεζας που ανήκει στο κράτος (Τράπεζα του Καναδά κλπ.). Δικαίως λοιπόν αναφέρεται κανείς «απαξιωτικά» σε μία Ευρωζώνη, ειδικά κατασκευασμένη για τις τράπεζες – σε μία Ευρώπη των τραπεζών της ή στη δικτατορία των τραπεζών.
.
ΟΙ ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΕΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ
Επειδή τα νέα («φρέσκα») χρήματα δημιουργούνται από τις πιστώσεις, όσο περισσότερο αυξάνονται τα ελλείμματα ενός κράτους και εκδίδονται ομόλογα για την κάλυψη τους, τόσο γρηγορότερα «παράγουν» χρήματα οι τράπεζες του (οπότε αυξάνεται το ενεργητικό τους), καθώς επίσης το κεντρικό τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης. Κατ’ επέκταση, τα νέα χρήματα δημιουργούνται κυρίως στις ελλειμματικές χώρες – αυξάνοντας τόσο τις τιμές των προϊόντων, όσο και τα εισοδήματα των κατοίκων τους. Ο Πίνακας ΙΙ είναι χαρακτηριστικός:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Μεταβολή του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών 2000-2010 σε εκ. €
|
Έτος |
Ενεργητικό |
Διαφορά με προηγούμενο |
|
2000 |
153.333 |
9,0% |
|
2001 |
212.481 |
38,0% |
|
2002 |
212.397 |
./. |
|
2003 |
229.056 |
8,0% |
|
2004 |
246.005 |
7,0% |
|
2005 |
286.044 |
16,0% |
|
2006 |
321.018 |
12,0% |
|
2007 |
391.327 |
22,0% |
|
2008 |
464.525 |
18,0% |
|
2009 |
491.915 |
6,0% |
|
2010* |
517.118 |
5,0% |
* Το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών το 2010, ύψους 517,1 δις € ήταν 2,24 φορές μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της Ελλάδας (!)
Πηγή: ΟΤΟΕ
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκε κατά 1.063% σε σχέση με το 1990, ενώ κατά 143% μετά την είσοδο της χώρας στην Ευρωζώνη. Τα μεγέθη στον πίνακα δεν είναι απόλυτα, αφού προέρχονται από διάγραμμα.
Συνεχίζοντας, αφού δημιουργηθούν τα καινούργια χρήματα, αρχίζουν αργότερα να εισρέουν στην υπόλοιπη Ευρώπη – στην οποία οι τιμές δεν έχουν αυξηθεί ακόμη. Ειδικότερα, εισάγονται στις ελλειμματικές χώρες αγαθά και υπηρεσίες από τις πλεονασματικές, με τελικό αποτέλεσμα να διαχέεται αργότερα το νέο χρήμα σε αυτές – στις πλεονασματικές δηλαδή, για την πληρωμή των εισαγομένων. Τα νέα αυτά χρήματα αυξάνουν με τη σειρά τους τις τιμές στις πλεονασματικές οικονομίες (εισαγόμενος πληθωρισμός) – πολύ λιγότερο όμως τα εισοδήματα των Πολιτών τους.
Μεταξύ άλλων, το γεγονός αυτό επεξηγεί τη διατήρηση χαμηλών μισθών στη Γερμανία, όταν για παράδειγμα στην Ιταλία οι αυξήσεις ήταν της τάξης του 40% – με αποτέλεσμα την πτώση της ανταγωνιστικότητας της Ιταλίας, παράλληλα με την αντίστοιχη αύξηση της στη Γερμανία (μία ακόμη σημαντική δυσλειτουργία του συστήματος της Ευρωζώνης, η οποία οδήγησε στην υπερχρέωση πολλών κρατών).
Συμπερασματικά τώρα, το κέρδος από την αύξηση της ποσότητας χρήματος οδηγείται στους αρχικούς χρήστες του, στις ελλειμματικές οικονομίες – ενώ το κόστος της φθίνουσας αγοραστικής δύναμης του ευρώ, λόγω πληθωρισμού, επιβαρύνει ολόκληρη την Ευρωζώνη (γεγονός που επεξηγεί την απαίτηση χωρών όπως της Γερμανίας, για πολιτικές λιτότητας των ελλειμματικών κρατών, για «κάψιμο χρημάτων» δηλαδή, παρά τα καταστροφικά αποτελέσματα τους για τις ίδιες – ύφεση, ανεργία κλπ.). Η κάθε κυβέρνηση λοιπόν μίας αδύναμης οικονομίας έχει τη δυνατότητα, μέσω των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της, να κερδίζει εις βάρος των υπολοίπων, λιγότερο ελλειμματικών.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το ευρωσύστημα μοιάζει με ένα τυπογραφείο χρημάτων, στο οποίο έχουν τη δυνατότητα να εισέρχονται διαφορετικά άτομα. Όλα αυτά τα άτομα έχουν το κίνητρο να τυπώσουν χρήματα και να τα διαθέσουν – με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι τιμές. Η ωφέλεια της απόκτησης ενός υψηλότερου εισοδήματος είναι κυρίως προνόμιο του εκτυπωτή – ενώ το κόστος επιβαρύνει όλους όσους συναλλάσσονται με το κοινό νόμισμα (ισχύει εν μέρει και στην περίπτωση του δολαρίου, όπου εκτυπωτής είναι η Fed, επειδή το δολάριο «χρησιμοποιείται» από πολλές χώρες).
Επομένως, το κίνητρο για την εκτύπωση όσο το δυνατόν περισσότερων χρημάτων είναι τεράστιο – αφού, εάν κάποιος δεν εκτυπώσει, μειώνεται το πραγματικό του εισόδημα, επειδή οι τιμές αυξάνονται, λόγω του ότι οι υπόλοιποι εκτυπώνουν χρήματα και τα καταναλώνουν. Ακόμη καλύτερα, όποιος εκτυπώνει γρηγορότερα χρήματα (η πλέον ελλειμματική οικονομία), κερδίζει εις βάρος αυτών που τυπώνουν πιο αργά (της λιγότερο ελλειμματικής δηλαδή οικονομίας).
Για παράδειγμα, όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που αυξάνουν το διαθέσιμο εισόδημα τους με δάνεια (τραπεζικές πιστώσεις, μεταχρονολογημένες επιταγές, πιστωτικές κάρτες κλπ.), καταναλώνουν περισσότερο, από αυτούς που δεν χρωστούν – με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη ζήτηση εκ μέρους τους να αυξάνει τις τιμές των προϊόντων. Οι υψηλότερες τώρα τιμές μειώνουν τα πραγματικά εισοδήματα αυτών που δεν δανείζονται, οπότε στην ουσία αυτοί που χρωστούν ζουν εις βάρος όσων δεν χρωστούν.
Βέβαια, κάποια στιγμή οι όροι αντιστρέφονται, αφού κανένας δεν μπορεί να δανείζεται απεριόριστα. Εάν όμως τότε ακολουθήσει «στάση πληρωμών» (αδυναμία αποπληρωμής χρεών), τότε επιβαρύνονται για δεύτερη φορά, ξανά δηλαδή, αυτοί που δεν χρωστούν – μία από τις μεγαλύτερες ίσως «αδυναμίες» του συστήματος (ίσως οφείλουμε να τονίσουμε εδώ ξανά ότι, οι μεταχρονολογημένες επιταγές αποτελούν επίσης εκτύπωση χρημάτων και μάλιστα «παράνομη»).
