.

Ο Trump έχει δρομολογήσει στην ουσία έναν «Blitzkrieg» – δηλαδή μία στρατιωτική τακτική που υπολογίζεται να προκαλέσει ψυχολογικό σοκ και επακόλουθη αποδιοργάνωση στις εχθρικές δυνάμεις μέσω της χρήσης του αιφνιδιασμού, της ταχύτητας και της υπεροχής σε υλικό ή δύναμη πυρός. Θα τα καταφέρει αλήθεια; Δύσκολο να το προβλέψει κανείς αφού, όπως κάθε τι, έχει και η μέθοδος Trump την Αχίλλειο πτέρνα της που δεν είναι άλλη από τις χρηματαγορές – οι οποίες δεν θέλουν καθόλου αναταράξεις, όπως αυτές που βιώνουμε.
.
Ανάλυση

Ο πρόεδρος Trump τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι, θέλει ένα ισχυρό δολάριο – ταυτόχρονα όμως πως ο στόχος του είναι να το υποτιμήσει, για να αυξήσει τις εξαγωγές, να μειώσει τις εισαγωγές και να ισοσκελίσει το εμπορικό ισοζύγιο, καθώς επίσης το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ. Έτσι χαρακτηρίζεται ως ακατανόητος, εάν όχι ανόητος – αφού επιδιώκει ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενα πράγματα.
Από την άλλη πλευρά οι αυξήσεις των δασμών, εάν τεθούν τελικά σε ισχύ αφού τις αναβάλλει, δεν θα είναι τίποτα άλλο από μια πραγματική νομισματική υποτίμηση – επειδή οι Αμερικανοί καταναλωτές θα πρέπει να πληρώσουν περισσότερα, εάν συνεχίσουν να αγοράζουν ξένα προϊόντα.
Στην ουσία λοιπόν θα επρόκειτο για μία απώλεια της αγοραστικής δύναμης των Αμερικανών, σε σχέση με τα ξένα, με τα εισαγόμενα δηλαδή αγαθά – ενώ ο Trump θα μπορούσε επίσης να δρομολογήσει εξαγωγικές επιδοτήσεις για τους Αμερικανούς εξαγωγείς, οπότε η αναλογία θα ήταν σχεδόν τέλεια.
Το δασμολογικό βέβαια «όργιο», σε συνδυασμό με την προσπάθεια διατήρησης ενός ισχυρού δολαρίου, θεωρείται κάτι παραπάνω από μπερδεμένο – οπότε λογικά η συγκεκριμένη πολιτική θεωρείται ακατανόητη. Πόσο μάλλον αφού θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερικές αναταραχές και εξεγέρσεις, λόγω της ακρίβειας – η οποία θα ήταν θανατηφόρα για τις φτωχές κοινωνικές ομάδες.
Η υποτίμηση τώρα του δολαρίου, χωρίς να χρειαστούν δασμοί, δεν είναι καθόλου πρόβλημα – αφού ο πρόεδρος μπορεί να υποτιμήσει το δολάριο, μόλις αποφασίσει ότι χρειάζεται πραγματική υποτίμηση. Εναλλακτικά, μπορεί να δώσει εντολή στην κεντρική τράπεζα να αποδυναμώσει το δολάριο, αγοράζοντας ξένο νόμισμα με το αμερικανικό νόμισμα – στο οποίο οι ΗΠΑ διαθέτουν απεριόριστες ποσότητες.
Στη δεύτερη περίπτωση οι αγορές αναμένουν μια υποτίμηση, με αποτέλεσμα όλοι οι κερδοσκόποι να μειώνουν τις θέσεις τους σε δολάρια, ενισχύοντας την υποτίμηση – ενώ η αγορά ξένων νομισμάτων είναι απολύτως θεμιτή, όπως στο παράδειγμα της ελβετικής κεντρικής τράπεζας που το κάνει εδώ και δεκαετίες, για να αντιμετωπίσει την ανατίμηση του φράγκου.
Μία υποτίμηση του δολαρίου όμως, με όποιον τρόπο και αν επιδιωχθεί, θα προκαλούσε άνοδο του πληθωρισμού – ο οποίος καταπολεμάται με την αύξηση των επιτοκίων που πολύ σωστά ο Trump δεν θέλει, αφού θα στραγγάλιζε την ανάπτυξη της χώρας του, προκαλώντας στασιμοπληθωρισμό και φυσικά κοινωνικές εξεγέρσεις. Εκτός αυτού, θα αποδεικνυόταν τελικά «δώρο άδωρο» – αφού έχει αποψιλωθεί ο παραγωγικός ιστός των ΗΠΑ, οπότε έχουν συγκριτικά ελάχιστα προϊόντα για να εξάγουν, ακόμη και αν υποτιμούσαν το δολάριο.
Όσον αφορά τώρα την κινεζική κυβέρνηση, εάν αποφάσιζε να μειώσει σημαντικά τις τεράστιες διακρατήσεις της σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα πουλώντας τα, για να επιφέρει πλήγμα στον εξωτερικό δανεισμό των ΗΠΑ κλπ., θα έπρεπε να επιτρέψει μια ακόμη ισχυρότερη ανατίμηση του δικού της νομίσματος, εις βάρος των εξαγωγών της – κάτι που σίγουρα δεν θέλει.
Άλλωστε η Κίνα έχει στο χαρτοφυλάκιό της αμερικανικά ομόλογα, επειδή στο παρελθόν ήθελε να αποδυναμώσει το δικό της νόμισμα για να στηρίξει τις εξαγωγές της, οπότε αγόραζε δολάρια που τα μετέτρεπε σε ομόλογα – κάτι που ισχύει και για την Ιαπωνία.
Με κριτήριο λοιπόν όλα τα παραπάνω, δυσκολεύεται κανείς να εξηγήσει τις ενέργειες του Trump – επιλέγοντας τον εύκολο δρόμο που δεν είναι άλλος, από το να τον χαρακτηρίσει αλλοπρόσαλλο. Δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση – για τον απλούστατο λόγο ότι, οι στόχοι του με την απειλή δασμών (άλλο απειλή και άλλο δρομολόγηση) φαίνεται να είναι οι εξής:
(α) Να αυξήσει άμεσα τις εξαγωγές των προϊόντων που διαθέτει η χώρα, όπως το LNG στην ΕΕ, εν μέρει με την προσωρινή διολίσθηση του δολαρίου – προς όφελος του εμπορικού του ισοζυγίου και του ρυθμού ανάπτυξης.
(β) Να επιτύχει να μεταφέρουν οι ξένες εταιρίες την παραγωγή τους στις ΗΠΑ – οπότε να μειώσει τις εισαγωγές και να αυξήσει τις εξαγωγές παράγοντας πλέον εγχώρια μέσω των ξένων επιχειρήσεων, ξανά προς όφελος του εμπορικού του ισοζυγίου και του ρυθμού ανάπτυξης.
(γ) Να επιτύχει να επιστρέψουν οι Αμερικανικές εταιρίες που παράγουν στο εξωτερικό στη χώρα του – επίσης προς όφελος του εμπορικού του ισοζυγίου και του ρυθμού ανάπτυξης.
(δ) Να ισχυροποιηθεί βιώσιμα το δολάριο – αφού η ισοτιμία ενός νομίσματος εξαρτάται άμεσα από το εμπορικό ισοζύγιο/ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Συμπερασματικά, ο Trump δεν παραλογίζεται όταν λέει ότι, θέλει να υποτιμήσει το δολάριο (βραχυπρόθεσμα) και ταυτόχρονα να το καταστήσει ισχυρό (μεσοπρόθεσμα) – ενώ έτσι θα μπορούσε να εξυγιάνει το δολάριο, οπότε να καταπολεμήσει μεσοπρόθεσμα τον πληθωρισμό, χωρίς να βυθίσει τη χώρα του σε στασιμοπληθωρισμό, τουλάχιστον όχι για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Όσον αφορά τους δασμούς, ο στόχος του είναι να τους χρησιμοποιήσει εκβιαστικά ως απειλή, για να πετύχει αυτά που θέλει – διενεργώντας στην ουσία έναν οικονομικό «Blitzkrieg» (=στρατιωτική τακτική που υπολογίζεται να προκαλέσει ψυχολογικό σοκ και επακόλουθη αποδιοργάνωση στις εχθρικές δυνάμεις μέσω της χρήσης του αιφνιδιασμού, της ταχύτητας και της υπεροχής σε υλικό ή δύναμη πυρός).
Θα τα καταφέρει αλήθεια; Δύσκολο να το προβλέψει κανείς, αφού όπως κάθε τι, έχει και η μέθοδος Trump την Αχίλλειο πτέρνα της που δεν είναι άλλη από τις χρηματαγορές – οι οποίες δεν θέλουν καθόλου αναταράξεις, όπως αυτές που βιώνουμε.
