.

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, στον οποίο πιστεύουμε, προκρίνει ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα για την Ελλάδα – συνδυάζοντας την ελεύθερη οικονομία και την επιχειρηματικότητα, με ισχυρούς κανόνες. Στο επίκεντρο βρίσκεται η στήριξη του πραγματικού εισοδήματος – η μείωση των φόρων εργασίας, η καταπολέμηση των ολιγοπωλίων και η στροφή από την κατανάλωση στις παραγωγικές επενδύσεις. Το κοινωνικό κράτος, η παιδεία και η υγεία αντιμετωπίζονται ως επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο – ενώ η δημοσιονομική υπευθυνότητα συνδέεται στενά με τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών. Μέσα από 12 συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και έναν οδικό χάρτη τριών αξόνων (εισόδημα, παραγωγή, κράτος), τοποθετείται ο στόχος – ο οποίος δεν είναι άλλος από την ανάπτυξη που να μεταφράζεται όμως σε μετρήσιμη ευημερία για όλους τους Πολίτες.
.
Άποψη

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός, στον οποίο εμείς πιστεύουμε βασίζεται στην αρχή ότι, η οικονομική ελευθερία, η ιδιωτική πρωτοβουλία και ο ανταγωνισμός, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη – χωρίς όμως να αρκούν από μόνα τους για τη δημιουργία μιας δίκαιης και βιώσιμης κοινωνίας.
Εν προκειμένω, η ελευθερία αποκτά πραγματικό περιεχόμενο, όταν οι Πολίτες διαθέτουν τις οικονομικές δυνατότητες να την ασκήσουν – επίσης, όταν η κοινωνική τους θέση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την οικογενειακή τους προέλευση, τον πλούτο ή τις διασυνδέσεις τους.
Από οικονομικής πλευράς, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός δεν υποστηρίζει ούτε ένα κράτος που ελέγχει το σύνολο της παραγωγής, ούτε μια αγορά χωρίς κανόνες – αλλά μία οικονομία της ελεύθερης αγοράς, στην οποία το κράτος διασφαλίζει τον ανταγωνισμό, προστατεύει την ιδιοκτησία, εγγυάται την ισονομία και παρεμβαίνει εκεί όπου οι μηχανισμοί της αγοράς αποτυγχάνουν ή δημιουργούν υπερβολικές κοινωνικές ανισότητες. Ειδικότερα τα εξής:
(α) Ελεύθερη αγορά, αλλά με πραγματικό ανταγωνισμό: Η ιδιωτική πρωτοβουλία και η επιχειρηματικότητα, πρέπει να αποτελούν τους βασικούς κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης.
Ωστόσο, η ελεύθερη αγορά δεν ταυτίζεται με την ανεξέλεγκτη δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων, των ολιγοπωλίων και των οικονομικών συμφερόντων – επειδή όταν ο ανταγωνισμός περιορίζεται, οι τιμές αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επιβιώσουν. Η προστασία του ανταγωνισμού, η διαφάνεια και η αποτελεσματική εποπτεία λοιπόν, αποτελούν θεμελιώδεις οικονομικές λειτουργίες ενός δημοκρατικού κράτους.
(β) Κοινωνικό κράτος ως επένδυση στην οικονομία: Η δημόσια υγεία, η παιδεία, η επαγγελματική κατάρτιση και η κοινωνική ασφάλιση, δεν αποτελούν μόνο κοινωνικές δαπάνες – αλλά επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην παραγωγικότητα και στη μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη.
Ένας εργαζόμενος με πρόσβαση στην εκπαίδευση και την υγεία, έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να παράγει, να καινοτομεί και να προσαρμόζεται στις τεχνολογικές αλλαγές – ενώ η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός, περιορίζουν τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας.
(γ) Φορολογία και κοινωνική δικαιοσύνη: Η φορολογική πολιτική πρέπει να εξασφαλίζει τα αναγκαία έσοδα για τη λειτουργία του κράτους – χωρίς να αποθαρρύνει την παραγωγική εργασία και τις επενδύσεις. Απαιτείται ένα σταθερό και διαφανές σύστημα, με περιορισμό της φοροδιαφυγής, αντιμετώπιση των προνομιακών εξαιρέσεων και δίκαιη κατανομή των βαρών – κάτι που εξασφαλίζεται από ένα σύστημα εσόδων/εξόδων, συνοδευόμενο από έναν επίπεδο συντελεστή. Η υπερφορολόγηση περιορίζει τις επενδύσεις – όταν όμως η ανεπαρκής φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων, υπονομεύει την κοινωνική συνοχή.
(δ) Ανάπτυξη με παραγωγικό προσανατολισμό: Η αύξηση του ΑΕΠ δεν αρκεί, αφού το σημαντικότερο είναι η προέλευση της ανάπτυξης – η αύξηση της παραγωγικότητας, η ποιότητα των θέσεων εργασίας και η κατανομή του εισοδήματος. Μια οικονομία που στηρίζεται στην κατανάλωση με δανεικά ή στα ακίνητα, δεν ενισχύει την παραγωγική της βάση – ενώ αυτό που οφείλεται είναι η έμφαση σε επενδύσεις νέας παραγωγικής δυναμικότητας, στην τεχνολογία, στην έρευνα και στις εξαγωγές.
(ε) Αξιοπρεπείς μισθοί και παραγωγικότητα: Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να βασίζεται στη συμπίεση των μισθών – ούτε φυσικά στην υποβάθμιση της εργασίας. Η μακροχρόνια βελτίωσή της, προϋποθέτει υψηλότερη παραγωγικότητα και τεχνολογική αναβάθμιση – με τους εργαζόμενους να συμμετέχουν στα οφέλη της προόδου, έτσι ώστε να διατηρείται η εσωτερική ζήτηση.
(στ) Δημοκρατία, θεσμοί και οικονομική ισχύς: Η οικονομική δύναμη δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πολιτική επιρροή – ενώ η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και η ισονομία, ενισχύουν τα κίνητρα για επενδύσεις και καινοτομία, με βάση την αποτελεσματικότητα.
(ζ) Δημοσιονομική υπευθυνότητα και δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών: Απαιτείται ορθολογική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων, περιορισμός της σπατάλης και βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών – χωρίς όμως η δημοσιονομική πειθαρχία να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία, για την υποβάθμιση κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών.
Συμπερασματικά λοιπόν, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός επιδιώκει να συνδυάσει την οικονομική ελευθερία με τις ίσες ευκαιρίες, την επιχειρηματικότητα με τον υγιή ανταγωνισμό και την κοινωνική προστασία με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα – ενώ η επιτυχία μιας τέτοιας οικονομίας κρίνεται από την παραγωγικότητα, την αγοραστική δύναμη, την κοινωνική κινητικότητα και τις προοπτικές των επόμενων γενεών.
Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός στην ελληνική οικονομική πραγματικότητα
Στην Ελλάδα, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός οφείλει να απαντά σε διαρθρωτικά προβλήματα: στη χαμηλή παραγωγικότητα, στους χαμηλούς μισθούς, στην περιορισμένη παραγωγική βάση, στην εξάρτηση από τις εισαγωγές, στην άνιση φορολογική επιβάρυνση και στις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού. Ο πυρήνας του συνοψίζεται στο εξής: ούτε κρατισμός, ούτε ασυδοσία της αγοράς – αλλά ελεύθερη οικονομία με κανόνες, κοινωνική ευθύνη και δημοκρατικό έλεγχο. Αναλυτικότερα τα παρακάτω:
(α) Από την οικονομία της κατανάλωσης, στην οικονομία της παραγωγής: Απαιτείται αλλαγή παραγωγικού προτύπου με έμφαση στη βιομηχανία, τη μεταποίηση, τη γεωργία, την τεχνολογία και τις εξαγωγές – πέρα από τον τουρισμό και την αγορά ακινήτων.
(β) Φορολογικό σύστημα που επιβραβεύει την εργασία και την παραγωγή: Σταδιακή μείωση των επιβαρύνσεων στην εργασία και τις επενδύσεις – με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, με το σύστημα που έχουμε ήδη αναφέρει.
(γ) Πραγματικός ανταγωνισμός και περιορισμός ολιγοπωλίων: Αντιμετώπιση της ακρίβειας μέσω ελέγχου των αγορών, ενίσχυσης της διαφάνειας και διευκόλυνσης εισόδου νέων ανταγωνιστών – στην ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές και τραπεζικές υπηρεσίες.
(δ) Μισθοί, παραγωγικότητα και αγοραστική δύναμη: Σύνδεση των ονομαστικών αυξήσεων με την παραγωγικότητα, την τεχνολογία και την πραγματική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος – μακριά από τα πρόσκαιρα επιδόματα.
(ε) Μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οικονομική αποκέντρωση: Απλούστευση αδειοδοτήσεων και βελτίωση πρόσβασης σε χρηματοδότηση με βάση τη βιωσιμότητα – επιπλέον, κίνητρα περιφερειακής ανάπτυξης εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων.
(στ) Ξένες επενδύσεις με κριτήριο την προστιθέμενη αξία: Εστίαση σε επενδύσεις που αυξάνουν τις εξαγωγές, μεταφέρουν τεχνογνωσία και δημιουργούν ποιοτικές θέσεις εργασίας – όχι σε αυτές που αφορούν ακίνητα ή εξαγορές ελληνικών επιχειρήσεων.
(ζ) Δημόσιο χρήμα, διαφάνεια και θεσμική ισονομία: Αποτελεσματική αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων και δημόσιων συμβάσεων – με αυστηρό έλεγχο αποτελεσματικότητας και περιορισμό της πελατειακής λογικής.
(η) Δημόσιο χρέος και κοινωνική προστασία: Δημοσιονομική υπευθυνότητα συνδεδεμένη με την ενίσχυση της παραγωγικότητας – επίσης με τη διατήρηση βασικών υποδομών παιδείας και υγείας.
(θ) Κοινωνική κινητικότητα και ίσες ευκαιρίες: Διασφάλιση ότι, η πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία και την εξέλιξη βασίζεται στην ικανότητα και την προσπάθεια – όχι στις προσωπικές διασυνδέσεις.
Στρατηγικές Προτάσεις Πολιτικής
Για να μετουσιωθεί το σχέδιο σε πράξη και να αποφευχθούν οι θεωρητικές εξαγγελίες, προτείνονται οι παρακάτω δεσμεύσεις πολιτικής:
(1) Μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας με χρονοδιάγραμμα: Πολυετές πρόγραμμα μείωσης ασφαλιστικών εισφορών και φορολογίας χαμηλών/μεσαίων εισοδημάτων – χρηματοδοτούμενο από την περιστολή της φοροδιαφυγής και τον περιορισμό μη αποδοτικών δαπανών, με ετήσια δημοσίευση απολογισμού.
(2) Νέο φορολογικό καθεστώς για παραγωγικές επενδύσεις: Σταθεροί κανόνες και κίνητρα, συνδεδεμένα με τη δημιουργία νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων, την έρευνα και τις εξαγωγές – με ρήτρες επιστροφής ενισχύσεων σε περίπτωση μη τήρησης των στόχων.
(3) Ελληνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης: Πολυετές πρόγραμμα προτεραιότητας στη μεταποίηση, την αγροδιατροφή, τα φάρμακα, την τεχνολογία και την ενέργεια – με αυστηρή ανεξάρτητη αξιολόγηση.
(4) Πρόσβαση των ΜμΕ στη χρηματοδότηση: Μηχανισμοί εγγυοδοσίας και συγχρηματοδότησης για βιώσιμες επιχειρήσεις και νεοφυείς εταιρείες – με βάση το επιχειρηματικό σχέδιο και όχι αποκλειστικά τις εμπράγματες εξασφαλίσεις.
(5) Ενίσχυση ανταγωνισμού και Επιτροπής Ανταγωνισμού: Επαρκής στελέχωση, ταχύτερη εξέταση καταγγελιών και δημοσίευση συγκρίσιμων στοιχείων τιμών και περιθωρίων κέρδους – σε βασικούς κλάδους.
(6) Ειδικό πρόγραμμα στέγασης και κόστους ζωής: Αύξηση προσφοράς κατοικιών μέσω αξιοποίησης δημόσιων ακινήτων, οργανισμού κατασκευής κατοικιών, ανακαίνισης κενών κτιρίων και προγραμμάτων προσιτής μίσθωσης.
(7) Σύνδεση εκπαίδευσης, κατάρτισης και παραγωγής: Σύστημα συνεργασίας επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων – με προγράμματα μαθητείας και χρηματοδότηση συνδεδεμένη με την επαγγελματική αποκατάσταση.
(8) Αξιολόγηση δημόσιων δαπανών και κρατικών ενισχύσεων: Συστηματική ανάλυση κόστους/οφέλους για τα επενδυτικά προγράμματα – με ανασχεδιασμό ή κατάργηση δαπανών που δεν αποδίδουν.
(9) Διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις: Ενίσχυση ανοικτών ηλεκτρονικών προμηθειών, παρακολούθηση τελικού κόστους και προστασία όσων καταγγέλλουν παρατυπίες.
(10) Αξιοποίηση ΑΠΕ προς όφελος της οικονομίας: Επιτάχυνση επενδύσεων σε δίκτυα και αποθήκευση ενέργειας – για τη μείωση του συνολικού κόστους συστήματος και τη μετακύλιση των οφελών σε καταναλωτές και επιχειρήσεις.
(11) Δημοσιονομικός κανόνας με προστασία επενδύσεων: Πολυετές πλαίσιο προϋπολογισμού που διακρίνει τις αναπτυξιακές δαπάνες από τις πελατειακές – διατηρώντας επαρκείς δημόσιες επενδύσεις.
(12) Ετήσιος απολογισμός οικονομικής πολιτικής: Δημοσίευση δημόσιου πίνακα αποτελεσμάτων με μετρήσιμους δείκτες (εισόδημα, παραγωγικότητα, επενδύσεις, εξαγωγές) – σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Οδικός χάρτης υλοποίησης
Η εφαρμογή πρέπει να γίνει σταδιακά, με σαφή δημοσιονομική τεκμηρίωση και βασισμένη στις επισημάνσεις του ΟΟΣΑ – δίνοντας έμφαση σε τρεις κρίσιμους άξονες:
Πρώτος άξονας – εισόδημα και ανταγωνισμός: Μείωση της επιβάρυνσης της εργασίας με χρηματοδοτικά ισοδύναμα, ουσιαστικός έλεγχος του ανταγωνισμού και παρεμβάσεις αύξησης της προσφοράς κατοικιών.
Δεύτερος άξονας, παραγωγή και επενδύσεις: Στοχευμένα κίνητρα για νέες παραγωγικές εγκαταστάσεις, καλύτερη χρηματοδότηση των ΜμΕ και σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.
Τρίτος άξονας, κράτος και λογοδοσία: Διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις, αυστηρή αξιολόγηση δαπανών και ετήσια δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων κάθε μεταρρύθμισης.
Κλείνοντας, το κράτος δεν πρέπει να υπόσχεται ταυτόχρονα μεγάλες μειώσεις φόρων, αυξημένες παροχές και υψηλές επενδύσεις – χωρίς προσδιορισμό χρηματοδότησης. Κάθε μέτρο απαιτεί κόστος, πηγή, χρονοδιάγραμμα, δείκτη επιτυχίας και έλεγχο.
Αυτό είναι το πρακτικό περιεχόμενο ενός κοινωνικού φιλελευθερισμού, προσαρμοσμένου στην Ελλάδα: όπου η αγορά δημιουργεί πλούτο, το κράτος διασφαλίζει δίκαιους κανόνες και οι Πολίτες απολαμβάνουν μετρήσιμα οφέλη από την οικονομική ανάπτυξη.
