Τα χρέη της Ελλάδας και η «βόμβα» του 2033 - The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Τα χρέη της Ελλάδας και η «βόμβα» του 2033

.

Η ελληνική οικονομία μπροστά στο κρυφό ναρκοπέδιο των 427 δισεκατομμυρίων ευρώ και τη μεγάλη ανατροπή που έρχεται το 2033.

Η τεχνητή μείωση του δείκτη χρέους/ΑΕΠ, κρύβει μια σκοτεινή πραγματικότητα – όπου ενώ το ονομαστικό χρέος εκτινάχθηκε κατά 66 ολόκληρα δισεκατομμύρια ευρώ μέσα σε έξι χρόνια αγγίζοντας το αστρονομικό ποσό των 427 δις €, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για ένα στατιστικό «θαύμα» που βασίστηκε στη λεηλασία των Πολιτών. Η λογιστική αυτή ψευδαίσθηση, συντηρείται αποκλειστικά από την αφαίμαξη των εισοδημάτων μέσω του πληθωρισμού – καθώς επίσης από την απαράδεκτη δέσμευση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, με τα εσωτερικά Repos να εκτοξεύονται από τα 21,9 στα 65 δις € και στο 1,6 τρις € ανακυκλούμενα, για να μείνει ο δείκτης χρέος/ΑΕΠ τεχνητά χαμηλός. Αυτός ο αργός οικονομικός θάνατος που ξεκίνησε με την κυλιόμενη χρεοκοπία του 2010, για να σωθούν οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες, οδηγεί μαθηματικά στο γκρεμό – αφού η πλασματική σταθερότητα θα ανατραπεί βίαια την 1η Ιανουαρίου 2033. Με τη λήξη της περιόδου χάριτος του EFSF, οι ετήσιες ταμειακές απαιτήσεις θα εκτιναχθούν στα 13 έως 15 δις € ετήσια – επειδή στην πλάτη των επόμενων γενεών ,θα φορτωθεί ξαφνικά η βόμβα των 96,4 δις € του δανείου του EFSF και των 25 δις € των συσσωρευμένων τόκων του, απειλώντας τη χώρα με μια ακαριαία, ολοκληρωτική κατάρρευση. Η γνώση αυτών των αριθμών αποτελεί το μοναδικό όπλο των Πολιτών, απέναντι στην επικοινωνιακή προπαγάνδα των διεθνών οίκων και των εγχωρίων κυβερνήσεων – ενώ η ιστορία έχει αποδείξει ότι, η οικονομική υποδούλωση οδηγεί αναπόφευκτα και σε εθνικές υποχωρήσεις.

.

Ανάλυση

Η Ελλάδα, το 2010, δεν επέλεξε την ακαριαία χρεοκοπία – επειδή δεν το ήθελε ούτε το κομματικό της σύστημα διακυβέρνησης (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) που την πτώχευσε, οπότε φοβόταν τις συνέπειες, ούτε οι εταίροι της στην ΕΕ που προέβλεπαν μετάδοση της κρίσης. Κυρίως βέβαια δεν το ήθελαν η Γερμανία και η Γαλλία – λόγω της επικίνδυνης έκθεσης των τραπεζών τους στα ελληνικά ομόλογα και δάνεια.

Επέλεξε την σταδιακή χρεοκοπία, με σταθμούς το 2012 και το 2015, όπου δεν χρεοκοπεί μεν το κράτος επίσημα, αλλά εξαθλιώνονται και χρεοκοπούν σταδιακά οι Πολίτες του – ενώ το κράτος υποθηκεύεται και ξεπουλιώνται τα περιουσιακά του στοιχεία, με επώδυνες συνέπειες.

Μερικές από αυτές τις συνέπειες, όσον αφορά το κράτος, είναι η διαχρονική αιμορραγία ρευστότητας από τα μερίσματα των ξένων ιδιοκτητών των σημαντικότερων εγχωρίων επιχειρήσεων, η ηγεμονία των αφελληνισμένων τραπεζών που αισχροκερδούν ασύστολα χωρίς να πληρώνουν ούτε ένα ευρώ φόρους (ανάλυση), τα συνεχή ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, η μεγάλη εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις κοκ.

Ο αργός θάνατος που επέλεξε η Ελλάδα, αντί τον ξαφνικό, θα έχει ως αποτέλεσμα να υποφέρουν πολλές γενιές Ελλήνων – ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην αποφευχθεί σε κάποια στιγμή στο μέλλον μία ακαριαία χρεοκοπία, όπως φαίνεται από το ύψος των χρεών μας.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν πολύ πιο επώδυνο για τους Πολίτες – αφού θα έχουν χάσει έως τότε το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών τους στοιχείων, ενώ η δημόσια περιουσία θα έχει πια ξεπουληθεί. Επομένως η οικονομική κατάσταση κράτους και Πολιτών θα είναι κατά πολύ χειρότερη, σε σχέση με το 2010 – συμπληρώνοντας ότι, τα εθνικά θέματα είναι πάντοτε σε άμεση εξάρτηση με την οικονομία μίας χώρας.

Θα υπάρξουν βέβαια πολλοί που θα μας αντικρούσουν λέγοντας με το δίκιο τους ότι, «γιατί να πιστέψουν εμάς και όχι τις εταιρίες αξιολόγησης, τους διεθνείς οργανισμούς όπως η ΕΕ και το ΔΝΤ που λένε τα καλύτερα για την οικονομική μας κατάσταση;». Η απάντηση είναι πολύ απλή: Η Ελλάδα χρεοκόπησε με αξιολογήσεις Α, Α+ και Α1 – ενώ οι ξένοι κοιτάζουν το δικό τους συμφέρον και όχι των Πολιτών της χώρας μας.

Κάποιοι άλλοι θα αναφερθούν στη μείωση του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ που μετράει διεθνώς και όχι στο απόλυτο μέγεθος του – όπου όμως ισχύουν τα εξής:

Το κρατικό μας χρέος αυξήθηκε κατά 66 δις € το 2025, σε σχέση με το 2019, στα 427 δις € – όπως φαίνεται από τον επίσημο πίνακα του ΟΔΔΗΧ. Εν τούτοις, το δημόσιο χρέος/ΑΕΠ μειώθηκε – από το 176,6% του ΑΕΠ (αναθεωρημένα 180,6%), στο 146,1%. Πού οφείλεται το «θαύμα»; Στους εξής 3 διαφορετικούς «παράγοντες»:

(α) Στην άνοδο του ΑΕΠ, δηλαδή του παρανομαστή, κατά 44 δις € μόνο από τον πληθωρισμό (συνολικά με την πραγματική ανάπτυξη κατά 64 δις €) – όπου πρόκειται για την κλασική μέθοδο μείωσης του δείκτη εις βάρος των Πολιτών, με την ονομασία «χρηματοπιστωτική καταστολή».

) Στον εσωτερικό δανεισμό από τα ασφαλιστικά και λοιπά ταμεία που καταθέτονται υποχρεωτικά από την Τρόικα στην ΤτΕ με Repos και που δεν μετράει στο δείκτη χρέος/ΑΕΠ – όπου από 21,9 δις € που τα παρέλαβε η ΝΔ, τα αύξησε στα 65 δις €, ενώ με πάνω από τα 50 δις € καλύπτει πάγιες ανάγκες! (εδώ έχει ενδιαφέρον ένας πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ και νυν υποψήφιος της ΝΔ που ανησυχεί για τα αποθεματικά του ΑΚΑΓΕ – χωρίς προφανώς να γνωρίζει ότι, τα περίπου 23 δις € του ταμείου έχουν μετατραπεί πιθανότατα σε δανεικά και αγύριστα του κράτους).

Δηλαδή στην τεχνητή πτώση του αριθμητή – όπου τα δάνεια από τις αγορές, αντικαταστάθηκαν απαράδεκτα με δάνεια από τα ταμεία των εργαζομένων. Το γεγονός αυτό προφανώς δεν ενδιαφέρει τους δανειστές – αφού σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμών της χώρας, απλά τα ταμεία θα χάσουν τα αποθεματικά τους και οι εργαζόμενοι τις συντάξεις τους. Στο γράφημα που ακολουθεί η ανακύκλωση των repos στο 1,6 τρις €.

(γ) Στη χρησιμοποίηση του «μαξιλαριού» των 15,7 δις €, κυρίως του δανείου του ESM που δεν επιτρεπόταν στο παρελθόν – συν μέρος των ταμειακών διαθεσίμων που θα χρησιμοποιηθούν για την πρόωρη πληρωμή των περίπου 12 δις € που σχεδιάζει η κυβέρνηση.

Τα χρέη της Ελλάδας

Συνεχίζοντας, στο παραπάνω πλαίσιο θεωρήσαμε σκόπιμη την ανάλυση των επιμέρους χρεών της Ελλάδας, με βάση τον κατωτέρω πίνακα του ετησίου δελτίου χρέους που εκδίδει το υπουργείο οικονομικών μία φορά το χρόνο  – όπου βέβαια μπορεί να υπάρχουν κάποιες μικρές ανακρίβειες, επειδή δεν έχουμε πρόσβαση στο γενικό λογιστήριο του κράτους, αλλά η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει καθόλου (μόνο οι λεπτομέρειες).

Εν προκειμένω, όπως φαίνεται από τον πίνακα η Ελλάδα (κεντρική διοίκηση), με ημερομηνία 31.12.2025, χρωστούσε 427,123 δις € – από 361,16 δις € στις 31.12.2019. Επομένως, τα χρέη της αυξήθηκαν κατά 66 δις € – ενώ κατανέμονται ως εξής:

(1) EFSF – 125,7 δις € συν παγωμένους τόκους άνω των 25 δις € έως τα τέλη του 2032 – σήμερα πάνω από 15,5 δις €

Η Ελλάδα έλαβε συνολικά 141,8 δις € σε δάνεια από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) – στο πλαίσιο του 2ου μνημονίου, κατά την περίοδο 2012 έως 2015. Από το αρχικό αυτό ποσό, το ανεξόφλητο υπόλοιπο που οφείλει ακόμη η χώρα διαμορφώνεται περίπου στα 125,7 δις € — με τις τελικές αποπληρωμές να εκτείνονται έως το 2070. Αναφορικά με το επιτόκιο, ισχύουν τα εξής εξαιρετικά ευνοϊκά χαρακτηριστικά:

1α) Τα δάνεια του EFSF δεν έχουν ένα σταθερό, προκαθορισμένο επιτόκιο. Η τιμολόγησή τους βασίζεται στο κόστος άντλησης κεφαλαίων του ίδιου του EFSF από τις διεθνείς αγορές (κόστος χρηματοδότησης) – στο οποίο προστίθενται μόνο κάποια πολύ χαμηλά λειτουργικά έξοδα και προμήθειες. Με βάση τα επίσημα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο για το χαρτοφυλάκιο των δανείων του EFSF διαμορφώνεται στο 1,94%.

1β) Το επιτόκιο αυτό διατηρείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, χάρη στα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που αποφασίστηκαν για την Ελλάδα — όπως το «πάγωμα» και η μετάθεση καταβολής τόκων, καθώς επίσης η κατάργηση των επιπλέον περιθωρίων κέρδους/step-up margins ή ποινής χρεών (ύψους 2% που είχε επιβληθεί αρχικά σε ένα συγκεκριμένο υποτμήμα δανείου ύψους 11,3 δις € που είχε χρησιμοποιηθεί για την επαναγορά χρέους το 2012).

1γ) Το ποσόν του χρέους του EFSF που επιμηκύνθηκε τον Ιούνιο του 2018 ανέρχεται σε 96,4 δις € — ενώ η απόφαση αυτή δεν αφορούσε ένα μόνιμο «πάγωμα» του ίδιου του κεφαλαίου, αλλά επιπλέον μια 10ετή περίοδο χάριτος για την καταβολή των τόκων και των χρεολυσίων.

Για το συγκεκριμένο κομμάτι των 96,4 δις €, η υποχρέωση της Ελλάδας να πληρώνει ετήσιες δόσεις κεφαλαίου και τόκων μετατέθηκε κατά 10 χρόνια στο μέλλον — ενώ η έναρξη αποπληρωμής του κεφαλαίου μεταφέρθηκε από το 2023 για το 2033. Η συνολική διάρκεια των δανείων επιμηκύνθηκε, με αποτέλεσμα το χρονοδιάγραμμα των εξοφλήσεων να εκτείνεται πλέον μέχρι το 2070.

Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, η Ελλάδα σήμερα δεν εξυπηρετεί χρέος 427 δις €, αλλά περί τα 315 δις €, δανειζόμενη τα 65 δις € από τα δικά της ταμεία – οπότε εύλογα δεν αντιμετωπίζει προβλήματα.

1δ) Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το πάγωμα της περιόδου 2014 έως 2022, δεν σήμαινε παραγραφή ή διαγραφή των τόκων — αφού οι τόκοι αυτοί κεφαλαιοποιούνταν, προστίθενταν δηλαδή στο συνολικό λογαριασμό. Πρόσφατα δε, με απόφαση της Eurostat, οι αναβαλλόμενοι αυτοί τόκοι άρχισαν να προσμετρώνται κανονικά στον ετήσιο υπολογισμό του χρέους της Κεντρικής Διοίκησης. Μετά τη λήξη της 10ετούς περιόδου χάριτος που συμφωνήθηκε το 2018, το ετήσιο πλάνο αποπληρωμής της Ελλάδας προς τον EFSF έχει αναδιαμορφωθεί πλήρως, με τις υποχρεώσεις να εκτείνονται σε βάθος δεκαετιών, συγκεκριμένα έως το 2070.

1ε) Η επιστροφή των κεφαλαίων και των συσσωρευμένων τόκων, οργανώνεται με βάση τρία κεντρικά χαρακτηριστικά: Η έναρξη της καταβολής των χρεολυσίων των 96,4 δις € μετατέθηκε κατά 10 χρόνια και θα ξεκινήσει επίσημα το 2033 — ενώ στο τρέχον μεσοδιάστημα, η Ελλάδα δεν πληρώνει δόσεις κεφαλαίου για αυτό το τμήμα του χρέους. Ούτε τόκους — οπότε όλο αυτό το διάστημα, οι τόκοι για τα 96,4 δις € του EFSF δεν καταβάλλονται ταμειακά, αλλά συσσωρεύονται.

Οι πληρωμές έχουν «μοιρασθεί» με τέτοιο τρόπο, ώστε τα ετήσια ποσά που θα καλείται να πληρώνει η Ελλάδα από το 2033 και μετά να είναι σταθερά και χαμηλά, στα 2 έως 3 δις € — ενώ ο στόχος είναι οι ετήσιες ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να παραμένουν αυστηρά κάτω από το 15% με 20% του ΑΕΠ, διασφαλίζοντας ότι το χρέος θα είναι πάντα διαχειρίσιμο από τον προϋπολογισμό.

(2) ESM: 59,5 δις €

Τα συνολικά δάνεια που έλαβε η Ελλάδα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) στο πλαίσιο του μνημονίου (2015–2018) ανέρχονται σε 61,9 δις € — επειδή, αν και το αρχικό πλαίσιο του προγράμματος προέβλεπε τη δυνατότητα χρηματοδότησης έως και 86 δις €, η χώρα δεν χρειάστηκε να εκταμιεύσει ολόκληρο το ποσόν λόγω της καλύτερης πορείας των δημοσιονομικών της και της ολοκλήρωσης των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων με μικρότερο κόστος. Τα βασικά Χαρακτηριστικά των Δανείων του ESM είναι τα εξής:

2α) Από τα 61,9 δις €, το υπόλοιπο που οφείλει παραμένει στα 59,5 δις € — ενώ, σε αντίθεση με τον EFSF, η αποπληρωμή των δανείων του ESM δεν έχει ξεκινήσει ακόμη. Είναι προγραμματισμένη να ξεκινήσει το 2034 και να ολοκληρωθεί το 2060.

2β) Το μέσο επιτόκιο δανεισμού διαμορφώνεται περίπου στο 1,76%. Όπως και στην περίπτωση του EFSF, το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και συνδέεται απευθείας με το εξαιρετικά χαμηλό κόστος, με το οποίο ο ίδιος ο ESM αντλεί κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές.

(3) GLF: 26,3 δις €

Τα δάνεια GLF (Greek Loan Facility) αποτέλεσαν τον «πυρήνα» του 1ου Μνημονίου τον Μάιο του 2010 — ενώ το αρχικό συνολικό ποσό που συμφωνήθηκε και εκταμιεύθηκε από 14 χώρες της Ευρωζώνης ανήλθε στα 52,9 δις €. Εν τούτοις λόγω των πρόωρων αποπληρωμών από το ελληνικό δημόσιο, το τρέχον ανεξόφλητο υπόλοιπο έχει μειωθεί σημαντικά στα 26,3 δις €.

Όσον αφορά τα επιτόκια, το ονομαστικό κυμαινόμενο επιτόκιο χωρίς τη χρήση των swaps είναι Euribor 3μήνου + 0,5% — ενώ τα swaps που συνήψε ο ΟΔΔΗΧ καλύπτουν το ελληνικό δημόσιο έως το 2030 ή 2031, με κλειδωμένο το Euribor γύρω στο 1%, οπότε είναι περί το 1,5%.

(4) Ομόλογα, 100,76 δις €

Στο τέλος του 2025, η συνολική ονομαστική αξία των ελληνικών κρατικών ομολογιακών τίτλων (GGBs) που βρίσκονταν σε κυκλοφορία από τον ΟΔΔΗΧ (χωρίς να προσμετρώνται τα έντοκα γραμμάτια), ανερχόταν στα 100,76 δις €. Το stock αυτό διακρίνεται με βάση την αγορά έκδοσής του ως εξής:

4α) Ομόλογα Αγοράς Εσωτερικού: 98,873 δις €. Πρόκειται για το μεγάλο εγχώριο χαρτοφυλάκιο τίτλων, το οποίο αντιπροσωπεύει το 24,3% του χρέους Μάαστριχτ της Κεντρικής Διοίκησης. Το stock αυτό περιλαμβάνει τόσο τους τίτλους που έχουν απομείνει από την ιστορική αναδιάρθρωση του PSI του 2012 (με τελικές λήξεις έως το 2042), όσο και όλα τα νέα ομόλογα αναφοράς που εκδίδει σταθερά η χώρα τα τελευταία έτη, για την άντληση ρευστότητας.

4β) Ομόλογα Αγορών Εξωτερικού: 1,887 δις €. Αφορούν παλαιότερες ειδικές εκδόσεις τίτλων που κυκλοφορούν αποκλειστικά στις διεθνείς αγορές εκτός Ελλάδος.

Από το συνολικό stock των κρατικών ομολόγων, υπολογίζεται ότι περίπου 12 έως 14 δις € διακρατούνται σταθερά από τις ελληνικές συστημικές τράπεζες – άρα σχετικά πολύ λίγα, ενώ από αυτό ακριβώς φαίνεται η περιορισμένη εμπιστοσύνη τους στην οικονομία μας.

(5) Λοιπά δάνεια εξωτερικού: 21,297 δις € 

Επιμερίζονται ως εξής:

5α) Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF) περί τα 13,42 δις €, όπου πρόκειται για τα χαμηλότοκα δάνεια του προγράμματος «Ελλάδα 2.0» — ενώ τα χρήματα αυτά αντλούνται σταδιακά, με το stock τους στο τέλος του 2025, να αποτυπώνει το σύνολο των έως τότε εκταμιεύσεων που διοχετεύθηκαν στην ελληνική αγορά.

5β) Στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ / EIB) περί τα 4,45 δις € — όπου είναι το ενεργό υπόλοιπο από τα μακροπρόθεσμα επενδυτικά δάνεια που λαμβάνει σταθερά το ελληνικό κράτος για τη συγχρηματοδότηση μεγάλων έργων υποδομής (π.χ. Μετρό, οδικοί άξονες).

5γ) Στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Κομισιόν) για το Πρόγραμμα SURE περί τα 3,43 δις € — όπου πρόκειται για το εκκρεμές υπόλοιπο του έκτακτου δανείου (αρχικού ύψους 5,2 δις €) που έλαβε η Ελλάδα κατά την πανδημία, για τη χρηματοδότηση των αναστολών εργασίας και της στήριξης της απασχόλησης.

(6) Έντοκα Γραμμάτια του Δημοσίου: 7,969 δις €

Πρόκειται για το stock του βραχυπρόθεσμου δανεισμού (τίτλοι διάρκειας 13, 26 και 52 εβδομάδων) που εκδίδει συστηματικά ο ΟΔΔΗΧ για την κάλυψη τρεχουσών ταμειακών αναγκών.

(7) Repos από Οργανισμούς του Δημοσίου: 62,851 δις €

Αφορούν το «βουνό» του ενδοκυβερνητικού βραχυπρόθεσμου δανεισμού – μέσω του οποίου η Κεντρική Διοίκηση «δανείζεται» και αξιοποιεί τις ταμειακές ροές και τα πλεονάσματα των δημόσιων φορέων (ασφαλιστικά ταμεία, ΟΤΑ, νοσοκομεία, πανεπιστήμια κλπ.), αποτυπώνοντας τη μεγάλη εσωτερική εξάρτηση του κράτους για ρευστότητα. Συνοπτικά όλα τα παραπάνω στο γράφημα που ακολουθεί – από το οποίο φαίνεται καθαρά πως τα δάνεια της Ελλάδας από τις αγορές είναι ελάχιστα (κυρίως από τα δικά μας αποθεματικά των ταμείων δανείζεται) και τα περισσότερα ομόλογα που εκδίδει ανακυκλώνουν παλαιότερα. Επομένως τι κίνδυνο να αξιολογήσουν οι εταιρίες; Τον ανύπαρκτο, σημειώνοντας πως τα περισσότερα ομόλογα είναι αγγλικού δικαίου;

Σημείωση Μεθοδολογίας

Στο ετήσιο Δελτίο «Δημόσιο Χρέος & Δανεισμός 2025» (σελίδα 16), ο επίσημος πίνακας της Κεντρικής Διοίκησης δείχνει καθαρά τη διαφορά μεταξύ δύο μεγεθών:

(α) Το Χρέος κατά τον ΟΔΔΗΧ (Μάαστριχτ): Αποτυπώνεται στα 406,123 δις € για το τέλος του 2025. Αυτή η μεθοδολογία ακολουθεί τους αυστηρούς κανόνες της Συνθήκης του Μάαστριχτ, οι οποίοι δεν περιλαμβάνουν τις στατιστικές προσαρμογές του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ESA 2010), επειδή αυτές δεν αποτελούν άμεσα απαιτητό, ονομαστικό κεφάλαιο. (Σημείωση: Στο τελικό άθροισμα των 406,123 δισ. € περιλαμβάνονται επιπλέον 1,646 δισ. € που αφορούν ειδικά διμερή και διακρατικά λογιστικά δάνεια του ΟΔΔΗΧ).

(β) Το χρέος κατά το «Κράτος» (ESA 2010): Στη δεύτερη στήλη αποτυπώνεται στα 427,123 δισ. € — επειδή εδώ ακριβώς συμπεριλαμβάνονται οι στατιστικές προσαρμογές (ύψους 21 δις ευρώ). Σύμφωνα με την επίσημη ανάλυση της κυβέρνησης, οι προσαρμογές αυτές αφορούν διαχρονικά τα εξής:

Τους Αναβαλλόμενους Τόκους του EFSF (που το 2025 διαμορφώνονται σε πάνω από 15,5 δις € λόγω ετήσιας κεφαλαιοποίησης), και τις Λοιπές Προσαρμογές ύψους περί τα 5,5 δις € μείον τη διαφορά των παγωμένων τόκων προς τα επάνω  που ενσωματώνουν τις υποχρεώσεις από ΣΔΙΤ, το πρόγραμμα «Φιλόδημος Ι» για τους δήμους, τα νομίσματα σε κυκλοφορία και τα Ειδικά Τραβηχτικά Δικαιώματα (SDR).

Η λογιστική ψευδαίσθηση και η «βόμβα» του 2033

Συνεχίζοντας, το «ραβδόγραμμα» του ΟΔΔΗΧ στη σελίδα 2 του δελτίου χρέους στις 30.06.2026 αποκαλύπτει ανάγλυφα ότι, η τρέχουσα δημοσιονομική σταθερότητα είναι εν πολλοίς τεχνητή – με την έννοια πως για την περίοδο έως το 2031, οι ετήσιες αποπληρωμές κεφαλαίου παραμένουν χαμηλές (4-7 δις € ετησίως), δίνοντας μια πλασματική αίσθηση ασφάλειας.

Η πραγματικότητα ανατρέπεται δραματικά το 2033 – όπου με τη λήξη της περιόδου χάριτος για τα 96,4 δις € του EFSF, η χώρα εισέρχεται σε μια σκοτεινή εικοσαετία (2033–2052). Οι ετήσιες δόσεις εκτινάσσονται στα 13-15 δις €, επειδή το κράτος καλείται να πληρώσει σωρευτικά τόσο το τρέχον κεφάλαιο, όσο και τις ετήσιες δόσεις από τα περίπου 25 δις € των παγωμένων τόκων που θα έχουν συσσωρευθεί έως τότε.

Πρόκειται για ένα μόνιμο ναρκοπέδιο για τους μελλοντικούς προϋπολογισμούς – το οποία μας κληροδότησαν οι μνημονιακές δεσμεύσεις. Η χαρτογράφηση τώρα των μελλοντικών υποχρεώσεων της χώρας, αναλύεται στις παρακάτω τρεις διακριτές φάσεις:

(α) Η ήρεμη περίοδος (2026 – 2031): Για τα επόμενα έτη, οι ετήσιες ανάγκες για αποπληρωμή κεφαλαίου συγκρατούνται σε απόλυτα διαχειρίσιμα επίπεδα – αφού διαμορφώνονται κατά μέσο όρο στα 4 έως 7 δις € ετήσια. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι, το κύριο σώμα των δανείων του 1ου μνημονίου (GLF) εξοφλείται πρόωρα – ενώ οι μεγάλες μάζες των δανείων του 2ου και 3ου μνημονίου (EFSF/ESM) ευρίσκονται ακόμη βαθιά μέσα στην περίοδο χάριτος.

(β) Το μεταβατικό έτος 2032: Το 2032 αποτελεί το οριακό σημείο καμπής – με την έννοια πως οι ετήσιες λήξεις σημειώνουν μια πρώτη αισθητή άνοδο, αγγίζοντας τα 10 έως 12 δις €, επειδή συμπίπτουν οι τελικές εξοφλήσεις συγκεκριμένων ομολόγων μακράς διάρκειας.

(γ) Η «βόμβα» του 2033 και η επόμενη εικοσαετία (2033 – 2052): Το έτος 2033, αποτυπώνεται στο ραβδόγραμμα ως μια τεράστια, απότομη κορυφή όπου οι ετήσιες ανάγκες εξυπηρέτησης εκτινάσσονται σταθερά πάνω από τα 13 έως 15 δις € ετήσια. Ειδικότερα, την 1η Ιανουαρίου του 2033 λήγει οριστικά η 10ετής παράταση της περιόδου χάριτος που δόθηκε το 2018, για το πακέτο των 96,4 δις € του 2ου Μνημονίου – οπότε η Ελλάδα υποχρεούται πλέον να πληρώνει ταυτόχρονα τις κανονικές, τρέχουσες ετήσιες δόσεις του κεφαλαίου και το αναλογούν μερίδιο από το «βουνό» των πάνω από 25 δις € τόκων που συσσωρεύθηκαν όλη την προηγούμενη περίοδο.

Επίλογος

Η ακτινογραφία του ελληνικού χρέους και του τραπεζικού συστήματος αποδεικνύει ότι, τα «οικονομικά θαύματα» που επικαλούνται οι εγχώριες κυβερνήσεις και οι ξένοι οίκοι αξιολόγησης, αποτελούν μια επικίνδυνη λογιστική βιτρίνα. Ο μηδενισμός των ταμειακών φόρων των συστημικών τραπεζών μέσω του DTC και της εικοσαετούς απόσβεσης των ζημιών τους, καθώς επίσης η τεχνητή συμπίεση του δείκτη χρέους/ΑΕΠ μέσω του πληθωρισμού και της αφαίμαξης των ασφαλιστικών ταμείων, δεν εξαφανίζουν το πρόβλημα. Απλά μεταθέτουν το κόστος στις επόμενες γενιές – οι οποίες θα κληθούν να πληρώσουν τις συνέπειες της κυλιόμενης χρεοκοπίας που ξεκίνησε το 2010.

Η χώρα δεν μπορεί να πορεύεται επ’ άπειρον με δανεικά διαθέσιμα και με πλασματική σταθερότητα – ενώ ο χρόνος μετράει ήδη αντίστροφα και ο ορίζοντας του 2033 στέκεται μπροστά μας, ως η απόλυτη ώρα της αλήθειας. Εάν η Ελλάδα δεν αποκτήσει άμεσα μια αυτόνομη, παραγωγική οικονομία που να επιστρέφει πλούτο στους Πολίτες της, όχι μόνο στα καρτέλ, στις αλλοδαπές θυγατρικές και στα ξένα funds, θα βιώσει πολύ οδυνηρές καταστάσεις – ενώ το στοίχημα πλέον δεν είναι αν θα ευημερούν οι δείκτες, αλλά αν θα επιβιώσει η ίδια η χώρα και η κοινωνία της.

Η γνώση αυτών των αριθμών αποτελεί το μοναδικό όπλο των Πολιτών, απέναντι στην επικοινωνιακή προπαγάνδα των διεθνών οίκων και των εγχωρίων κυβερνήσεων – ενώ η ιστορία έχει αποδείξει ότι, η οικονομική υποδούλωση οδηγεί αναπόφευκτα και σε εθνικές υποχωρήσεις. Είναι πλέον ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας να αντιληφθεί το μέγεθος του ναρκοπεδίου – πριν η επόμενη μεγάλη κορυφή των λήξεων «εκραγεί» στα χέρια των επόμενων γενεών.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading