ΟΙ ΔΙΚΛΕΙΔΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩ
Είναι εμφανές ότι, το ευρώ θα είχε ήδη υποτιμηθεί, εάν το σύστημα λειτουργούσε ακριβώς όπως το περιγράψαμε παραπάνω. Εν τούτοις, υπάρχουν ορισμένες «ασφαλιστικές δικλείδες». Η πρώτη από αυτές είναι τα ανώτατα όρια που έχουν τοποθετηθεί, σε σχέση με την εκτύπωση χρημάτων, όπου οι ελλειμματικές χώρες της Ευρωζώνης δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνες τους – αλλά μέσω ομολόγων του δημοσίου, τα οποία πρέπει να αγοραστούν από το τραπεζικό σύστημα, καθώς επίσης από το κεντρικό της ΕΚΤ (κάτι που θα άλλαζε σε κάποιο βαθμό, από την ενδεχόμενη έκδοση Ευρωομολόγων).
Στην προκειμένη περίπτωση, εάν τα ομόλογα δεν αγοραστούν από τις τράπεζες και δεν δοθούν σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, τότε το σύστημα παύει να παράγει νέα χρήματα. Η μη αγορά ομολόγων εκ μέρους των τραπεζών μπορεί να οφείλεται είτε στο χαμηλό επιτόκιο δανεισμού των κρατών, γεγονός που κάνει μη κερδοφόρα την τοποθέτηση τους, είτε στον κίνδυνο χρεοκοπίας κάποιας χώρας. Επίσης, είναι δυνατόν να οφείλεται στο ότι η ΕΚΤ παύει να δέχεται τα ομόλογα κάποιου κράτους σαν εγγύηση, για την παροχή δανείων στις τράπεζες.
Η σημαντικότερη όμως δικλείδα ασφαλείας, αυτή δηλαδή που τοποθετεί ανώτατα όρια στην παραγωγή νέων χρημάτων, δεν είναι άλλη από το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, το οποίο έχουν συνυπογράψει όλες οι χώρες της Ευρωζώνης – εφόσον φυσικά τηρείται. Με βάση τη συγκεκριμένη συμφωνία, τα ελλείμματα του προϋπολογισμού των κρατών-μελών δεν πρέπει να ξεπερνούν το 3% – οπότε, η παραγωγή νέων χρημάτων περιορίζεται αυτόματα κάτω από το ποσοστό αυτό.
Εν τούτοις, καμία ουσιαστικά χώρα δεν σεβάστηκε το όριο του 3% – πρώτες από όλες η Γερμανία και η Γαλλία, αφού για πάρα πολλά χρόνια λειτούργησαν με μεγαλύτερα ελλείμματα, εις βάρος των υπολοίπων (στις οποίες σήμερα θέλουν να απαγορεύσουν «ηθικά» να κάνουν τα ίδια), εμποδίζοντας την επιβολή των συμφωνηθέντων κυρώσεων εκ μέρους της Ευρώπης. Μία συμφωνία όμως, με την οποία οι ίδιες οι χώρες αποφασίζουν για ενδεχόμενες κυρώσεις, όπου δηλαδή οι ένοχοι εκδικάζονται μόνοι τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσφέρει την απαιτούμενη ασφάλεια στο κοινό νόμισμα.
Ολοκληρώνοντας, με δεδομένο ότι όλα σχεδόν τα κράτη-μέλη ξεπέρασαν το όριο του 3% το 2010, το ευρώ θεωρείται αυτοκαταστροφικό για το μέλλον της ζώνης – αφού ο ανταγωνισμός των ελλειμμάτων οδηγεί σε κρίσεις χρέους οι οποίες, αργά ή γρήγορα, καταλήγουν είτε σε υπερπληθωρισμό, είτε σε χρεοκοπία.
.
ΤΑ ΥΠΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩ
Κατά τη φιλελεύθερη άποψη, η υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος είναι καταστροφική για το μέλλον των ανεξάρτητων χωρών. Αυτό οφείλεται στο ότι δεν διευκολύνει την ορθολογική, ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ των κρατών-μελών, αλλά τη μονεταριστική αναδιανομή εισοδημάτων – όπου τα πλεονασματικά κράτη υποχρεώνονται να ενισχύουν τα ελλειμματικά, με τη βοήθεια της μεταφοράς πόρων.
Για παράδειγμα, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας «επιδοτεί» σήμερα τη μη ανταγωνίσιμη οικονομία της, με έναν πολυπληθή δημόσιο τομέα, καθώς επίσης με πολύ υψηλούς πραγματικούς μισθούς (συγκριτικά πάντοτε με τους άλλους εταίρους της). Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία μεγάλων ελλειμμάτων στον προϋπολογισμό της – τα οποία χρηματοδοτούν το, σχετικά με την παραγωγικότητα τους, υψηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της.
Στη συνέχεια, η πορτογαλική κυβέρνηση εκδίδει ομόλογα για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων της χώρας της – τα οποία αγοράζονται από το τραπεζικό σύστημα, αφού τα αποδέχεται η ΕΚΤ σαν εγγύηση. Τα ομόλογα του πορτογαλικού δημοσίου λοιπόν τοποθετούνται σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, οπότε δημιουργούνται νέα χρήματα – τα οποία αυξάνουν αργότερα τις τιμές των προϊόντων σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Πορτογαλίας είναι η πρώτη που λαμβάνει αυτά τα νέα χρήματα, τα οποία χρησιμοποιεί για την πληρωμή των υποχρεώσεων της (μισθούς, συντάξεις κλπ.). Εάν τώρα ένας Πορτογάλος μισθωτός αγοράσει μία γερμανική τηλεόραση, τα νέα χρήματα εισρέουν στη Γερμανία – αυξάνοντας τις τιμές των τηλεοράσεων εκεί, λόγω της μεγαλύτερης ζήτησης. Ουσιαστικά λοιπόν η Πορτογαλία εισάγει νέα προϊόντα, «εξάγοντας» για την απόκτηση τους νέα χρήματα – το μεγαλύτερο μέρος των οποίων παραμένει στη Γερμανία, αφού τα πορτογαλικά εμπορεύματα δεν είναι ανταγωνίσιμα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται στην Πορτογαλία ένα αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο με τη Γερμανία, όπου τα γερμανικά εμπορεύματα ανταλλάσσονται με νέα πορτογαλικά χρήματα. Σε τελική ανάλυση όμως, καμία χώρα δεν μπορεί να διατηρήσει ένα διαρκώς αυξανόμενο αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο – να επιδοτεί δηλαδή μία μη παραγωγική οικονομία, η οποία εισάγει περισσότερα εμπορεύματα από ότι εξάγει, ενώ καταναλώνει με δανεικά χρήματα.
Επομένως, αργά ή γρήγορα, η ελλειμματική χώρα υπερχρεώνεται, οπότε «αναγκάζεται» να διασωθεί από τις υπόλοιπες,λόγω της συμμετοχής της στην Ευρωζώνη. Εκείνη τη στιγμή η μεταφορά πόρων, από τις πλεονασματικές προς στις ελλειμματικές, γίνεται πραγματικότητα, αφού τέτοιου είδους δάνεια δεν είναι δυνατόν να εξοφληθούν ποτέ – πόσο μάλλον όταν χρεώνονται με επιτόκια πολύ υψηλότερα από το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της εκάστοτε χώρας (όπως στο παράδειγμα της Ελλάδας, όπου το επιτόκιο υπερβαίνει το 5%, ενώ η ανάπτυξη είναι αρνητική, στο -4%).
Κατ’ επέκταση, το υπερχρεωμένο κράτος χάνει την εθνική του κυριαρχία και μετατρέπεται ουσιαστικά σε προτεκτοράτοτων ισχυρών – αφού θα παραμένει αιώνια «στον ορό», προφανώς σκόπιμα, επειδή διαφορετικά δεν θα επιβαρυνόταν με τοκογλυφικά επιτόκια υποτέλειας. Γνωρίζοντας όμως ότι αργά ή γρήγορα αντιδρούν οι Πολίτες του, οι κοινωνικές εκρήξεις (ο διαφωτισμός προηγείται πάντοτε της επανάστασης), καθώς επίσης οι «διακρατικές αντιπαλότητες», είναι αδύνατον να αποφευχθούν.
Από την άλλη πλευρά βέβαια (στην Οικονομία τελικά, όπως και στη Φύση, τα πάντα εξισορροπούν, μετά από περιόδους αστάθειας), η χρηματοδότηση των ελλειμματικών χωρών (δανεισμός) επιβαρύνει τις πλεονασματικές οι οποίες, παρά το ότι αντιδρούν στη παροχή δανείων, στο τέλος συμφωνούν υποχρεωτικά – αφού διαφορετικά κινδυνεύουν να χάσουν τις απαιτήσεις τους, όπως στο παράδειγμα της Γερμανίας, λόγω ενδεχομένων στάσεων πληρωμών ή δυσλειτουργιών του τραπεζικού συστήματος (Target 2, χρεοκοπία τραπεζών στην περιφέρεια κλπ.)
Περαιτέρω στο παράδειγμα μας, εάν δεν υπήρχε το ευρώ, τότε το εθνικό νόμισμα της Πορτογαλίας θα υποτιμούταν, λόγω μειωμένης ανταγωνιστικότητας – οπότε θα αυξάνονταν οι εξαγωγές της, ενώ θα περιορίζονταν οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των ελλειμμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της.
Από την άλλη πλευρά δε, η αύξηση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού της, αφενός μεν θα δυσκόλευε τον περαιτέρω δανεισμό της, αφετέρου θα τον καταστούσε ασύμφορο (λόγω των υπερβολικών επιτοκίων). Επομένως, θα αναγκαζόταν να πάψει να συντηρεί ένα μη παραγωγικό και πολυδάπανο δημόσιο – οπότε δεν θα υπερχρεωνόταν.
Αντίστοιχα, το μάρκο της Γερμανίας θα υπερτιμούταν, λόγω αυξημένης ανταγωνιστικότητας – οπότε θα μειώνονταν οι εξαγωγές της, ενώ θα αυξάνονταν οι εισαγωγές της, με αποτέλεσμα την εξάλειψη των πλεονασμάτων του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της, προς όφελος των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.
Συμπερασματικά λοιπόν, εάν η Ευρωζώνη δεν ενωθεί πολιτικά, εάν δηλαδή δεν επιταχυνθεί η ολοκλήρωση της Ευρώπης, όπου αφενός μεν θα καταπολεμηθεί με επιτυχία η ανίερη συμμαχία των κεντρικών και εμπορικών τραπεζών, αφετέρου θα λειτουργήσει σταδιακά η αναδιανομή εισοδημάτων από τις πλεονασματικές προς στις ελλειμματικές περιοχές, το Ευρώ θα αποβεί ένα καταστροφικό εγχείρημα – αφού οι ισχυρές, φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσει το κοινό νόμισμα, είναι αδύνατον να αντιμετωπισθούν διαφορετικά.
.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται σε καμία περίπτωση νέα δάνεια, με τοκογλυφικούς τόκους και με εγκληματικές εγγυήσεις, έτσι όπως προτείνονται από τις γαλλικές και λοιπές αχόρταγες τράπεζες, «ερήμην» της Ελληνικής Κυβέρνησης .
Η χώρα μας χρειάζεται ένα σύνολο μέτρων αναμόρφωσης και ενίσχυσης της οικονομίας της, με κέντρο βάρους τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού (βασικό της ΕΚΤ), την αναδιάρθρωση (επιμήκυνση) του δημοσίου χρέους, καθώς επίσης τις ευρωπαϊκές επενδύσεις – μέσω του οποίου θα καταπολεμηθεί η ύφεση, ο στασιμοπληθωρισμός καλύτερα, καθώς επίσης η εγκληματική ανεργία που προκάλεσε η καταστροφική διαχείριση της κρίσης, τόσο εκ μέρους της κυβέρνησης, όσο και της τευτονοκρατούμενης Τρόικας (για την οποία ανέλαβε τη «βρώμικη δουλειά» το ΔΝΤ).
Διαφορετικά, αργά ή γρήγορα, η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να καταφύγει στη στάση πληρωμών, η οποία θα επιβαρύνει κυρίως τους δανειστές της – ενώ οι Πολίτες της σίγουρα θα αντιδράσουν έγκαιρα στη «λεηλασία» της ιδιωτικής και δημόσιας περιουσίας τους, γνωρίζοντας ότι στο τέλος δεν θα αποφύγουν τη χρεοκοπία, στην οποία όμως δεν θέλουν να οδηγηθούν ανόητα, σαν μία «στυμμένη λεμονόκουπα» (εξαθλιωμένοι δηλαδή, άνεργοι, πεινασμένοι και χωρίς περιουσιακά στοιχεία, όπως η Αργεντινή μετά από τρία χρόνια στα νύχια του ΔΝΤ).
Ολοκληρώνοντας, είναι προτιμότερο να απασχοληθούν οι άνεργοι Έλληνες στην Ελλάδα, εργαζόμενοι σε παραγωγικές επιχειρήσεις με τη συμμετοχή των υπολοίπων Ευρωπαίων, παρά να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη – εάν φυσικά στόχος είναι η ισότιμη πολιτική ένωση της ηπείρου (κάτι για το οποίο αμφιβάλλουμε πια).
Τέλος, ακόμη και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) προτείνει, για την καταπολέμηση της χρηματοπιστωτικής κρίσης διεθνώς, ένα ανανεωμένο σύστημα Bretton Woods, μία βοήθεια της μορφής ενός Marshall-Plan, καθώς επίσης ένα παγκοσμιοποιημένο New Deal – ενώ είναι εναντίον των πολιτικών λιτότητας και εξαθλίωσης που ανακοινώνονται.
