.
Πρέπει να καταργηθούν ο ΕΝΦΙΑ, όλα τα τεκμήρια, η προκαταβολή φόρου και η τοκογλυφική προσαύξηση του 15%, στις καθυστερήσεις πληρωμών του δημοσίου – επίσης να μειωθούν οι εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων, μεταξύ άλλων για να καταπολεμηθεί η ακρίβεια, για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές οι επιχειρήσεις και να αυξηθούν οι πραγματικοί μισθοί. Είναι απαράδεκτο πάντως να αποφέρουν οι εισφορές των εργαζομένων στα έσοδα του κράτους, περισσότερο από αυτές των εργοδοτών, όπως επισήμανε ο ΟΟΣΑ – επίσης οι φόροι στην κατανάλωση να είναι οι μισοί των συνολικών, επιβαρύνοντας τους αδύναμους και τη μεσαία τάξη (video).
.
Εισήγηση
Για να μην επαναλαμβάνουμε όλα αυτά που προτείνουμε από την πρώτη ημέρα που μπήκαμε στη Βουλή, θα επικεντρωθούμε μόνο στο εξής: στο ότι η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει άμεσα, επειγόντως, το αποτυχημένο οικονομικό, τουριστικό και φορολογικό της μοντέλο.
Όσον αφορά το οικονομικό μοντέλο, η ανάγκη φαίνεται καθαρά από το γεγονός ότι, από τα περίπου 3,5 δις πραγματικής αύξησης των επενδύσεων στη διετία 23 και 24, σχεδόν τα 3 δις ή το 87% αφορούσαν τις κατασκευές – όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά.
Προφανώς λοιπόν η χώρα δεν έχει αλλάξει οικονομικό μοντέλο, παραμένοντας σε αυτό που τη χρεοκόπησε και θα τη χρεοκοπήσει ξανά – ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα θα χρεοκοπούν οι Πολίτες της.
Φαίνεται άλλωστε από το ότι, η ιδιωτική κατανάλωση είναι στο 70,2% του ΑΕΠ μας έναντι 52,4% της Ευρωζώνης, οι καθαρές εξαγωγές στο -7,3% έναντι +3,6% της Ευρωζώνης και οι επενδύσεις στο 16,8% έναντι 22,9% της Ευρωζώνης – με στοιχεία του 2023 του ΕΣ.
Η Ελλάδα παραμένει δε προτελευταία στις επενδύσεις, όπως φαίνεται από τον πίνακα της Eurostat που θα καταθέσουμε στα πρακτικά – παρά τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, των ΕΣΠΑ, της ΚΑΠ και το τεράστιο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε μετά το 2009.
Τελευταία στην ουσία – αφού το Λουξεμβούργο, προφανώς δεν έχει ανάγκη από επενδύσεις.
Παραγωγικές επενδύσεις βέβαια δεν διεξάγονται και δεν πρόκειται να διεξαχθούν ποτέ, εάν δεν επιλυθούν τα προβλήματα μας – όπως ο περιορισμός της γραφειοκρατίας που δυστυχώς επιδεινώθηκε μετατρεπόμενη σε ψηφιακή, η απονομή δικαίου, η διαφθορά με κορυφή του παγόβουνου τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα κλπ.
Όσο δεν διεξάγονται πάντως παραγωγικές επενδύσεις, δεν θα βελτιώνεται η παραγωγικότητα της εργασίας και εξ αυτής οι μισθοί – ούτε τα τραγικά ελλειμματικά εξωτερικά ισοζύγια μας.
Το γεγονός δε ότι, το 39% των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης οδηγήθηκε στις ΑΠΕ, σε ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, αντί σε παραγωγικές επενδύσεις, τεκμηριώνει μία ακόμη ανεύθυνη σπατάλη κοινοτικών πόρων – ενώ έτσι εύλογα η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ανά εργαζόμενο, παραμένει 18% χαμηλότερη από το 2009.
Κατά το ΚΕΠΕ δε, η παραγωγικότητα της Ελλάδας είναι στο 57% της ΕΕ και στο 52% της Ευρωζώνης – ενώ η ωριαία πολύ χαμηλότερη, στο 46% και 40%, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται ανάλογα χαμηλά οι μισθοί.
Συνεχίζοντας, το οικονομικό μας μοντέλο πρέπει να επικεντρωθεί στον πρωτογενή τομέα, στη μεταποίηση, στη βιομηχανία και στην υψηλή τεχνολογία – ενώ φυσικά ο τουρισμός πρέπει να συνδεθεί με την εγχώρια παραγωγή, ειδικά με τον πρωτογενή μας τομέα, μέσω της παροχής κινήτρων κλπ.
Για να έχει πάντως επιτυχία ο πρωτογενής τομέας, απαιτείται κεντρικός σχεδιασμός που είναι ανύπαρκτος στην Ελλάδα – δηλαδή, κατευθύνσεις από το κράτος σχετικά με τι προϊόντα θα παράγουν οι αγρότες, πού ακριβώς και πότε, πώς θα βελτιώσουν την παραγωγή τους, πώς θα έχουν ανταγωνιστικό κόστος, πώς θα τα προωθήσουν στις διεθνείς αγορές κλπ.
Εάν τα είχαν όλα αυτά οι αγρότες, δεν θα ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαρτημένοι από τις επιδοτήσεις – ένα μεγάλο μέρος των οποίων λυμαίνονται οι μεσάζοντες, με ευθύνη των εκάστοτε κυβερνήσεων.
Για τη μεταποίηση και τη βιομηχανία τώρα, δεν χρειάζεται να πούμε πόσο σημαντικό είναι το ενεργειακό κόστος – το οποίο στην Ελλάδα είναι μη ανταγωνιστικό, λόγω του ενεργειακού ολιγοπωλίου, του χρηματιστηρίου ενέργειας και του καταστροφικού μοντέλου διαμόρφωσης των τιμών.
Όσον αφορά την υψηλή τεχνολογία, εάν δεν σταματήσει η συνεχιζόμενη μετανάστευση των πτυχιούχων μας στο εξωτερικό, δεν πρόκειται να τα καταφέρουμε.
Στη μονοκαλλιέργεια του φθηνού τουρισμού έχουμε αναφερθεί πολλές φορές, ενώ συνεχίζεται η πτώση της κατά κεφαλήν δαπάνης των τουριστών, ταυτόχρονα με τη δυσανάλογη αύξηση των αφίξεων – γεγονότα απόλυτα καταστροφικά για τη χώρα μας.
Τέλος, σε σχέση με το φορολογικό μας μοντέλο, εμείς προτείνουμε σταθερά το σύστημα εσόδων/εξόδων, με οριζόντιο συντελεστή 15% – έχοντας ήδη εκπονήσει μελέτη με τα αποτελέσματα του.
Δεν θα επεκταθούμε σε μεγαλύτερη ανάλυση των προτάσεων μας, αφού το έχουμε ήδη κάνει στο παρελθόν πολλές φορές – ενώ υπάρχουν στο κυβερνητικό μας πρόγραμμα των 500 σελίδων που επικαιροποιούμε συνεχώς.
Θα τονίσουμε όμως ξανά ότι, πρέπει να καταργηθούν ο ΕΝΦΙΑ, όλα τα τεκμήρια, η προκαταβολή φόρου και η τοκογλυφική προσαύξηση του 15%, στις καθυστερήσεις πληρωμών του δημοσίου – επίσης να μειωθούν οι εισφορές εργοδοτών και εργαζομένων, μεταξύ άλλων για να καταπολεμηθεί η ακρίβεια, για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές οι επιχειρήσεις και να αυξηθούν οι πραγματικοί μισθοί.
Είναι απαράδεκτο πάντως να αποφέρουν οι εισφορές των εργαζομένων στα έσοδα του κράτους, περισσότερο από αυτές των εργοδοτών, όπως επισήμανε ο ΟΟΣΑ – επίσης οι φόροι στην κατανάλωση να είναι οι μισοί των συνολικών, επιβαρύνοντας τους αδύναμους και τη μεσαία τάξη.
Ο σημερινός προϋπολογισμός τώρα, εκτός του ότι δεν επιλύει τίποτα από τα παραπάνω, είναι εντελώς αναξιόπιστος, όπως άλλωστε και ο προηγούμενος – μεταξύ άλλων με κριτήριο τις δεκάδες, τραγικές για την κυβέρνηση παρατηρήσεις του ΕΣ στον απολογισμό του 2024.
Για παράδειγμα, το ΕΣ γράφει πως οι ειδικοί λογαριασμοί γεμίζουν και αδειάζουν ανεξέλεγκτα, με αρκετά δις – ενώ, τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος και λειτουργούν εκτός προϋπολογισμού.
Το γεγονός αυτό σημαίνει πως οι κινήσεις τους δεν παρακολουθούνται αναλυτικά – δηλαδή ότι, υπάρχει ενός είδους παραοικονομία εντός του δημοσίου, για την οποία δεν τιμωρείται κανείς.
Το ΕΣ αναφέρεται επίσης σε μη αξιόπιστες προβλέψεις του προϋπολογισμού, σε μεγάλες αποκλίσεις, σε υπερβάσεις και υστερήσεις πληρωμών, καθώς επίσης σε πολλά άλλα – κάτι που σημαίνει πως η κυβέρνηση έχει θράσος να απαιτεί την κοστολόγηση των προγραμμάτων των άλλων κομμάτων, όταν η ίδια μοιράζει ψεύτικες υποσχέσεις που στην πράξη δεν τηρούνται ποτέ εξ ολοκλήρου.
Με ένα δεύτερο παράδειγμα, επιβεβαιώνει αυτό που εμείς τονίζουμε με συνεχείς παρατηρήσεις μας – το ότι δηλαδή στο χρέος της κεντρικής διοίκησης δεν συμπεριλαμβάνονται τα 13,86 δις των αναβαλλόμενων τόκων των δανείων του EFSF.
Στον προϋπολογισμό δε αναφέρεται ότι, οι αναβαλλόμενοι τόκοι είναι 15,52 δις το 2025 και 17,33 δις το 2026 – χωρίς όμως να προστίθενται στο εξωτερικό έλλειμμα, ούτε στο χρέος της κεντρικής διοίκησης που ασφαλώς δεν ήταν 403,86 δις το 2024, αλλά 422,64 δις, ενώ σήμερα ακόμη υψηλότερο.
Η απάντηση τώρα που πήραμε από τον ΟΔΔΗΧ για αυτό το θέμα, ήταν πως οι αναβαλλόμενοι τόκοι δεν έχουν συμπεριληφθεί στο χρέος Κεντρικής Διοίκησης – επειδή δεν γνωρίζουμε τις ετήσιες δόσεις αποπληρωμής τους.
Δηλαδή μας είπε ότι, εάν το Κράτος χρωστάει, αλλά δεν ξέρει πότε θα τα πληρώσει, απλά δεν το καταγράφει – αν είναι δυνατόν!
Τέλος, κατά τον Ισολογισμό του κράτους του 2024, το σύνολο των υποχρεώσεων της χώρας μας ήταν ακόμη υψηλότερο, στα 433,6 δις – με τα ταμειακά διαθέσιμα μόλις στα 20,1 δις. Επομένως, πρόκειται για την απόλυτη αναξιοπιστία.
Συνεχίζοντας, αν και μας ενοχλούν τόσο η αναξιοπιστία, όσο και η αδιαφάνεια, αυτό που δεν υπάρχει πουθενά στον προϋπολογισμό είναι ο ιδιωτικός τομέας – σαν να έχουμε παραμείνει στον οικονομικό μεσαίωνα.
Ποια είναι η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών; Πόσα χρωστούν στην εφορία, στον ΕΦΚΑ, στις τράπεζες, στα funds και όπου αλλού; Τι ποσοστό των ετησίων εισοδημάτων τους; Ποιο ποσοστό του ΑΕΠ; Δεν είμαστε υποχρεωμένοι ως κράτος να τα γνωρίζουμε, προτού συντάξουμε προϋπολογισμό;
Υπάρχει δε αναφορά στις καταθέσεις, αλλά όχι στις αποταμιεύσεις – οι οποίες είναι οι πιο ενδιαφέρουσες μακροοικονομικά.
Εμείς καταθέσαμε πάντως ένα γράφημα που λέει ότι, η ακαθάριστη αποταμίευση ως προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ήταν -7,2% το πρώτο τρίμηνο του 2025 – έναντι +14,5% του διάμεσου της ΕΕ.
Εάν λοιπόν τα νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένα και με αρνητικές αποταμιεύσεις, πώς υποστηρίζει ο προϋπολογισμός ότι, θα υπάρξει άνοδος της κατανάλωσης; Από τον τουρισμό;
Δεν είναι ήδη μεγάλη η εξάρτηση μας, διπλάσια από το 2009, για να την αυξήσουμε ακόμη περισσότερο;
Από την πλευρά των επιχειρήσεων, είναι καθαροί αποταμιευτές, όπως σε πολλές δυτικές χώρες, ή οφειλέτες; Οι επενδύσεις τους είναι υψηλότερες από τις συνολικές αποταμιεύσεις όπως θα έπρεπε ή όχι; Είναι υπερχρεωμένες ή μη;
Προφανώς θα πρέπει να τα γνωρίζουμε όλα αυτά, για να προβούμε σε σοβαρές προβλέψεις – διαφορετικά θα είναι λανθασμένες.
Σε κάθε περίπτωση, δεν νοείται προϋπολογισμός που δεν συμπεριλαμβάνει ανάλυση των χρηματοδοτικών υπολοίπων και των τεσσάρων βασικών τομέων της χώρας – δηλαδή του κράτους, των επιχειρήσεων, των νοικοκυριών και του εξωτερικού.
Οι τέσσερις αυτοί τομείς, όπου στο εξωτερικό ισοζύγιο θέτουμε αντίθετο πρόσημο, έχουν πάντοτε σύνολο μηδέν – οπότε, για να ληφθούν σωστές αποφάσεις, οφείλουμε να γνωρίζουμε τα υπόλοιπα τους.
Για παράδειγμα όταν βλέπουμε ότι, το κράτος έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα, θα πρέπει πάντοτε να αναρωτιόμαστε εις βάρος ποιου άλλου τομέα – δηλαδή των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων ή του εξωτερικού όπως θα ήταν το βέλτιστο;
Στην Ελλάδα που έχει συνεχώς ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, δεν επιβαρύνεται δυστυχώς ποτέ το εξωτερικό, αλλά οι εγχώριοι τομείς – οι οποίοι επιβαρύνονται επιπλέον από το εξωτερικό.
Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται το εξωτερικό μας χρέος, πρόσφατα στα 583 δις από 410 δις το 2018 ή κατά 170 δις όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, χωρίς η κυβέρνηση να του δίνει παραδόξως καμία σημασία – παρά το ότι συνήθως τα κράτη χρεοκοπούν από το εξωτερικό χρέος και όχι από το δημόσιο.
Σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστώνουμε έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και πλεόνασμα ταυτόχρονα του προϋπολογισμού, σημαίνει ότι πληρώνει και τα δύο ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας.
Δηλαδή, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, με την υπερφορολόγηση τους – στην Ελλάδα κυρίως τα νοικοκυριά, μετά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στο τέλος οι μεγάλες.
Οι πολυεθνικές σπάνια, λόγω τριγωνικών συναλλαγών, μεταφοράς των κερδών τους σε φορολογικούς παραδείσους κλπ. – ενώ οι τράπεζες δεν πληρώνουν καθόλου, εξαιτίας του αναβαλλόμενου των 20 δις, ούτε βέβαια τα funds που πλειστηριάζουν τα σπίτια των Ελλήνων, μεταφέροντας τα κέρδη τους στους φορολογικούς παραδείσους που έχουν την έδρα τους.
Συνεχίζοντας, αναγράφεται στον προϋπολογισμό πως το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα είναι ίσο με το 2010. Προφανώς όμως, δεν υπολογίζεται ο πληθωρισμός έκτοτε – άρα πρόκειται για προπαγάνδα.
Οι προβλέψεις τώρα για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ το 2026 είναι 2,4% από 2,2% το 2025 – όταν προβλεπόταν 2,3%.
Αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης, αν και δύσκολα θα επιτευχθεί αφού θα πρέπει στο 4ο τρίμηνο του 25 να αγγίξει το 3%, είναι αμελητέος για μία χώρα που έχει καταρρεύσει το ΑΕΠ της – ενώ έχει τροφοδοτήσει την οικονομία της με 50 δις δανεικά, συν το Ταμείο Ανασυγκρότησης και τα ΕΣΠΑ.
Το ΑΕΠ προβλέπεται να ανέλθει στα 260 δις το 2026, από 248,6 δις το 2025 και 236,7 το 2024 – με τον πληθωρισμό βέβαια, αφού το πραγματικό θα διαμορφωθεί περί τα 43 δις χαμηλότερα το 2025, στα περίπου 205 δις, πολύ χαμηλότερα από το 2010.
Εάν πάντως διακοπεί η χρήση του φθηνού ρωσικού αερίου που αποτελεί ακόμη το μεγαλύτερο ποσοστό της κατανάλωσης μας και αντικατασταθεί από το πανάκριβο LNG, θα υπάρξει ξανά αστοχία στην πρόβλεψη – ενώ ασφαλώς θα πρέπει να στηριχθεί η βιομηχανία μας, όπως ζητάει ο ΣΕΒ.
Σχετικά τώρα με την πρόβλεψη ανόδου του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου κατά 10,2% το 2026, είμαστε για μια ακόμη φορά επιφυλακτικοί – αφού υπήρξε τεράστια αστοχία σε όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Για παράδειγμα, ενώ προβλεπόταν αύξηση 15,5% το 2023, διαμορφώθηκε τελικά στο 6,5% – ενώ από 15,1% το 2024 κατέρρευσε στο 4,5%, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά. Αστοχίες άνω του 10% είναι προφανώς ανεπίτρεπτες και μάλλον αστείες.
Όσον αφορά το εμπορικό μας έλλειμμα, διαμορφώθηκε στα 24 δις στο ενιάμηνο, με μία μικρή μείωση 3,3% σε σχέση με πέρυσι, όπου πλησίασε τα 36 δις σε ετήσια βάση – ενώ παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, μειώνοντας εκτός των άλλων ισόποσα το ΑΕΠ μας.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών φαίνεται μεν μειωμένο το εννεάμηνο του 2025, από το θηριώδες περί τα -17 δις το 2024, αλλά είναι νωρίς για να προβλέψουμε την τελική του διαμόρφωση.
Σε κάθε περίπτωση, όταν μία χώρα έχει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, δεν μπορεί ποτέ να μειώσει βιώσιμα το δημόσιο χρέος της – αφού η υπερφορολόγηση έχει ημερομηνία λήξης, επειδή τελικά χρεοκοπούν οι Πολίτες.
Σημειώνουμε δε ότι, το δημόσιο χρέος μας μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, κυρίως λόγω του πληθωρισμού – καθώς επίσης του ενδοκυβερνητικού χρέους που είναι αμφισβητήσιμο.
Για την ανεργία, θα αναφερθούμε ξανά στην τεράστια διαφορά του τρόπου υπολογισμού από τις ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ – επίσης στο ότι εργάζονται πια δύο, με το μισθό του ενός.
Λόγω της αυτοματοποίησης βέβαια θα χαθούν πολλές θέσεις εργασίας, ενώ θα ασκείται πίεση και από το δημογραφικό – οπότε το θέμα μας πρέπει να είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και όχι η εισαγωγή μεταναστών, όπως άλλωστε και για την αναγκαία άνοδο του μέσου μισθού.
Πόσο μάλλον όταν η Ελλάδα, όσον αφορά το μέσο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, είναι πια στην προτελευταία θέση της ΕΕ – με βάση μία πρόσφατη έρευνα της AMECO και εκτιμήσεις της Eurostat.
Περαιτέρω, το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται στα 7,2 δις το 2026, από 9,1 δις το 2025, όταν προβλεπόταν στα 5,9 δις – υποεκτιμάται όμως σκόπιμα και είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εις βάρος της κοινωνίας.
Συνεχίζοντας με τα έσοδα από φόρους, το 2026 προϋπολογίζονται στα 73,6 δις από 71,1 το 2025 – όπου υπήρξε υπεραπόδοση περί τα 1,9 δις, από τα αρχικά αναμενόμενα 69,2 δις.
Υπεραπόδοση υπήρξε το 2024 και το 2023, κάτι που είναι μεν καλό για τους δανειστές, αλλά όχι για την οικονομία, αφού η άνοδος των φορολογικών εσόδων μέσω του πληθωριστικού φόρου, είναι καθαρή πολιτική λιτότητας – σημειώνοντας πως το 2019 που ανέλαβε η ΝΔ, τα έσοδα από φόρους ήταν στα 51 δις ή περί τα 20 δις χαμηλότερα από το 2025.
Η Ελλάδα δε, έχει την 3η μεγαλύτερη αύξηση φόρων ως ποσοστό του ΑΕΠ μετά το 2010 στον ΟΟΣΑ – ενώ πλέον υπερβαίνει το μέσον όρο, με 39,8% έναντι 33,9% του ΟΟΣΑ.
Τα αυξημένα έσοδα πάντως από φόρους, προέρχονται κυρίως από τον πληθωριστικό φόρο – όπου ενώ το πραγματικό μας ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 11% περίπου από το 2019 στο 2025, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 40%, μόνο ο ΦΠΑ κατά 55% και το 2026 κατά 66%.
Μόλις δε τα 952 εκ. προέρχονται από τα μέτρα και τις ηλεκτρονικές συναλλαγές – όπως αναγράφεται στη σελίδα 106.
Στους φόρους φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, προβλέπονται σχετικά μικρές αλλαγές – χωρίς να αγγίζονται το ενεργειακό καρτέλ που κερδίζει τεράστια ποσά, οι τράπεζες που δεν πληρώνουν καθόλου φόρους, τα funds που αισχροκερδούν κλπ.
Παραμένει δε σχετικά σταθερός ο δήθεν προσωρινός ΕΝΦΙΑ, στα 2,32 δις το 2026, από 2,41 δις το 2025 – ενώ είναι πραγματικά εμπαιγμός να μην καταργείται άμεσα ή να μειώνεται μεσοσταθμικά μόλις κατά 10,5%, όταν ο πρωθυπουργός είχε υποσχεθεί 34%.
Οι δαπάνες τώρα της Κεντρικής Κυβέρνησης, προβλέπεται να αυξηθούν στα 86,7 δις από 81,4 δις το 2025 – ενώ οι μισθοί των ΔΥ θα ανέλθουν στα 15,5 δις το 2026 από 15,3 δις το 2025 και οι συντάξεις στα 35,6 δις το 2026 από 34,3 δις το 2024.
Στις δαπάνες για την Παιδεία, είμαστε δυστυχώς προτελευταίοι στην ΕΕ με στοιχεία του 2023, όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά – ενώ η έκθεση του ΟΟΣΑ για την Υγεία ήταν τραγική για την κυβέρνηση.
Συνεχίζοντας με τα εξοπλιστικά που αποτελούν σημαντικό θέμα εθνικής ασφαλείας, προϋπολογίζονται στα 3,2 δις το 2026 από 2,4 δις το 2025, ως φυσικές παραλαβές – ενώ οι ταμειακές πληρωμές στα 2,3 δις από 1,7 δις αντίστοιχα.
Υπάρχει πάντως μια σημαντική αύξηση στις δαπάνες του ΥΠ.ΕΘ.Α στα συνολικά 7 δις το 2026, από 6,1 δις το 2025 – σημειώνοντας πως τα εξοπλιστικά προστίθενται στο ρυθμό ανάπτυξης και στο ΑΕΠ, οπότε τα αυξάνουν.
Δυστυχώς δε, είναι ακόμη σχεδόν ανενεργή η αμυντική μας βιομηχανία – οπότε θα πρέπει να ενεργοποιηθεί απαραίτητα, αν μη τι άλλο για αναπτυξιακούς λόγους.
Συνεχίζοντας με το ΠΔΕ, προβλέπονται 16,7 δις – μία σημαντική αύξηση, όπου όμως το πρόβλημα είναι σε ποιους και πώς διατίθεται.
Σχετικά με το ταμείο ανασυγκρότησης, μία άλλη αποτυχημένη ιστορία, οι επιχορηγήσεις του είναι 7,1 δις και τα δάνεια 5,4 δις – από τα οποία θα δοθούν 1,3 δις για το πρόγραμμα «Σπίτι μου», μαζί με τραπεζικά κεφάλαια.
Είναι κάτι που προφανώς θα ευνοήσει τις τράπεζες – ενώ θα αυξήσει τις τιμές, σε μία ήδη πανάκριβη κτηματαγορά.
Στις ιδιωτικοποιήσεις, δεν προβλέπονται σημαντικά έσοδα – εύλογα, αφού έχουν ξεπουληθεί σχεδόν τα πάντα, χωρίς να μειωθεί καθόλου το χρέος μας.
Τα έσοδα δε του ΤΑΙΠΕΔ, προβλέπονται σε μόλις 322 εκ. για το 2026 από διαγωνισμούς – ένα μάλλον αστείο ποσόν.
Γενικότερα πάντως το Υπερταμείο, η αποτίμηση του, τα μερίσματα που αποδίδει κλπ. αποτελεί σκάνδαλο – όπως έχουμε τεκμηριώσει πολλές φοράς.
Όσον αφορά τώρα το δημόσιο χρέος, έχουμε ήδη αναφερθεί, ενώ συνεχίζονται οι αυθαιρεσίες και η αναξιοπιστία – με την ανακύκλωση των Repos να έχει εκτοξευθεί στα 1,69 τρις.
Αυτό που μας ανησυχεί πάντως είναι οι δανειακές μας υποχρεώσεις του 2026 – στα 30 δις από 14 δις πέρυσι. Μας είναι δε ακατανόητη η πληρωμή σε μία τέτοια εποχή των διακρατικών δανείων, των GLF, με ακριβότερο νέο δανεισμό.
Κλείνοντας, όπως έχουμε πει επανειλημμένα, δεν χρεοκοπεί η χώρα σήμερα, αλλά οι Πολίτες της – με την Ελλάδα να αλλάζει σταδιακά ιδιοκτησιακό καθεστώς.

