Τομεακά χρηματοοικονομικά ισοζύγια – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Τομεακά χρηματοοικονομικά ισοζύγια

.

Μέσω των τρισδιάστατων τομεακών ισοζυγίων τεκμηριώνεται το γεγονός ότι, όσο δεν παράγουμε θα βουλιάζουμε – ενώ μία χώρα, δηλαδή το δημόσιο και οι Πολίτες της, πηγαίνουν εξαιρετικά και οι δύο, όταν έχει εμπορικό πλεόνασμα (=εξαγωγές-εισαγωγές), οπότε δεν μειώνεται ούτε αντίστοιχα το ΑΕΠ της. Πολύ καλά δε, όταν έχει τουλάχιστον πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Τα πλεονασματικά αυτά ισοζύγια σημαίνουν ότι, είναι ανταγωνιστική διεθνώς, ενώ δεν χρεώνεται στο εξωτερικό – κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει στην Ελλάδα, αφού το 2024 το εμπορικό της έλλειμμα ήταν στα -34,6 δις €, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της στα -15,1 δις € και το εξωτερικό της χρέος (=δημόσιο και ιδιωτικό) στα -582,88 δις € στις 30.06.25. Οποιαδήποτε πάντως προσπάθεια λιτότητας από το κράτος όταν δεν υπάρχει εξωτερικό πλεόνασμα για να μειώσει το δημόσιο χρέος, δηλαδή «παραγωγής πλεονασμάτων» μέσω αύξησης των φόρων, οδηγεί αργά ή γρήγορα τη χώρα σε ύφεση – την οποία θα αναγκασθεί να σταματήσει η κυβέρνηση, επειδή θα πρέπει να απορροφήσει ή, τουλάχιστον, να υποστεί τις συνέπειες της ύφεσης, για παράδειγμα με τη μορφή αυξημένων δημοσίων δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση ή/και μειωμένων φορολογικών εσόδων.

.

Μακροοικονομική Ανάλυση

Οικονομολόγος

Έχουμε τονίσει πολλές φορές ότι, καμία χώρα δεν μπορεί να μειώσει το δημόσιο χρέος της βιώσιμα, εάν δεν έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της – όχι τουλάχιστον χωρίς να είναι εις βάρος του ιδιωτικού της τομέα, κάτι που αργά ή γρήγορα προκαλεί ύφεση, κρίση, σοβαρά θέματα επιβίωσης των Πολιτών/επιχειρήσεων και άλυτα οικονομικά προβλήματα.

Σημειώνοντας ότι, η Ελλάδα έχει επικίνδυνα υψηλά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, παρά τα αυξημένα τουριστικά έσοδα, για να τεκμηριώσουμε το παραπάνω τα εξής:

Οι τρεις βασικοί τομείς μίας οικονομίας είναι ο δημόσιος τομέας, ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας (νοικοκυριά, επιχειρήσεις) και ο ξένος τομέας – ενώ η τομεακή ανάλυση βασίζεται στην παραδοχή ότι, όταν ο δημόσιος τομέας έχει έλλειμμα στον προϋπολογισμό του, οι μη κυβερνητικοί τομείς, δηλαδή ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας και ο ξένος, πρέπει να έχουν πλεόνασμα και αντίστροφα. Εξ ορισμού δε, το άθροισμα των πλεονασμάτων ή ελλειμμάτων σε αυτούς τους τρεις τομείς, πρέπει να είναι μηδέν  – όπου με άλλα λόγια, εάν ο δημόσιος τομέας έχει έλλειμα και δανείζεται για να το καλύψει, οι άλλοι τομείς μαζί πρέπει να δανείζουν, όπως στο παρακάτω γράφημα για τις ΗΠΑ.

Το παραπάνω γράφημα τώρα, όπου το δημόσιο έχει έλλειμμα -7,2% του ΑΕΠ, όσο το σύνολο δηλαδή του ιδιωτικού τομέα και του εξωτερικού (2,8%+4,4%), βασίζεται στην εξίσωση

(TG) + (SI) + (MX) = 0

του επομένου γραφήματος – όπου ο δημόσιος τομέας είναι η διαφορά των φόρων (T) και των δαπανών (G), ο εγχώριος ιδιωτικός τομέας η διαφορά των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών (S) και των επενδύσεων των επιχειρήσεων (I), ενώ ο εξωτερικός τομέας η διαφορά των πληρωμών του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (Μ) και των εισπράξεων του (Χ). Σημειώνουμε εδώ ότι, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ορίζεται κυρίως από το εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές – εισαγωγές αγαθών) και από τις υπηρεσίες (τουριστικά έσοδα).

Σε κάθε περίπτωση, ένα πλεονασματικό ισοζύγιο σημαίνει μία καθαρή αποταμίευση ή μία καθαρή θέση δημιουργίας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων – δηλαδή εισρέουν στον τομέα περισσότερα χρήματα, από όσα εκρέουν.

Αντίθετα, ένα ελλειμματικό ισοζύγιο είναι μία καθαρή θέση δανεισμού ή μία καθαρή θέση μείωσης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων – δηλαδή, εκρέουν περισσότερα χρήματα από τον τομέα, από όσα εισρέουν.

Η τρισδιάστατη οικονομική εικόνα

Συνεχίζοντας, έχει δημοσιευθεί πρόσφατα ένας εξαιρετικά ενδιαφέρον πίνακας δεδομένων που παρέχει πληροφορίες, σχετικά με τα τρία μακροοικονομικά ισοζύγια των τομέων – ο οποίος καλύπτει 195 χώρες, για ένα χρονικό διάστημα 45 ετών (πηγή). Σύμφωνα με τους ερευνητές του, υποστηρικτές της ΜΜΤ (ανάλυση), η μακροοικονομική ανάλυση επικεντρώνεται συχνά στα «δίδυμα ελλείμματα» – δηλαδή, στο έλλειμμα του προϋπολογισμού και στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Πολύ σωστά λοιπόν πρόκειται για μία ελλιπή ανάλυση, επειδή παραλείπει το ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα – αν και δυστυχώς ο πίνακας δεν διαχωρίζει τον ιδιωτικό τομέα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ θα έπρεπε αφού η «συμπεριφορά» τους δεν είναι η ίδια. Τα τρία αυτά ισοζύγια, όπως αναφέραμε προηγουμένως και βάσει λογιστικής ταυτότητας (=Σύστημα Εθνικών Λογαριασμών των Ηνωμένων Εθνών 2008, πηγή), πρέπει να έχουν μηδενικό άθροισμα – σύμφωνα με την ίδια ως άνω εξίσωση:

(SI) + (TG) + (MX) = 0

Οι οικονομολόγοι τώρα που χρησιμοποιούν την δισδιάστατη ανάλυση, δεν μπόρεσαν να προβλέψουν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 – ενώ, αντίθετα, όσοι χρησιμοποιούν λογιστικά μοντέλα που καλύπτουν και τα τρία τομεακά ισοζύγια, ήταν σε θέση να την προβλέψουν. Επομένως, είναι απαραίτητη η χρήση της τρισδιάστατης ανάλυσης – ειδικά για τις προβλέψεις και για τη χάραξη οικονομικών πολιτικών.

Κατά τους ερευνητές, το σύνολο των δεδομένων υπολογίσθηκε με βάση στοιχεία από το ΔΝΤ (IMF World Economic Outlook, downloaded October 2025). Στον πίνακα δε, ο καθαρός δανεισμός του δημοσίου (έλλειμμα) ή το πλεόνασμα επιγράφεται ως GOV, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ως CAB, ενώ από αυτά υπολογίσθηκε το ισοζύγιο του ιδιωτικού τομέα ως PRV=CABGOV. Αμέσως μετά, μετατράπηκε το CAB σε ROW (όπου ROW=-CAB), δηλαδή στο υπόλοιπο του υπολοίπου κόσμου και διασφαλίσθηκε η εξίσωση ότι,

ROW + GOV + PRV = 0

όπως απαιτείται από την εθνική λογιστική ταυτότητα – ενώ όλα τα έτη που εμπεριέχουν προβλέψεις του ΔΝΤ αφαιρέθηκαν. Στην περίπτωση των ΗΠΑ, ο κατωτέρω πίνακας είναι χαρακτηριστικός, όσον αφορά την εξίσωση:

Εν προκειμένω, έχει ενδιαφέρον το παρακάτω μέρος του πίνακα των ερευνητών  για την Ελλάδα – ενώ μπορεί να ανατρέξει κανείς στην πηγή για όλα τα υπόλοιπα ή/και για άλλα κράτη.

Για να καταλάβουμε τι ακριβώς εμφανίζει ο πίνακας, το 2007 στην πρώτη γραμμή, η Ελλάδα είχε έλλειμμα προϋπολογισμού -6,807% του ΑΕΠ, ο ιδιωτικός τομέας επίσης στα -7,321%, ενώ και τα δύο μαζί προκάλεσαν έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών -14,128%, οπότε σχεδόν ανάλογη αύξηση του εξωτερικού χρέους.

Το 2009, η Ελλάδα είχε έλλειμμα προϋπολογισμού 15,424% του ΑΕΠ, ο ιδιωτικός τομέας όμως είχε πλεόνασμα 4,406%, ενώ και τα δύο μαζί προκάλεσαν έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών -11,018% (-15,424+4,406) – οπότε χρεώθηκε με 11,018% στο εξωτερικό.

Το 2024 όμως, η Ελλάδα είχε πλεόνασμα προϋπολογισμού +1,339% του ΑΕΠ, ο ιδιωτικός τομέας έλλειμμα -8,329% και οι δύο μαζί είχαν ως αποτέλεσμα έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ύψους -6,99% (+1,339-8,329). Εν προκειμένω, φαίνεται καθαρά ότι, το πλεόνασμα του δημοσίου ήταν εις βάρος του ιδιωτικού τομέα – ο οποίος ήταν ο μόνος που χρεώθηκε καθαρά στο εξωτερικό με 6,99% του ΑΕΠ. Επομένως τεκμηριώνεται και από εδώ η υπερφορολόγηση των Ελλήνων – η μεταφορά χρημάτων δηλαδή από τον ιδιωτικό τομέα στο δημόσιο, κάτι  που επεξηγεί το γεγονός ότι, η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην ΕΕ με αρνητικές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών (πηγή).

Διαπιστώνεται επί πλέον από τον πίνακα ότι, η Ελλάδα είχε πλεονάσματα προϋπολογισμού μόνο τα έτη 2016, 2017, 2018 και 2024, εις βάρος του ιδιωτικού τομέα – με την επιβάρυνση του τελευταίου σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το 2024. Δηλαδή, τα κρατικά πλεονάσματα των ετών 2016, 2017 και 2018 κόστισαν στον ιδιωτικό τομέα 10,611% του ΑΕΠ συνολικά – ενώ μόνο το 2024 κόστισε 8,329% του ΑΕΠ, μετά από κόστος του ιδιωτικού τομέα 8,222% το 2022 και 5,35% το 2023, λόγω του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Συνολικά λοιπόν, τα έτη 2022, 2023 και 2024 κόστισαν στον ιδιωτικό τομέα 21,9% του ΑΕΠ, τεκμηριώνοντας την τεράστια υπερφορολόγηση του – κυρίως των νοικοκυριών, αν και δεν έχουμε μεγέθη χωριστά για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Έτσι ασφαλώς δεν έχει μέλλον η χώρα – αφού η υπερφορολόγηση έχει ημερομηνία λήξης, ενώ η Ελλάδα μαστίζεται ξανά από πολύ υψηλά ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών που αυξάνουν συνεχώς το εξωτερικό της χρέος (γράφημα).

Για σύγκριση, είναι χαρακτηριστικό το αντίστοιχο γράφημα της πλεονασματικής Δανίας, σε όλα τα τομεακά ισοζύγια της – δηλαδή στο κράτος, στον εξωτερικό τομέα και στον ιδιωτικό.

Για παράδειγμα, το 2024 το κράτος είχε πλεόνασμα 4,459% του ΑΕΠ, ο ιδιωτικός τομέας 7,734%, ενώ και τα δύο μαζί προήλθαν από το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, άρα από τους εμπορικούς της εταίρους, ύψους 12,193%. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι, ο μέσος μισθός των Δανών είναι περί τα 6.000 € μεικτά μηνιαία, όταν των Ελλήνων σήμερα στα 1.370 € – ενώ σε πραγματικούς όρους ευρίσκεται σε ελεύθερη πτώση.

Με άλλα λόγια, η παραγωγικότητα της εργασίας στη Δανία είναι κατά πολύ υψηλότερη της Ελλάδας, παρά το ότι οι μέσοι μισθοί της είναι σχεδόν τετραπλάσιοι – προφανώς όχι με ευθύνη των Ελλήνων εργαζομένων, αλλά εξαιτίας των χαμηλών επενδύσεων στη χώρα μας, για τις οποίες ευθύνεται κυρίως η κυβέρνηση και δευτερευόντως οι επιχειρήσεις, της ελλιπούς καινοτομίας κλπ.

Οι επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής

Περαιτέρω, στη μακροοικονομία η ΜΜΤ χρησιμοποιεί τα τομεακά ισοζύγια, για να ορίσει τυχόν συναλλαγές μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα (κυβερνητικού και μη κυβερνητικού), ως «κάθετη συναλλαγή» (vertical transaction, πηγή) – όπου ο κυβερνητικός τομέας θεωρείται ότι, συμπεριλαμβάνει το δημόσιο ταμείο και την κεντρική τράπεζα, ενώ ο μη κυβερνητικός τομέας ιδιώτες και επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένου του ιδιωτικού τραπεζικού συστήματος, καθώς επίσης τον εξωτερικό τομέα, δηλαδή τους ξένους αγοραστές και πωλητές προϊόντων και υπηρεσιών.

Στα πλαίσια αυτά, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική περίοδο, ο κρατικός προϋπολογισμός μπορεί να είναι πλεονασματικός ή ελλειμματικός – όπου το έλλειμμα προκύπτει όταν η κυβέρνηση ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει με φόρους, ενώ το πλεόνασμα όταν η κυβέρνηση εισπράττει περισσότερους φόρους, από όσα δαπανά.

Η ανάλυση τώρα των ταμειακών ισοζυγίων αναφέρει ότι, από λογιστικής άποψης, τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού προσθέτουν καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στον ιδιωτικό τομέα, εγχώριο ή/και ξένο  – επειδή ένα δημοσιονομικό έλλειμμα σημαίνει πως μία κυβέρνηση έχει καταθέσει περισσότερα χρήματα σε ιδιωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς (=για μισθούς ΔΥ, για κοινωνική περίθαλψη, για δημόσια έργα κλπ.), από όσα έχει αφαιρέσει με φόρους.

Αντίθετα, ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα σημαίνει ότι, συνολικά η κυβέρνηση έχει αφαιρέσει περισσότερα χρήματα από ιδιωτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς μέσω φόρων, από όσα έχει «επιστρέψει» μέσω των δαπανών της.

Επομένως τα δημοσιονομικά ελλείμματα, εξ ορισμού, ισοδυναμούν με την προσθήκη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στον ιδιωτικό τομέα – είναι δηλαδή υπέρ του. Αντίθετα, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα αφαιρούν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία από τον ιδιωτικό τομέα – όπως φαίνεται από την εξίσωση

(GT)=(SI)-NX

που μεταφράζεται ως εξής:

Ισοζύγιο δημοσίου τομέα (GT ή δαπάνες μείον φόρους) = Ισοζύγιο ιδιωτικού τομέα (SI ή αποταμιεύσεις μείον επενδύσεις) – Ισοζύγιο εξωτερικού τομέα (NX, εξαγωγές μείον εισαγωγές ή καθαρές εξαγωγές).

Το συμπέρασμα τώρα που προκύπτει από την εξίσωση είναι το ότι, η ιδιωτική καθαρή αποταμίευση είναι δυνατή, εάν υπάρχει έλλειμμα στον εξωτερικό τομέα, μόνο εάν το κράτος έχει δημοσιονομικά ελλείμματα – ενώ εναλλακτικά, ο ιδιωτικός τομέας αναγκάζεται να μην αποταμιεύει, όταν το κράτος έχει δημοσιονομικό πλεόνασμα και υπάρχει εξωτερικό έλλειμμα.

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται καθαρά από την περίπτωση της Ελλάδας που μετά το 2022, όπου ο ιδιωτικός της τομέας είναι ελλειμματικός, ενώ το κράτος μειώνει τα ελλείμματα του αλλά ο εξωτερικός τομέας παραμένει έντονα ελλειμματικός, χαρακτηρίζεται από αρνητικές αποταμιεύσεις – ως η μοναδική χώρα στην ΕΕ (γράφημα, πηγή).

Σύμφωνα λοιπόν με την ανάλυση των τομεακών ισοζυγίων, τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού αφαιρούν τις καθαρές αποταμιεύσεις από τον ιδιωτικό τομέα – ενώ όταν μία χώρα έχει πλεονασματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όπως η Γερμανία, η Δανία, η Νορβηγία κλπ., αφαιρεί ξανά τις αποταμιεύσεις από τον ιδιωτικό τομέα, όχι όμως από τον εγχώριο δικό της, αλλά από αυτόν των εμπορικών της εταίρων (=από τους Έλληνες, τους Γάλλους κλπ.). Ακριβώς εδώ εστιάζεται η πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα (ανάλυση) – ο πλουτισμός δηλαδή ενός κράτους, εις βάρος των άλλων.

Σε κάθε περίπτωση, τεκμηριώνεται πως τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου – εντός μίας χώρας μεταξύ του κράτους και του ιδιωτικού τομέα, ενώ εκτός της χώρας μεταξύ των εμπορικών εταίρων.

Όσον αφορά δε τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού που αφαιρούν αποταμιεύσεις από τον ιδιωτικό τομέα, σε μία περίοδο υψηλής ενεργού ζήτησης (όπως σήμερα στην Ελλάδα που το ΑΕΠ της στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση), μπορεί να οδηγήσουν στο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα, για τη χρηματοδότηση των καταναλωτικών του συνηθειών – οπότε στην υπερχρέωση του, με μεγάλους κινδύνους για την οικονομία και τον τραπεζικό κλάδο.

Από την άλλη πλευρά, τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα είναι απαραίτητα για μία οικονομία που κινδυνεύει από αποπληθωρισμό, όπως η Ελλάδα μετά τα μνημόνια – ενώ τα δημοσιονομικά πλεονάσματα απαιτούνται μόνο όταν η οικονομία έχει υπερβολική συνολική ζήτηση και κινδυνεύει με μεγάλο πληθωρισμό.

Το να έχει βέβαια μία χώρα ταυτόχρονα δημοσιονομικό πλεόνασμα και υψηλό πληθωρισμό, όπως σήμερα η Ελλάδα, είναι μία οικονομική διαστρέβλωση – η οποία δεν θα έχει καλό αποτέλεσμα.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, όλα όσα συζητούνται σήμερα σχετικά με το δημόσιο χρέος και με τους δημοσιονομικούς κανόνες στην ΕΕ και όχι μόνο,  υποθέτουν σιωπηρά ότι, υπάρχουν δυνατότητες σε όλες τις χώρες, οι οποίες επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να μειώσουν το χρέος της χώρας τους, χωρίς σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές αναταραχές – αρκεί να υφίσταται η πολιτική βούληση να το πράξουν.

Πρόκειται όμως για μεγάλο λάθος – ενώ το «κλειδί» είναι ο εξωτερικός τομέας, οι «άλλοι» (εξαγωγές, τουρισμός) από τους οποίους πρέπει να προέλθει η ζήτηση, εάν η εκάστοτε κυβέρνηση αυξήσει τα έσοδα της, τους φόρους δηλαδή ή/και μειώσει τις δαπάνες της.

Εν προκειμένω, είναι καθαρή λογική το ότι, ο δημόσιος τομέας μπορεί να μειώσει τα ελλείμματα των προϋπολογισμών του, δηλαδή το νέο δανεισμό του, μόνο εάν οι άλλοι τομείς, όπως τα ιδιωτικά νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις (εγχώριες ή ξένες) ή ακόμη και ο δημόσιος τομέας άλλων χωρών αποδεχθούν ότι, τα ελλείμματα τους, δηλαδή τα χρέη τους αυξάνονται ή τα πλεονάσματα των εσόδων τους, δηλαδή οι αποταμιεύσεις τους, μειώνονται (μοναδική περίπτωση για το τελευταίο η Ελλάδα, γράφημα).

Εάν δεν πληρείται αυτή η προϋπόθεση, οποιαδήποτε προσπάθεια λιτότητας από το δημόσιο τομέα, δηλαδή «παραγωγής πλεονασμάτων» μέσω αύξησης των φόρων, οδηγεί αργά ή γρήγορα τη χώρα σε ύφεση – την οποία θα αναγκασθεί να σταματήσει το κράτος, επειδή θα πρέπει να απορροφήσει ή, τουλάχιστον, να υποστεί τις συνέπειες της ύφεσης, για παράδειγμα με τη μορφή αυξημένων δημοσίων δαπανών για την κοινωνική ασφάλιση ή/και μειωμένων φορολογικών εσόδων.

Τέλος, το χρέος προκύπτει πάντοτε όταν μία οικονομική μονάδα είναι αντιμέτωπη με ένα χάσμα, μεταξύ των εσόδων και των δαπανών της – όπου εάν τα έσοδα είναι χαμηλότερα από τις δαπάνες, δημιουργείται έλλειμμα που αυξάνει το χρέος της. Το γεγονός αυτό συνήθως προέρχεται από μία πραγματική ανισορροπία – το αποτέλεσμα της οποίας είναι η οικονομική μονάδα να ζει πάνω από τις δυνατότητες της, δηλαδή να χρησιμοποιεί περισσότερους πόρους από όσους παράγει, ενώ μία άλλη ζει κάτω από τις δυνατότητες της (άρα χρησιμοποιεί λιγότερους πόρους, από όσους παράγει).

Για μια κλειστή οικονομία ή για τον πλανήτη στο σύνολο του, δεν μπορεί να υπάρξει κάτι τέτοιο, όπως το να ζει κανείς πάνω ​​ή κάτω από τις δυνατότητές του – επειδή οι πραγματικοί πόροι μπορούν να διανεμηθούν και να καταναλωθούν μόνο μία φορά.

Σε κάθε περίπτωση, το χάσμα μεταξύ των εσόδων και των δαπανών μιας οικονομικής μονάδας τότε μόνο δεν είναι προβληματικό, εάν υπάρχουν συνθήκες εντός μιας οικονομίας (ή στον πλανήτη ως σύνολο) που διασφαλίζουν ότι, η υψηλότερη των δυνατοτήτων της διαβίωση μιας ομάδας, εξισορροπείται συστηματικά από την χαμηλότερη των δυνατοτήτων της διαβίωση μιας άλλης – ενώ μία σαφής εικόνα δίδεται από το target II (ανάλυση) στην Ευρωζώνη (γράφημα).

Εν προκειμένω φαίνεται καθαρά ότι, η υψηλότερη των δυνατοτήτων τους διαβίωση της Ιταλίας, Ισπανίας, Ελλάδας κλπ., εξισορροπείται από τη χαμηλότερη κυρίως της Γερμανίας που εμφανίζεται ως δανειστής με 1,061 τρις €, ενώ δευτερευόντως του Λουξεμβούργου κλπ. – σημειώνοντας πως θα επανέλθουμε με νέα ανάλυση, στην οποία θα περιγράφονται οι διαφορές της Γερμανίας με τη Γαλλία και την Ιταλία σε τετραδιάστατη μορφή (δηλαδή με τον ιδιωτικό τομέα χωριστά για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις).

.

Σημείωση: Το ΑΕΠ μετρά τις ροές και όχι τα αποθέματα. Για παράδειγμα, το δημόσιο έλλειμμα είναι μία χρηματοοικονομική ροή, ενώ το δημόσιο χρέος είναι ένα απόθεμα – ενώ οι ροές προκύπτουν, από τη σχέση εθνικής λογιστικής, μεταξύ των συνολικών δαπανών και του εισοδήματος. Δηλαδή από την εξής εξίσωση:

ΑΕΠ (δαπάνες) = Καταναλωτική δαπάνη + Ιδιωτικές επενδυτικές δαπάνες + Κρατικές δαπάνες + Εμπορικό ισοζύγιο (=Εξαγωγές – Εισαγωγές ή καθαρές εξαγωγές).


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading