.

Η διπλή αποτυχία της Γερμανίας στη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου και η επιτυχία της, οι κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες της χώρας μας και η αξιολόγηση τους, η οπισθοδρόμηση της Ελλάδας στο ΑΕΠ του 2003 υπό πολύ χειρότερες όμως συνθήκες και η νέα απειλή ενός γερμανικού μισθολογικού dumping – η οποία θα ήταν θανατηφόρα για τις υπερχρεωμένες χώρες της Ευρωζώνης.
.
Οικονομικά κείμενα

Διπλή η αποτυχία των Γερμανών (α) στη συμφωνία δήμευσης των ρωσικών κεφαλαίων και (β) στη συμφωνία της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur, στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ – με μία όμως επιτυχία. Ειδικότερα τα εξής:
Όσον αφορά τη δήμευση, θα μπορούσε να το κάνει η ΕΕ; Ασφαλώς όχι, αφού θα έχανε την αναμφίβολη αγωγή της Ρωσίας. Γιατί; Με κριτήριο την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου του 2019, σε σχέση με την προσπάθεια των ΗΠΑ να δημεύσουν τα παγωμένα 2 δις $ της κεντρικής τράπεζας του Ιράν – για να αποζημιώσουν τα θύματα δύο τρομοκρατικών επιθέσεων (Βηρυτός 1983, Σαουδική Αραβία 1996), για τις οποίες θεώρησαν υπεύθυνο το Ιράν.
Το Διεθνές Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του Ιράν και διέταξε τις ΗΠΑ να του επιστρέψουν τα κλεμμένα – λόγω της κρατικής ασυλίας που παρέχεται σε κεφάλαια κεντρικών τραπεζών.
Για να εξασφαλισθούν τώρα οι πωλήσεις της γερμανικής βιομηχανίας όπλων, μετά την αποτυχία της συμφωνίας δήμευσης των χρημάτων της ρωσικής κεντρικής τράπεζας, επιτεύχθηκε μία συμφωνία για κοινό δανεισμό ύψους 90 δις € των χωρών της ΕΕ – χωρίς να συμμετέχουν όμως η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία που το αρνήθηκαν.
Αυτά τα δάνεια, η επιτυχία εν προκειμένω της Γερμανίας, θα εγγυηθούν από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και θα διατεθούν στην Ουκρανία ως «άτοκο δάνειο» τα επόμενα δύο χρόνια – ποσόν που, σύμφωνα με τον πρόεδρο Macron (πηγή), δεν έχει σχέση με την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, αλλά προορίζεται να χρησιμοποιηθεί «για την αγορά όπλων από την Ευρώπη».
Επειδή βέβαια τα 90 δις € είναι περίπου όσο ο μισός προϋπολογισμός της ΕΕ, με απίθανη την αποπληρωμή τους αφού συνδέεται με μη ρεαλιστικές αποζημιώσεις που θα κατέβαλε η Ρωσία στην Ουκρανία, στο πλαίσιο μίας συνθήκης ειρήνης, δεν θα υπήρχε καμία τράπεζα που θα τα χορηγούσε – οπότε πιθανολογείται ότι, τα 24 κράτη μέλη θα πάρουν τα δάνεια και η ΕΕ θα έχει το ρόλο του εγγυητή.
Ποιος όμως θα πληρώσει έστω τους τόκους αυτών των δανείων; Πόσο μάλλον όταν λόγω των αμφίβολων ρυθμίσεων χρηματοδότησης, είναι πολύ πιθανόν οι δανείστριες τράπεζες να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο με ένα σημαντικό ασφάλιστρο, δηλαδή με υψηλά επιτόκια;
Ειδικά όταν η ΕΚΤ έχει αποκλείσει ήδη δική της χρηματοδότηση, αφού στο καταστατικό της απαγορεύεται η διάσωση χωρών, όπως γνωρίζουμε από την περίπτωση της Ελλάδας;
Προφανώς είναι ανόητα αυτά τα ερωτήματα, αφού τα 90 δις € συν τους τόκους τους δεν είναι δάνειο, αλλά δώρο – χωρίς ανταλλάγματα, όπως τα μνημόνια και το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας στην περίπτωση της Ελλάδας.
Με αυτό το δώρο, τα 24 κράτη μέλη της ΕΕ καλούνται να συνεισφέρουν στην αγορά όπλων εκ μέρους της Ουκρανίας – κυρίως βέβαια από τη Γερμανία.
Δεν πρέπει αλήθεια να ερωτηθούν οι Πολίτες των 24 χωρών της ΕΕ, εάν συμφωνούν με αυτά που υπέγραψαν οι ηγεσίες τους; Είναι πρόθυμοι οι Πολίτες τους να στηρίξουν κυρίως τη γερμανική πολεμική βιομηχανία και δευτερευόντως τη γαλλική; Έχουν ξεχάσει τους αιματηρούς πολέμους στην ήπειρο τους; Τα γερμανικά εγκλήματα;
Τέλος, όσον αφορά την εμπορική συμφωνία της ΕΕ με τις χώρες της Mercosur (Νότια Αμερική), όπου οι διαπραγματεύσεις έχουν ξεκινήσει από το 1999, δεν υπεγράφη – παρά την επιμονή των Merz και von der Leyen που είχαν στόχο να στηρίξουν τις εξαγωγές της γερμανικής βιομηχανίας, εις βάρος του αγροτικού τομέα της ΕΕ.

Χάρτης με τα μπλόκα των αγροτών στη Γαλλία
Γιατί δεν υπεγράφη; Επειδή η Γαλλία και η Ιταλία φοβήθηκαν τις εύλογες αντιδράσεις των αγροτών τους – ειδικά μετά την «εισβολή» των τρακτέρ στις Βρυξέλες. Είχαν άδικο λοιπόν οι αγρότες, όσον αφορά τις κινητοποιήσεις τους; Η Ελλάδα βέβαια δεν εξέφρασε καμία αντίρρηση στη Mercosur – όπως άλλωστε ούτε για τα 90 δις € στην Ουκρανία, στα οποία θα συμμετέχει με το ποσοστό του ΑΕΠ της στο ΑΕΠ των 24 χωρών (αρκετά άνω του 1 δις €).
Οικονομικοί δείκτες
Οι μοναδικοί θετικοί δείκτες, λόγω των οποίων θριαμβολογεί η ΝΔ και μας αναβαθμίζουν οι εταιρίες αξιολόγησης, είναι το πλεόνασμα του προϋπολογισμού και ο ρυθμός ανάπτυξης – όπου το πρώτο έχουμε τεκμηριώσει ότι, προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την υπερφορολόγηση του εγχωρίου ιδιωτικού τομέα αφού έχουμε εξωτερικό έλλειμμα, μέσω του πληθωριστικού φόρου (=το 24% ΦΠΑ σε μία τιμή 10 € είναι 2,40 € ενώ στα 20 € είναι 4,80 €) .
Όσον αφορά το ρυθμό ανάπτυξης προέρχεται από τα 50 δις € δανεικά, με τα οποία τροφοδοτήθηκε η κατανάλωση λόγω της πανδημίας και αργότερα της ενεργειακής κρίσης, από τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης και από την καταπολέμηση της παραοικονομίας – ενώ η άνοδος των μέσων μισθών το 2025, από την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής. Για τα τελευταία τα εξής:
(α) Μέσω της επιβολής των MyData, των ηλεκτρονικών πληρωμών και της σύνδεσης των POS με τις ταμειακές μηχανές (μέθοδοι που δεν εφαρμόζονται σε καμία άλλη χώρα), η μη καταγεγραμμένη παραοικονομία καταγράφηκε στο ΑΕΠ – ενώ αυξήθηκαν φυσικά τα φορολογικά έσοδα και περιορίσθηκε το κενό ΦΠΑ, στο εκτιμώμενο 9% για το 2024.
Η παραοικονομία όμως προϋπήρχε στη χώρα και απλά δεν καταγραφόταν – οπότε δεν δημιουργήθηκε νέο εισόδημα, νέο ΑΕΠ δηλαδή, αλλά εμφανίσθηκε το κρυφό υφιστάμενο, τροφοδοτώντας τον καταγεγραμμένο ρυθμό ανάπτυξης. Επειδή δε ήταν υψηλότερη από τις άλλες χώρες της ΕΕ, οι άλλες δεν είχαν την ίδια δυνατότητα αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης τους – οπότε τις ξεπεράσαμε.
(β) Μέσω της επιβολής της κάρτας εργασίας στον ιδιωτικό τομέα που επίσης δεν υπάρχει σε άλλη χώρα, καταγράφηκαν οι υπερωρίες και αυξήθηκαν ανάλογα οι μέσοι μισθοί του 2025, με κόστος φυσικά των εργοδοτών – έσοδα για τους εργαζομένους που επίσης προϋπήρχαν, αλλά δεν καταγραφόταν.
Δηλαδή δεν αυξήθηκαν ουσιαστικά οι μισθοί τους, αλλά απλά εμφανίσθηκαν αυτοί που είχαν – τα «μαύρα». Μεγάλος κερδισμένος και εδώ το δημόσιο – αφού αυξήθηκαν τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές, όσον αφορά τις υπερωρίες, καθώς επίσης η φορολογία των εργαζομένων από τα χρήματα των υπερωριών κλπ. που δεν εμφανιζόταν.
Συμπερασματικά, καταγράφηκαν ΑΕΠ και μισθοί που προϋπήρχαν και όχι νέα – ενώ αφορούν κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, αφού οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν είχαν λόγο να τα κρύβουν, επειδή έχουν άλλους τρόπους φοροδιαφυγής στη διάθεση τους (τριγωνικές συναλλαγές, φοροαποφυγή κλπ.).
Σωστά καταπολεμήθηκαν η παραοικονομία και η εισφοροδιαφυγή. Εν τούτοις, τόσο οι διαδικασίες (εγκατάσταση MyData, ταμειακών, service λογισμικού, κόστος λογιστών κλπ.), όσο και η καταγραφή, επιβάρυναν σε μεγάλο βαθμό τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις – οπότε την ανταγωνιστικότητα τους, με αποτέλεσμα να υπερχρεωθούν και να χάνουν μερίδια αγοράς από τις μεγάλες.
Σε κάθε περίπτωση, η τροφοδότηση του ρυθμού ανάπτυξης και των εσόδων του δημοσίου από την καταγραφή της παραοικονομίας, καθώς επίσης από την εισφοροδιαφυγή και την υπερφορολόγηση, τελειώνουν σύντομα – μαζί με τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Τότε θα καταλάβουμε που ακριβώς ευρισκόμαστε – θυμίζοντας σε κάποιο βαθμό τη ρήση του W. Buffet, σύμφωνα με την οποία «Όταν φεύγει η παλίρροια, βλέπεις ποιοι κολυμπούν γυμνοί».
Η οπισθοδρόμηση της Ελλάδας
Όπως φαίνεται από τον πίνακα, το πραγματικό μας ΑΕΠ το 2025 είναι περίπου ίσο με το 2003 σε πραγματικές τιμές 2020, με τις οποίες το υπολογίζει η ΕΛΣΤΑΤ – γεγονός που σημαίνει ότι, η Ελλάδα έχει επιστρέψει 22 χρόνια πίσω, ενώ όλες οι άλλες χώρες της ΕΕ έχουν προχωρήσει μπροστά.
Επομένως, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος για θριαμβολογίες – αλλά το ακριβώς αντίθετο. Ειδικότερα, μπορεί μεν το ΑΕΠ μας να είναι ίδιο με το 2003, αλλά το 2003 το κρατικό χρέος της Ελλάδας ήταν 206,9 δις € σε σταθερές τιμές του 2020, δηλαδή σχεδόν το μισό – ενώ δεν είχαμε ξεπουλήσει τη δημόσια περιουσία μας, δεν υπήρχαν τέτοιας έκτασης κόκκινα δάνεια και το ιδιωτικό μας χρέος ήταν πολύ χαμηλότερο, από τα περίπου 380 δις € που είναι σήμερα.
Το ερώτημα που προκύπτει τώρα είναι εάν το κρατικό μας χρέος (όχι δηλαδή το δημόσιο, από το οποίο αφαιρούνται τα αποθεματικά των ταμείων, αφού στο παρελθόν δεν συνέβαινε) είναι βιώσιμο – στα 407 δις € το 2025 (από τα οποία τα 73 δις € λήγουν σε λιγότερο από 12 μήνες και χρηματοδοτούνται κυρίως με repos), ενώ μαζί με τους αναβαλλόμενους τόκους του αναβαλλόμενου δανείου των 96 δις € του EFSF είναι 422,5 δις €. Δηλαδή, περί τα 122,5 δις € υψηλότερο από το 2009 που χρεοκοπήσαμε – ή σχεδόν διπλάσιο από το 2003.
Η απάντηση είναι προφανής: ασφαλώς δεν είναι βιώσιμο. Είναι απλά εξυπηρετίσημο – επειδή μας έχουν δανείσει οι χώρες και οι οργανισμοί της Ευρώπης μακροπρόθεσμα, με χαμηλά επιτόκια. Επίσης, επειδή δεν το εξυπηρετούμε εξ ολοκλήρου – αλλά 111,5 δις € λιγότερα (96 δις + 15,52 δις), λόγω της αναβολής των 96 δις € του EFSF και των τόκων τους για μετά το 2033.
Το επόμενο ερώτημα είναι εάν θα μπορούμε να το εξυπηρετούμε μετά το 2033 – όπου θα έχουμε ήδη προβλήματα το 2026, αφού το 2025 χρειαστήκαμε 14 δις € για ληξιπρόθεσμα τοκοχρεολύσια, ενώ το 2026 θα χρειαστούμε 30,1 δις €. Πού θα τα βρούμε;
Από νέα δάνεια 13 δις € και από το μαξιλάρι, ενώ το πρόβλημα προέκυψε από την «εξυπνάδα» της κυβέρνησης να προπληρώσει για τα διακρατικά δάνεια GLF συνολικά 20,1 δις €, εκ των οποίων τα 5,287 δις € πρόσφατα – για να «αγοράσει» τη θέση του προέδρου του Euro Group (τα 7,9 δις € που πληρώθηκαν στο ΔΝΤ ήταν σωστή κίνηση – επειδή ο χρόνος εξόφλησης τους ήταν πολύ μικρότερος, ενώ είχαν πολύ υψηλό επιτόκιο, σε σχέση με τα μακροπρόθεσμα και φθηνά GLF).
Ακόμη χειρότερα, οι Έλληνες συνεχίζουν να φτωχοποιούνται, έως το 2033 δεν θα έχει μείνει καθόλου δημόσια περιουσία και η ιδιωτική θα έχει εξαϋλωθεί – αφού συνεχίζονται οι πλειστηριασμοί και η αλλαγή του ιδιοκτησιακού μας καθεστώτος.
Εάν δε ξεσπάσει κάποια παγκόσμια κρίση, όπου ως συνήθως οι χρηματαγορές «στερεύουν», με το μαξιλάρι να έχει ελαχιστοποιηθεί, τα προβλήματα του χρέους μας θα επιδεινωθούν σε μεγάλο βαθμό – σημειώνοντας ότι, το εξωτερικό μας χρέος συνεχίζει την ακάθεκτη ανοδική του πορεία, λόγω των μεγάλων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μας (-17 δις € το 2024), έχοντας φτάσει στα -582,88 δις € στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, από 410 δις € το 2018.
Τέλος, μπορεί να λέει κανείς πολλά και να δημαγωγεί, αλλά οι αριθμοί δεν λένε ποτέ ψέματα – ενώ σε κάθε προσεκτικό παρατηρητή είναι εμφανής η αγωνία της κυβέρνησης για τα ταμεία του κράτους.
Δυστυχώς όμως, νομίζει πως θα τα καταφέρει με τα πλεονάσματα του προϋπολογισμού που «παράγονται» από την υπερφορολόγηση των Ελλήνων – κάτι που έχει ημερομηνία λήξης αφού τα χρήματα των Ελλήνων τελειώνουν, με κριτήριο ότι το πρώτο ενιάμηνο του 2025 τα ληξιπρόθεσμα χρέη μόνο προς την εφορία εκτοξεύθηκαν στα 7,8 δις €, ενώ από το 2022 και μετά οι αποταμιεύσεις είναι αρνητικές.
Πολύ χειρότερα, σπαταλήθηκαν ανεύθυνα τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, αντί να διατεθούν για την αλλαγή του χρεοκοπημένου οικονομικού μας μοντέλου – ενώ το Ταμείο Ανάκαμψης λήγει το 2026.
Η γερμανική απειλή του νέου μισθολογικού ντάμπινγκ
Σε μια νομισματική ένωση όπως η Ευρωζώνη, το κόστος εργασίας της μεγαλύτερης χώρας δεν μπορεί να είναι πολύ υψηλό, χωρίς να προκαλέσει πληθωρισμό – ενώ οι μικρότερες χώρες εντός της νομισματικής ένωσης μπορούν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα, εάν οι μισθοί τους και το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος αυξηθούν πολύ απότομα, σε σύγκριση με εκείνα των μεγαλύτερων χωρών (ήδη κυοφορούνται θέματα σε ορισμένες χώρες, όπως στη Ρουμανία ή στη Βουλγαρία) .
Από την άλλη πλευρά, οι μεγάλες χώρες υπαγορεύουν τον ρυθμό του πληθωρισμού – μέσω του καθορισμού των μισθών τους. Εάν λοιπόν οι μισθοί στη Γερμανία ήταν πολύ υψηλοί, θα υπήρχε πληθωρισμός σε ολόκληρη την Ευρώπη – κάτι που δεν συμβαίνει, ενώ ο πληθωρισμός που προηγήθηκε είχε άλλες αιτίες (πανδημία, ενεργειακή κρίση κλπ.)
Περαιτέρω, η έκταση αυτού του φαινομένου γίνεται εύκολα αντιληπτή, εάν ανατρέξει κανείς στις πολιτικές μείωσης των μισθών που εφαρμόστηκαν από τον καγκελάριο Schroeder, στις αρχές του 2000 – με την υιοθέτηση της «agenda 2010».
Εν προκειμένω, το γερμανικό μισθολογικό ντάμπινγκ οδήγησε σε αποπληθωρισμό στην ΟΝΕ – τον οποίο η ΕΚΤ αναγκάσθηκε να καταπολεμήσει για χρόνια, με τη δρομολόγηση των μηδενικών επιτοκίων.
Όπως φαίνεται από το γράφημα, η Γερμανία μείωσε τους μισθούς των εργαζομένων της κάτω από τον στόχο πληθωρισμού της ΕΚΤ – δηλαδή σε αποπληθωριστικό έδαφος. Γιατί το έκανε; Για να υποτιμήσει στην ουσία το νόμισμα της, με στόχο την αύξηση των εξαγωγών της, τη μείωση των εισαγωγών της, οπότε την επίτευξη πλεονασμάτων στα ισοζύγια της – εις βάρος φυσικά των εμπορικών εταίρων της, αφού τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου.
Αυτά τα χαμηλά επιτόκια τώρα, δημιούργησαν φούσκες ακινήτων κλπ. στις άλλες χώρες του ευρώ – ενώ ανατίμησαν τα νομίσματα τους σε όρους κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος. Επομένως αύξησαν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών τους, οπότε τα εξωτερικά και δημόσια χρέη τους – με αποτέλεσμα ορισμένες να χρεοκοπήσουν και κάποιες άλλες να υπερχρεωθούν.
Εάν λοιπόν η Γερμανία ξεκινήσει για άλλη μια φορά την πορεία μείωσης των δικών της μισθών (=εάν τους παγώσει δηλαδή και δεν τους αυξήσει, ανάλογα με την παραγωγικότητα της εργασίας και τον πληθωρισμό), όπως δήλωσε ο νέος καγκελάριος Merz, παρά το ότι δεν είναι υψηλοί, η Ευρώπη θα οδηγηθεί στον επόμενο αποπληθωρισμό – ο οποίος όμως θα είναι θανατηφόρος, αφού οι περισσότερες χώρες είναι υπερχρεωμένες, ενώ οι μισθοί τους πολύ χαμηλοί.
Ενδιαφέρον έχει πάντως στο γράφημα η απόκλιση των μισθών της Ελλάδας από τη Γερμανία το 2009, με αποτέλεσμα την εκτόξευση των εξωτερικών ελλειμμάτων μας τότε, ενώ στη συνέχεια η σύγκλιση των μισθών της Ελλάδας με αυτούς της Γερμανίας, σε όρους κόστους εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος και τον περιορισμό των ελλειμμάτων μας – ως αποτέλεσμα φυσικά της πολιτικής των μνημονίων.
Ακόμη χειρότερο είναι όμως το γεγονός ότι, παρά τη σύγκλιση των μισθών, τα εξωτερικά μας ελλείμματα άρχισαν ξανά να αυξάνονται σημαντικά – κάτι που δεν θα μπορεί να αντιμετωπισθεί στο μέλλον με την ονομαστική μείωση των μισθών με νέα μνημόνια, αφού είναι ήδη σε επίπεδα εξαθλίωσης (στους πραγματικούς μισθούς, η Ελλάδα είναι τελευταία στην ΕΕ).


