Χαμηλοί μισθοί, θανατηφόρα ακρίβεια - The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες • Σχολιασμός Επικαιρότητας

Χαμηλοί μισθοί, θανατηφόρα ακρίβεια

.

Σε σχέση με τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, φαίνεται πως ξεχνάει ότι, οι Έλληνες δεν έχουν απλά πρόβλημα διαβίωσης, αλλά επιβίωσης – ενώ η ακρίβεια που μαστίζει ειδικά τη χώρα μας, είναι η σχέση μισθών και τιμών. Όσον αφορά τους πραγματικούς μισθούς που έχουμε καταντήσει να είναι οι χαμηλότεροι στην ΕΕ, δεν οφείλονται μόνο στη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας – η οποία δεν οφείλεται βέβαια στους εργαζομένους, αλλά στις επενδύσεις που δεν γίνονται. Οφείλονται επιπλέον στο ότι, οι μικτοί μισθοί στην Ελλάδα ανέρχονται μόλις στο 35% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ κατά μέσον όρο στο 47% – ενώ τα επιχειρηματικά κέρδη στο 50%, ενώ στην ΕΕ στο 42%. Η λύση είναι αυτή που εφάρμοσε με επιτυχία η Ισπανία: η άνοδος του κατώτατου μισθού άμεσα κατά 200 €, επειδή συμπαρασύρει όλους τους υπόλοιπους – σε συνδυασμό με τη μείωση των εισφορών για να μην επιβαρυνθούν οι επιχειρήσεις.

.

Κοινοβουλευτική Εργασία

Θα ξεκινήσουμε από ένα θέμα που έθεσε ο υπουργός στις επιτροπές – με μία υπεροψία που δεν περιμέναμε. Όπως ισχυρίσθηκε, η δημοσιονομική εικόνα της χώρας μας βελτιώθηκε – ενώ το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, αποκλιμακώθηκε γρήγορα. Όσον αφορά το πρώτο, βελτιώθηκε μεν η δημοσιονομική εικόνα μας, αλλά εις βάρος των Πολιτών – με τη βοήθεια του πληθωριστικού φόρου.

Αρκεί να καταλάβει κανείς πως ο πληθωρισμός προσέθεσε 44 δις στο ΑΕΠ μας από το 19 έως το 25, οπότε περί τα 12 δις στα δημόσια έσοδα μόνο το 2025 – ενώ, εάν ήταν διπλάσιος, το χρέος ως προς το ΑΕΠ μας θα είχε μεν μειωθεί ακόμη περισσότερο και η δημοσιονομική εικόνα μας θα ήταν ακόμη καλύτερη, αλλά οι Πολίτες που πληρώνουν όλα αυτά θα είχαν ισοπεδωθεί εντελώς. 

Σε σχέση με το δεύτερο, ο αριθμητής του κλάσματος χρέος προς ΑΕΠ, το χρέος, ενώ αυξήθηκε κατά 66 δις € σύμφωνα με τους πίνακες του ΟΔΔΗΧ που θα καταθέσουμε στα πρακτικά, στα 427 δις, διατηρήθηκε χαμηλά – επειδή χρησιμοποιήθηκαν 65 δις από τα αποθεματικά των ασφαλιστικών και λοιπών φορέων, ενώ αυτού του είδους ο δανεισμός δεν μετράει στον επίσημο δείκτη.

Ο δε παρανομαστής, το ΑΕΠ, αυξήθηκε λόγω του πληθωρισμού – οπότε η αποκλιμάκωση είναι τεχνητή και εις βάρος των Ελλήνων.    

Θα μπορούσε βέβαια να μας αντικρούσει ο υπουργός, λέγοντας πως έχει βελτιωθεί η πιστοληπτική μας αξιολόγηση – όπου θα απαντούσαμε πως εκτός του ότι χρεοκοπήσαμε με πολύ καλύτερη, με Α, είναι εύλογο όταν πληρώνουμε ανόητα πρόωρα σταθερά δάνεια με χαμηλό επιτόκιο, σε μία εποχή παγκόσμιας κρίσης ομολόγων και επιτοκίων.

Αναφορικά δε με το ότι, τα επιτόκια των ομολόγων μας είναι χαμηλότερα από τις Ιταλίας ή της Γαλλίας, εμείς εκδίδουμε ελάχιστα, της τάξης των 8 δις, αφού έχουμε δανεισθεί κυρίως από τους οργανισμούς της ΕΕ και από τα ταμεία μας – όταν, για σύγκριση, η Ιταλία εκδίδει ετήσια περί τα 365 δις και η Γαλλία 480 δις.

Εκτός αυτού, τα δικά μας ομόλογα είναι αγγλικού δικαίου όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, οπότε μη μετατρέψιμα σε εθνικό νόμισμα – ενώ των άλλων όχι.

Σε σχέση τώρα με τα μέτρα που ανακοίνωσε χθες ο πρωθυπουργός, φαίνεται πως ξεχνάει ότι, οι Έλληνες δεν έχουν απλά πρόβλημα διαβίωσης, αλλά επιβίωσης – ενώ η ακρίβεια που μαστίζει ειδικά τη χώρα μας, είναι η σχέση μισθών και τιμών.

Όσον αφορά τους πραγματικούς μισθούς που έχουμε καταντήσει να είναι οι χαμηλότεροι στην ΕΕ, δεν οφείλονται μόνο στη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας – η οποία δεν οφείλεται βέβαια στους εργαζομένους, αλλά στις επενδύσεις που δεν γίνονται.

Οφείλονται επιπλέον στο ότι, οι μικτοί μισθοί στην Ελλάδα ανέρχονται μόλις στο 35% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ κατά μέσον όρο στο 47% – ενώ τα επιχειρηματικά κέρδη στο 50%, ενώ στην ΕΕ στο 42%.

Η λύση είναι αυτή που εφάρμοσε με επιτυχία η Ισπανία: η άνοδος του κατώτατου μισθού άμεσα κατά 200 €, επειδή συμπαρασύρει όλους τους υπόλοιπους – σε συνδυασμό με τη μείωση των εισφορών για να μην επιβαρυνθούν οι επιχειρήσεις.

Αναφορικά με τις τιμές, το πρώτο που θα έπρεπε να δρομολογηθεί, είναι η μείωση των τιμών της ενέργειας – η οποία επηρεάζει τα πάντα. 

Όχι απλά με επιδοτήσεις, αλλά με τους τρόπους που έχουμε αναλύσει πολλές φορές – με το πλαφόν στα καύσιμα όσον αφορά τα διυλιστήρια, με τη μείωση του ΕΦΚ και του ΦΠΑ, με τη σωστή λειτουργία εάν όχι την κατάργηση του χρηματιστηρίου ενέργειας σε σχέση με το ηλεκτρικό, με την κατασκευή μπαταριών, με τη βελτίωση του δικτύου κοκ.     

Συνεχίζοντας με το νομοσχέδιο, καταρχήν τα εξής:

(α) Οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις είναι πράγματι ζωτικής σημασίας για την ελληνική οικονομία.

(β) Μετά από μια υπερδεκαετή κρίση, με το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος στη στρατόσφαιρα, καθώς επίσης με τον εγχώριο τραπεζικό τομέα να αρνείται να χρηματοδοτήσει επαρκώς τις ελληνικές επιχειρήσεις, η εισροή ξένων κεφαλαίων είναι αναγκαία για την κάλυψη του τεράστιου επενδυτικού  μας κενού.

Εν τούτοις, δεν έχει κάθε επένδυση την ίδια αξία – ενώ δεν προσφέρει κάθε ευρώ που εισέρχεται στη χώρα το ίδιο όφελος στην κοινωνία, στην απασχόληση και στην εθνική μας κυριαρχία.

Εν προκειμένω, η κυβέρνηση θριαμβολογεί για τα στοιχεία του 2025 – επικαλούμενη εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων ύψους 11,38 δις.

Πρόκειται όμως για μια πλασματική εικόνα που ωραιοποιεί την πραγματικότητα, μέσω δημιουργικής λογιστικής – αφού πάνω από 3,9 δις αφορούσαν τη μεταφορά της METLEN στο εξωτερικό, περί τα 1,6 δις αφορούσαν την εξαγορά της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή από τη Masdar, ενώ το 1,7 δις κατευθύνθηκε στο Real Estate, στον τουρισμό και στην αγορά κατοικιών.

Στην παραγωγική οικονομία, στη βιομηχανία, στη μεταποίηση και στις νέες τεχνολογίες, απέμεινε μόνο ένα ελάχιστο ποσόν – παρά το ότι  η χώρα μας διαθέτει το μισό συσσωρευμένο αποθεματικό ξένων επενδύσεων από  την Πορτογαλία. Την ίδια στιγμή συμβαίνουν τα εξής:

(α) Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας έχει εκτοξευθεί ξανά πάνω από 6% του ΑΕΠ – οπότε το συνολικό εξωτερικό μας χρέος έχει υπερβεί τα 597 δις.

(β) Η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ παραμένει καθηλωμένη στο 12% – όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 22%.

Αντί λοιπόν να καταθέσει ο υπουργός  ένα εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, έχει φέρει  ένα νομοσχέδιο που ανακυκλώνει τις παθογένειες του παρελθόντος – ενώ προσθέτει γραφειοκρατία και αφήνει παράθυρα αδιαφάνειας.

Όσον αφορά τώρα τη διοικητική πολυδιάσπαση στο σχέδιο νόμου και τη γραφειοκρατία στα άρθρα 1 έως 5, τα εξής:

(α) Δημιουργούνται νέες δομές και επιτροπές – χωρίς να καταργούνται ή να ενοποιούνται οι υφιστάμενες, ενώ

(β) Απουσιάζει εντελώς ο θεσμικός συντονισμός, με τα καθ’ ύλην αρμόδια Υπουργεία.

Σε σχέση με τα κατώτατα οικονομικά όρια στο άρθρο 12, στα 10 εκ., ο υπουργός μας διαβεβαίωσε ότι θα τα αλλάξει, όπως προτείναμε στην συζήτηση επί της αρχής – έτσι ώστε να μην αποκλείονται οι καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις και οι μικρομεσαίες τεχνολογικές επενδύσεις.

Όσον αφορά τις υπερεξουσίες του υπουργού και την αοριστία κινήτρων στα άρθρα 6, 11 και 32, τονίσαμε πως δεν υπάρχουν αντικειμενικά θεσμοθετημένοι κανόνες – με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες αδιαφάνειας και προσωπικών συναλλαγών.

Εδώ μας έκανε εντύπωση η αναφορά του υπουργού, σύμφωνα με την οποία πρέπει να του έχουμε εμπιστοσύνη, επειδή είναι έντιμος και ακέραιος – όταν αφενός μεν ένα νομοσχέδιο δεν πρέπει να εξαρτάται από την ποιότητα ή μη του εκάστοτε υπουργού, αφετέρου θα κληθεί άλλος να το εφαρμόσει, αφού οι εκλογές θα διενεργηθούν σύντομα.

Σχετικά με την επιχορήγηση ξένων κεφαλαίων με ελληνικό δημόσιο χρήμα στα άρθρα 13, 14 και 15, στην ουσία ο αλλοδαπός επενδυτής εισάγει ελάχιστα δικά του κεφάλαια – ενώ δανείζεται ή επιδοτείται από τους πόρους που στερούνται οι εγχώριες επιχειρήσεις.

Όσον αφορά τους ελέγχους και τη σύγκρουση συμφερόντων στα άρθρα 17, 20, 21 και 26, η πιστοποίηση της προόδου και της ολοκλήρωσης των επενδύσεων, ανατίθεται σε ιδιώτες ορκωτούς ελεγκτές – οι οποίοι επιλέγονται και αμείβονται από τον ίδιο τον επενδυτή, γεγονός που δημιουργεί προφανή σύγκρουση συμφερόντων.

Εκτός αυτού, το δημόσιο παραιτείται από τον ουσιαστικό του ρόλο, διατηρώντας μόνο δειγματοληπτικούς ελέγχους – ενώ παρέχεται η δυνατότητα προκαταβολών έως και 30% για παραγγελίες εξοπλισμού από το εξωτερικό, χωρίς να διασφαλίζεται εάν πρόκειται για εικονικές συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών.

Σε σχέση με την υποβάθμιση της απασχόλησης στα άρθρα 23 και 25, επιτρέπεται η πλήρης πιστοποίηση και αποπληρωμή της επένδυσης ακόμη και αν έχει καλυφθεί μόλις το 50% των συμφωνηθεισών νέων θέσεων εργασίας – ενώ δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ή ρήτρα για την υποχρεωτική πρόσληψη εξειδικευμένου ελληνικού επιστημονικού δυναμικού.

Όσον αφορά τη χρονική ασυμμετρία στα άρθρα 24 και 25, παρέχεται στον επενδυτή το προνόμιο της φορολογικής απαλλαγής για χρονικό διάστημα έως και 15 ετών – την ίδια στιγμή που η υποχρέωση διατήρησης της επένδυσης και των θέσεων εργασίας λήγει μόλις στα 6 έτη.

Δημιουργείται έτσι μια απαράδεκτη ασυμμετρία, αφού ο επενδυτής μπορεί να απορροφήσει εξ ολοκλήρου τη φορολογική ελάφρυνση στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ενώ, μόλις παρέλθει η εξαετία, να κλείσει ή να περιορίσει την δραστηριότητά του –  χωρίς καμία απολύτως κύρωση ή υποχρέωση επιστροφής των ευεργετημάτων.

Σε σχέση με την απουσία ρητρών εθνικής ασφαλείας στα άρθρα 7, 8 και 22, δεν προβλέπεται κανένας ειδικός έλεγχος για επενδύσεις που πραγματοποιούνται σε ευαίσθητες παραμεθόριες περιοχές – ενώ απουσιάζουν οι δικλίδες ασφαλείας για επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία, στις κρίσιμες υποδομές και στα δίκτυα ενέργειας.

Εκτός αυτού, επιτρέπεται η μεταβίβαση αποφάσεων υπαγωγής σε τρίτες εταιρείες κελύφη – χωρίς τον έλεγχο του πραγματικού τελικού δικαιούχου.

Η απλή επίκληση του γενικότερου νομοθετικού πλαισίου για το μαύρο χρήμα, με την οποία μας αντέκρουσε ο υφυπουργός, δεν αναπληρώνει την απουσία ειδικών ρητρών προστασίας.

Συνεχίζοντας, οι προτάσεις μας για ένα νέο πλαίσιο Άμεσων Ξένων Επενδύσεων είναι οι εξής:.

Σχετικά με τη θεσμική αναδιάρθρωση και το συντονισμό:

(α) Προτείνουμε τη συγχώνευση όλων των διάσπαρτων επιτροπών και δομών σε έναν ενιαίο, ανεξάρτητο Φορέα προσέλκυσης και αξιολόγησης επενδύσεων – ο οποίος θα υπάγεται απευθείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης.

(β) Προτείνουμε την πλήρη ψηφιοποίηση του φακέλου επένδυσης, μέσω της Εθνικής Πύλης Επενδύσεων – έτσι ώστε κάθε Πολίτης και κάθε ενδιαφερόμενος να παρακολουθεί σε πραγματικό χρόνο την πορεία των αδειοδοτήσεων.

Σχετικά με τα οικονομικά όρια και την καινοτομία:

(α) Προτείνουμε τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του νόμου – έτσι ώστε να περιλαμβάνει επενδυτικά σχέδια από 2 έως 100 εκ.  

(β) Προτείνουμε την εισαγωγή ειδικού γρήγορου διαδρόμου για νεοφυείς επιχειρήσεις και εντάσεως γνώσης επενδύσεις, ανεξαρτήτως ύψους κεφαλαίου – εφόσον δημιουργούν τουλάχιστον 20 εξειδικευμένες θέσεις εργασίας για Έλληνες επιστήμονες.

(γ) Προτείνουμε την παροχή επιπλέον στήριξης, σε επενδύσεις που κατευθύνονται αμιγώς στη βιομηχανική παραγωγή και στον αγροδιατροφικό τομέα.

Σχετικά με τα φορολογικά κίνητρα:

(α) Προτείνουμε υπεραποσβέσεις ύψους 200% για επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό – επίσης, για τεχνολογικές υποδομές.

(β) Προτείνουμε τη σταθεροποίηση του φορολογικού συντελεστή για μια δεκαετία, μόνο για τα κέρδη που επανεπενδύονται αποδεδειγμένα στην ελληνική επικράτεια.

(γ) Προτείνουμε την επιβολή ρήτρας επιστροφής όλων των φοροελαφρύνσεων και επιδοτήσεων, εάν ο επενδυτής μεταφέρει την παραγωγική του δραστηριότητα εκτός Ελλάδος, εντός 10 ετών από την ολοκλήρωση του σχεδίου.

Σχετικά με τους ελέγχους:

(α) Προτείνουμε τη δημιουργία Μητρώου Ανεξάρτητων Ελεγκτών – η κλήρωση των οποίων για κάθε έργο θα γίνεται τυχαία και αυτόματα μέσω ηλεκτρονικού συστήματος από το Υπουργείο και όχι από τον ίδιο τον επενδυτή.

(β) Προτείνουμε την αυστηροποίηση των ποινών για εικονικά τιμολόγια και υπερτιμολογήσεις εξοπλισμού εξωτερικού – με αποκλεισμό του επενδυτή από κάθε κρατική ή κοινοτική ενίσχυση για 15 έτη.

Σχετικά με την απασχόληση και την εγχώρια προστιθέμενη αξία:

(α) Προτείνουμε τη θεσμοθέτηση της υποχρέωσης κάλυψης τουλάχιστον του 80% των δεσμευμένων θέσεων εργασίας, για την πιστοποίηση ολοκλήρωσης της επένδυσης – με πλήρη κάλυψη του 100% εντός διετίας.

(β) Προτείνουμε την επιβολή υποχρεωτικής ρήτρας, σύμφωνα με την οποία το 80% τουλάχιστον του προσωπικού που προσλαμβάνεται να πρέπει να είναι μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος.

(γ) Προτείνουμε την παροχή πρόσθετης φορολογικής απαλλαγής,  για κάθε επενδυτή που προμηθεύεται πάνω από το 50% των πρώτων υλών και των υπηρεσιών του, από εγχώριες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Σχετικά με τη διάρκεια των δεσμεύσεων:

(α) Εάν ένας επενδυτής λαμβάνει φοροαπαλλαγή για 10 έτη, να υποχρεούται να διατηρήσει ακέραιη την παραγωγική του μονάδα και τις θέσεις εργασίας για 10 έτη.

(β) Σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης ή μείωσης του προσωπικού άνω του 20%, οι καταβληθείσες φοροαπαλλαγές να βεβαιώνονται αμέσως ως δημόσιο έσοδο και να εισπράττονται έντοκα.

Σχετικά με την εθνική ασφάλεια και την περιφέρεια:

(α) Προτείνουμε τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικού ελέγχου εθνικής ασφάλειας από ειδική επιτροπή των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη – καθώς επίσης την απαγόρευση συμμετοχής στο πρόγραμμα, εταιρειών που εδρεύουν σε φορολογικούς παραδείσους.

(β) Προτείνουμε την παροχή ειδικού Ακριτικού Επενδυτικού Μπόνους, με επιπλέον επιδότηση 20%, για επενδύσεις που πραγματοποιούνται στους νομούς Έβρου, Ξάνθης και Ροδόπης – καθώς επίσης στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.

Κλείνοντας, η χώρα μας βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι – ενώ δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλάμε πολύτιμους κοινοτικούς και εθνικούς πόρους για να επιδοτούμε ευκαιριακές τοποθετήσεις κεφαλαίων, εξαγορές έτοιμων υποδομών και αγορές ακινήτων.

Το νομοσχέδιο μπορεί μεν να έχει καλές προθέσεις, αλλά δυστυχώς βρίθει λαθών, ασαφειών και παραλείψεων – οπότε δεν μπορούμε να το στηρίξουμε.

Δευτερολογία

Όπως έχουμε ήδη τεκμηριώσει, το νομοσχέδιο είναι γραφειοκρατικό και αποσπασματικό, συγκεντρώνει υπερεξουσίες στο γραφείο του Υπουργού, χαρίζει φορολογικές απαλλαγές χωρίς τις αντίστοιχες δεσμεύσεις για την απασχόληση και αφήνει απροστάτευτη την εθνική μας ασφάλεια – καθώς επίσης τις ακριτικές μας περιοχές.

Αντίθετα, η δική μας πρόταση θέτει κανόνες διαφάνειας και ισονομίας, προστατεύει το δημόσιο χρήμα και τους πόρους των Ελλήνων φορολογουμένων, συνδέει κάθε ευρώ φοροαπαλλαγής με πραγματικές, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, θωρακίζει την παραμεθόριο και ενισχύει την εγχώρια παραγωγική βάση.

Ελπίζουμε λοιπόν να υιοθετηθούν οι προτάσεις μας και να δρομολογηθεί  ένα πραγματικό, εθνικό πλαίσιο επενδύσεων – το οποίο θα υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, την ελληνική κοινωνία και τις επόμενες γενιές.

Σε σχέση δε με τις απαντήσεις που μας δόθηκαν στη χθεσινή επιτροπή, επισημαίνουμε τα εξής:

(α) Ο Υφυπουργός χαρακτήρισε περιττό διοικητικό βάρος την απαίτηση να ελέγχεται ο επενδυτής πέραν της εξαετίας.

Δηλαδή, το να παρέχει η Πολιτεία φορολογικές απαλλαγές και διάφορα ευεργετήματα για 15 ολόκληρα χρόνια, ενώ η υποχρέωση διατήρησης των θέσεων εργασίας και του παραγωγικού εξοπλισμού λήγει μόλις στο 6ο έτος, για την Κυβέρνηση θεωρείται κίνητρο – για την ελληνική κοινωνία, όμως, αποτελεί πρόκληση.

(β) Μας είπε ότι, οι εγχώριες μικρομεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να προσφύγουν στον Αναπτυξιακό Νόμο ή στην Αναπτυξιακή Τράπεζα – ξεχνώντας όμως να αναφέρει πως στον αναπτυξιακό νόμο 5 από τα 12 καθεστώτα παραμένουν ανενεργά, ενώ οι καθυστερήσεις στις εκταμιεύσεις στραγγαλίζουν την αγορά.

(γ) Επέμεινε στο θεσμικό παράδοξο, ο ελεγχόμενος επενδυτής να επιλέγει και να πληρώνει απευθείας τον ελεγκτή του – γεγονός που δημιουργεί προφανή σύγκρουση συμφερόντων.

Αν πράγματι θέλει διαφάνεια, γιατί απέρριψε την πρόταση μας για τυχαία δημόσια κλήρωση των ελεγκτών από το σχετικό Μητρώο υπό την ευθύνη του Υπουργείου;

(δ) Όταν τα κίνητρα, τα κριτήρια και οι τομείς ενίσχυσης μεταφέρονται στις εκάστοτε προκηρύξεις και υπουργικές αποφάσεις, καταργείται ο ουσιαστικός κοινοβουλευτικός έλεγχος – ενώ καλλιεργείται ένα καθεστώς ανασφάλειας δικαίου και πελατειακής διαχείρισης.

(ε) Η απλή επίκληση του οριζόντιου νομοθετικού πλαισίου για το μαύρο χρήμα, δεν αναπληρώνει την απουσία ειδικών ρητρών προστασίας – για τις κρίσιμες εθνικές υποδομές και τη διαφάνεια των πραγματικών δικαιούχων.

Ειλικρινά περιμέναμε απαντήσεις επί της ουσίας – καθώς επίσης υιοθέτηση έστω κάποιων προτάσεων των φορέων και των υπολοίπων κομμάτων.

Περιμέναμε να ακούσουμε γιατί ο υπουργός επιλέγει να αγνοήσει τις δομικές αδυναμίες ενός νομοσχεδίου που φιλοδοξεί να βελτιώσει το αναπτυξιακό μέλλον της χώρας μας – όπου, αντί για κάτι τέτοιο, γίναμε για ακόμη μια φορά μάρτυρες της συνήθους κυβερνητικής τακτικής.

Ποιας; Της ωραιοποίησης αριθμών, τις γενικόλογες διακηρύξεις περί φιλικού επενδυτικού περιβάλλοντος και την πλήρη αδιαφορία στις προτάσεις των άλλων.

Ειδικά όσον αφορά  την πραγματική κατανομή των πόρων και την ποιότητα των επενδύσεων, ο υπουργός θριαμβολόγησε για τους δείκτες εισροής κεφαλαίων – χωρίς να  δώσει ιδιαίτερη σημασία, ως όφειλε, στο πόσα από αυτά τα ξένα κεφάλαια δημιουργούν πραγματικό, νέο πάγιο εξοπλισμό στη χώρα και πόσα έχουν οδηγηθεί σε απλές εξαγορές υφισταμένων ελληνικών επιχειρήσεων και υποδομών

Η αλήθεια όμως είναι ξεκάθαρη – πως η συντριπτική πλειονότητα των κεφαλαίων που εισέρχονται στη χώρα δεν κατευθύνεται στην ίδρυση νέων εργοστασίων, στην κατασκευή νέων παραγωγικών μονάδων ή στη δημιουργία νέων ερευνητικών κέντρων.

Αντίθετα, κατευθύνεται στην εξαγορά έτοιμων, κερδοφόρων ελληνικών επιχειρήσεων – οπότε πρόκειται για αλλαγή ιδιοκτησίας και όχι για αναπτυξιακή επέκταση.

Ειδικότερα, ο αλλοδαπός επενδυτής αγοράζει έτοιμη υπεραξία, συχνά χρηματοδοτούμενος από το εγχώριο τραπεζικό σύστημα ή από κοινοτικούς πόρους – ενώ, στη συνέχεια εξάγει τα κέρδη του στο εξωτερικό, αυξάνοντας το ήδη επικίνδυνα υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μας.

Επομένως, δεν πρόκειται για την παραγωγική ανασυγκρότηση που έχει απόλυτα ανάγκη η χώρα μας – αλλά για τον αφελληνισμό της παραγωγικής μας βάσης που θα μας κοστίσει πανάκριβα στο μέλλον.

Όσον αφορά τώρα το ζήτημα της μεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, σε ολόκληρο τον ανεπτυγμένο κόσμο, όταν μια χώρα παρέχει ισχυρά φορολογικά κίνητρα και κρατικές επιδοτήσεις σε πολυεθνικούς ομίλους, θέτει έναν απαράβατο όρο: τη μεταφορά τεχνολογίας στις εγχώριες επιχειρήσεις και τη διασύνδεση με τα εθνικά ερευνητικά ιδρύματα, καθώς επίσης με τα Πανεπιστήμια.

Στο σημερινό νομοσχέδιο όμως, δεν υπάρχει ούτε μία γραμμή που να υποχρεώνει τον ξένο επενδυτή για τα παραπάνω.

Έτσι, παραμένει η Ελλάδα να λειτουργεί ως απλός καταναλωτής τεχνολογίας και ως πάροχος φθηνού ή εξειδικευμένου προσωπικού – χωρίς να χτίζουμε δική μας εγχώρια προστιθέμενη αξία.

Τέλος, δεν αναφέρθηκε τίποτα απολύτως για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του επενδυτή.

Τι θα συμβεί αλήθεια, όταν μια επένδυση, αφού λάβει τις φοροαπαλλαγές και τις διευκολύνσεις, αποτύχει ή εγκαταλειφθεί; Δεν θα έπρεπε να απαιτούνται εγγυητικές επιστολές;

Συμπερασματικά λοιπόν, το Δημόσιο αναλαμβάνει όλο το επιχειρηματικό ρίσκο – ενώ ο επενδυτής καρπώνεται όλο το όφελος.

Αν η επένδυση πάει καλά, τα κέρδη οδηγούνται σε εξωχώριες εταιρείες – ενώ αν η επένδυση αποτύχει, το ζημιογόνο αποτέλεσμα, οι απολύσεις και τα ημιτελή κτίσματα, μένουν στην τοπική κοινωνία.

Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μας δεν έχει ανάγκη από ένα νομοθετικό πλαίσιο που αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως πεδίο ευκαιριακής εκμετάλλευσης κεφαλαίων – αλλά ανάγκη από πραγματικές, παραγωγικές επενδύσεις.

Έχει ανάγκη από επενδύσεις που παραμένουν στη χώρα και που  δημιουργούν μακροχρόνια προστιθέμενη αξία – επιπλέον που πληρώνουν δίκαιους μισθούς και σέβονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, ενώ συνδέονται με την ελληνική παραγωγή, στηρίζοντας τον Έλληνα αγρότη, τον Έλληνα βιοτέχνη και τον Έλληνα επιστήμονα.

Όσο λοιπόν η κυβέρνηση αρνείται τις ουσιαστικές τροποποιήσεις και δεν υιοθετεί ασφαλιστικές δικλίδες για τη μεταφορά τεχνολογίας και την προστασία του δημόσιου χρήματος, η κατάσταση μας δεν πρόκειται να βελτιωθεί – ενώ τεκμηριώνεται πως το σημερινό νομοσχέδιο δεν σχεδιάστηκε για τις ανάγκες της χώρας, αλλά για τις επιθυμίες συγκεκριμένων επενδυτικών συμφερόντων.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading