Μεσοπρόθεσμο 2025-2028 – The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες Σχολιασμός Επικαιρότητας

Μεσοπρόθεσμο 2025-2028

.

Ο ρυθμός ανάπτυξης που προβλέπεται και που δύσκολα θα πραγματοποιηθεί, είναι πολύ χαμηλός για να καλύψει την τεράστια απόκλιση μας από την Ευρωζώνη – το μέσο ΑΕΠ της οποίας από 100 το 2009 είχε αυξηθεί στο 117,7 το 2022, ενώ της Ελλάδα από  100 μειώθηκε στο 84, οπότε η απόσταση μας αυξήθηκε από το 16 στο 33,7 έχοντας μειωθεί ελάχιστα το 2023. Όσον αφορά την πρόβλεψη για ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών από τις εισαγωγές, η διόγκωση του εμπορικού μας ελλείμματος τεκμηριώνει το αντίθετο – επίσης η μείωση της εγχώριας παραγωγής, με το κλείσιμο 16 μεγάλων βιομηχανιών από το 2019 έως σήμερα, η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας που αναφέραμε προηγουμένως και το ανεξέλεγκτο ενεργειακό μας κόστος.

.

Κοινοβουλευτική Εργασία

Κατ’ αρχήν κ. υπουργέ, το μεσοπρόθεσμο που μας παρουσιάσατε σήμερα και το οποίο ουσιαστικά αποτελεί το πρόγραμμα της κυβέρνησης, σε συμφωνία με την ΕΕ, δεσμεύει τη χώρα μας για την περίοδο 2025 έως 2028 – δηλαδή, για ένα χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από την κυβερνητική τετραετία.

Επομένως δεσμεύει και την επόμενη κυβέρνηση, τουλάχιστον για ένα χρόνο – κάτι που δεν θεωρούμε σωστό. Δεν θεωρούμε επίσης σωστό το ότι, μας το στείλατε χθες το μεσημέρι – ενώ τα ΜΜΕ το είχαν πολύ πιο πριν.  

Όσον αφορά τώρα την ουσία, και αυτό το μεσοπρόθεσμο είναι διαχειριστικής μορφής – όπως όλα τα προηγούμενα, καθώς επίσης τα μνημόνια.

Ο στόχος του δε, είναι η απομύζηση της κοινωνίας και της οικονομίας μας, προς όφελος των δανειστών – με τη μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ και με τη μετακύλιση του από τους Ευρωπαίους στις αγορές.

Επίσης στους Έλληνες, μέσω του ενδοκυβερνητικού δανεισμού που αυξάνεται συνεχώς – χωρίς να είναι σαφές από πού προέρχεται.

Ενός χρέους που συσσωρεύθηκε από τις λανθασμένες πολιτικές των μνημονίων και της πανδημίας – όπου, με την απόφαση για τα καταστροφικά και αχρείαστα lockdowns, η κυβέρνηση χρέωσε τη χώρα μας με 50,5 δις €, μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια.

Γιατί πρόκειται για απομύζηση; Επειδή στηρίζεται σε υπερπλεονάσματα που δεν προέρχονται από την πραγματική άνοδο του ΑΕΠ, αλλά από την υπερφορολόγηση – με τη διατήρηση των ίδιων φορολογικών συντελεστών στις αυξημένες από τον πληθωρισμό τιμές, με τα νέα τεκμήρια κερδοφορίας κοκ.

Η υπερφορολόγηση όμως αυτή έχει ημερομηνία λήξης, αφού η φοροδοτική ικανότητα των Πολιτών έχει εξαντληθεί – γεγονός που σημαίνει ότι, οι προβλέψεις για τα φορολογικά έσοδα είναι εξαιρετικά επισφαλείς.

Αλήθεια, εσείς δεν κατηγορούσατε το ΣΥΡΙΖΑ στο παρελθόν για τα υπερπλεονάσματα τότε, λέγοντας πολύ σωστά πως εμποδίζουν την ανάπτυξη; Γιατί λοιπόν κάνετε σήμερα το ίδιο; Γιατί δεν τα διαθέτετε έστω για επενδύσεις στην πραγματική οικονομία;

Σε σχέση τώρα με τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου, συμφωνούμε στην ουσία με τις βασικές παρατηρήσεις του δημοσιονομικού συμβουλίου – όπου πολύ σωστά αναφέρει μεταξύ άλλων ότι, το υπουργείο αναθεώρησε τρεις φορές το ρυθμό ανάπτυξης του 2024 προς τα κάτω, από 2,9% στον προϋπολογισμό, στο 2,5% τον Απρίλιο και στο 2,2% το Σεπτέμβρη.

Κατά την άποψη μας,  με βάση τα τελευταία στοιχεία της μείωσης των τουριστικών εισπράξεων τον Ιούλιο κατά 4,2% και του όγκου του λιανεμπορίου κατά 2,8% σε ετήσια βάση, θα χρειαστεί ενδεχομένως μία ακόμη αναθεώρηση.

Πόσο μάλλον εάν δεν επιτευχθεί ο στόχος της ανόδου του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου, στον οποίο στηρίζεται – όπως συνέβη το 2022, όπου προβλεπόταν αύξηση του κατά 21,9% και τελικά διαμορφώθηκε στο 11,7%, ενώ το 2023 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 15,5% και 7,1%, επίσης πολύ κάτω από τις προβλέψεις σας.

Η κυβέρνηση εδώ έχει τοποθετήσει όλες τις ελπίδες της στο ΤΑΑ – όπου όμως, σύμφωνα με την ΤτΕ, λιγότερο από το 25% των χρημάτων που έχει λάβει η Ελλάδα ως δάνεια από το ΤΑΑ, έως τον Απρίλιο του 2024, έχει οδηγηθεί στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Γιατί αλήθεια; Πού χρησιμοποιείτε τα χρήματα που εισπράξατε από την ΕΕ; Στο δανεισμό του κράτους, όπου το ενδοκυβερνητικό χρέος έχει παραδόξως διπλασιασθεί από το 2019; Όπως στην ερώτηση που σας έχουμε καταθέσει και στην οποία δεν πήραμε καμία σαφή απάντηση; (ανάλυση)

Ακόμη χειρότερα, ενώ αρχικά το πρόγραμμα ήταν εμπροσθοβαρές, το 95% πια των επενδύσεων του σχεδίου «Ελλάδα 2.0» είναι προγραμματισμένες να ολοκληρωθούν κατά τη δεύτερη περίοδο που λήγει το 2027 – ενώ δεν είναι μόνο οι περισσότερες αριθμητικά αλλά, επί πλέον, οι πιο σημαντικές για την οικονομία μας και οι πιο απαιτητικές, οπότε δύσκολα θα πραγματοποιηθούν.

Αυτό που μας έχει κάνει όμως ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση, είναι ο μη προβληματισμός για τα δίδυμα ελλείμματα μας – τα οποία είναι τα υψηλότερα από το 2002, με εξαίρεση την τετραετία 2006/2010 που όλοι γνωρίζουμε τι ακολούθησε.

Ειδικότερα, το έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου εκτοξεύθηκε στα 19,3 δις € το επτάμηνο – γεγονός που σημαίνει ότι, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας υποχωρεί παρά τους χαμηλούς μισθούς, ενώ μειώνεται αντίστοιχα το ΑΕΠ μας.

Όσον αφορά δε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, διαμορφώθηκε στα συνολικά 8,8 δις € στο εξάμηνο – οπότε ο ιδιωτικός μας τομέας χρεώθηκε ανάλογα στο εξωτερικό.

Εν προκειμένω, τα έσοδα από τον τουρισμό συνεχίζουν να μην ισοσκελίζουν το εμπορικό έλλειμμα – εύλογα, αφού σύμφωνα με εκτιμήσεις, καλύπτει το 75% των αναγκών του με εισαγωγές.   

Σε σχέση με τον πληθωρισμό, το γεγονός ότι διαμορφώθηκε στο 3% το Σεπτέμβρη, έναντι 1,8% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, είναι επίσης ανησυχητικό – αφού μειώνει τη συγκριτική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, ενώ φαίνεται πως θα είναι υψηλότερος των προβλέψεων σας, ελέω των ολιγοπωλίων και της καρτελοποίησης της αγοράς μας.

Ανησυχητική είναι επί πλέον η συνεχιζόμενη μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων το 2024, παρά το ότι μειώθηκαν κατά 35% το 2023  – πόσο μάλλον όταν αφορούν κατά 45% περίπου αγορές ακινήτων που είναι απλές εισροές κεφαλαίων με ασήμαντο πολλαπλασιαστή, ενώ τη βιομηχανία μόλις το 5% του συνόλου.

Το χειρότερο ίσως όλων είναι η παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία στην Ελλάδα είναι πάνω από 30% χαμηλότερη από το μέσον όρο των κρατών μελών του ΟΟΣΑ – με την Ελλάδα να είναι 4η από το τέλος και τελευταία στην ΕΕ.

Με αυτήν την παραγωγικότητα της εργασίας, είναι προφανώς αδύνατη η βιώσιμη αύξηση των μισθών που αναφέρεται στο μεσοπρόθεσμο και απαιτείται για την προβλεπόμενη καταναλωτική δαπάνη – ενώ δεν φαίνεται πώς θα στηριχθεί η άνοδος της από επενδύσεις, σύμφωνα με αυτά που έχουμε αναφέρει.

Το ίδιο ισχύει επίσης για τις προβλέψεις στο μεσοπρόθεσμο, όσον αφορά τις εξαγωγές και τις εισαγωγές – οι οποίες είναι συνάρτηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας που μειώνεται.

Τέλος, ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα – η οποία, την περίοδο Ιουλίου 2019/Ιουλίου 2024, με στοιχεία της ΤτΕ, ήταν η παρακάτω:

(α) Ιδιωτικός τομέας -26,1%, με τις επιχειρήσεις 0% και τα νοικοκυριά -51,1%.

(β) Γενική κυβέρνηση +87,7%

(γ) Χρεόγραφα, κυρίως του κράτους, +91,6%.

Συνολικά για όλους τους τομείς, η τραπεζική χρηματοδότηση παρουσίασε μείωση 2,4% – ενώ όπως φαίνεται καθαρά, το κράτος απορρόφησε όλα τα δανειακά χρήματα των τραπεζών, για τη χρηματοδότηση του.

Αλήθεια, όταν απορροφάει το κράτος όλα τα δάνεια των τραπεζών, αδιαφορώντας για το ότι τα στερεί από την πραγματική οικονομία, πώς είναι δυνατόν να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη για τη χώρα;

Επιγραμματικά τώρα σε ορισμένα στοιχεία από τα περιεχόμενα του μεσοπρόθεσμου, εκτός από τις οικονομικές προβλέψεις συμπεριλαμβάνει διάφορους στόχους ανά υπουργείο και τομέα πολιτικής – χωρίς όμως κοστολόγηση, αν και έχει γίνει επεξεργασία του από το ΓΛΚ.

Βέβαια, ακόμη και αν υπήρχε κοστολόγηση, κρίνοντας από τις δυνατότητες της οικονομίας μας και από το συνολικό ποσόν των δαπανών που αναφέρονται, δεν θα ήταν εφικτή η πραγματοποίηση τους – όπως έχει άλλωστε τεκμηριωθεί από την αδυναμία της κυβέρνησης να στηρίξει τους πληγέντες από τις πλημμύρες και τις πυρκαγιές, την ασφάλεια στο σιδηρόδρομο, τις δημόσιες υποδομές κοκ.

Ο ρυθμός ανάπτυξης τώρα που προβλέπεται και που δύσκολα θα πραγματοποιηθεί, είναι πολύ χαμηλός για να καλύψει την τεράστια απόκλιση μας από την Ευρωζώνη – το μέσο ΑΕΠ της οποίας από 100 το 2009 είχε αυξηθεί στο 117,7 το 2022, ενώ της Ελλάδα από  100 μειώθηκε στο 84, οπότε η απόσταση μας αυξήθηκε από το 16 στο 33,7 έχοντας μειωθεί ελάχιστα το 2023.  

Όσον αφορά την πρόβλεψη για ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών από τις εισαγωγές, η διόγκωση του εμπορικού μας ελλείμματος τεκμηριώνει το αντίθετο – επίσης η μείωση της εγχώριας παραγωγής, με το κλείσιμο 16 μεγάλων βιομηχανιών από το 2019 έως σήμερα, η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας που αναφέραμε προηγουμένως και το ανεξέλεγκτο ενεργειακό μας κόστος.

Εκτός οικονομικής πραγματικότητας και μάλλον παραπλανητικό είναι το ότι, θα αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα, με την άνοδο του βασικού μισθού – όταν αυξάνεται η μερική απασχόληση, ενώ πολλές επιχειρήσεις δεν πληρώνουν καν το βασικό μισθό στους εργαζομένους τους.

Η ανεργία πάντως θα μειωθεί μεν, αλλά λόγω της ανόδου της μερικής απασχόλησης και της συνεχιζόμενης μετανάστευσης των Ελλήνων – αφού η καθαρή μετανάστευση το 2023 ήταν 159.000 άτομα.

Σε σχέση με τη μείωση του χρέους ως προς το ΑΕΠ, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι, το πραγματικό μας ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 11 δις € από το 2019 έως το 2023 – ή κατά 5,9% σωρευτικά, περί το 1% ετήσια, από τα 183 δις στα 194 δις.

Την ίδια περίοδο, ο πληθωρισμός πρόσθεσε τα επί πλέον 26 δις στο ΑΕΠ, στα 220 δις, μειώνοντας το χρέος ως προς το ΑΕΠ – κάτι που φυσικά δεν πρόκειται να επαναληφθεί, τουλάχιστον όχι σε αυτά τα επίπεδα.

Σε κάθε περίπτωση, δεν φαίνεται να  έχουν συνυπολογισθεί τα 12,5 δις € των παγωμένων τόκων που θα μας υποχρεώσει να προσθέσουμε στο χρέος η Eurostat – εκτός εάν υπάρχει σχέδιο να ισοσκελισθούν από την πληρωμή των GLS, με τη χρήση του μαξιλαριού και με τα έσοδα από την  παραχώρηση/ξεπούλημα της Αττικής οδού.     

Σε σχέση με τα συνολικά ποσά του ΠΔΕ, από τα ΕΣΠΑ, το ΤΑΑ και τους εθνικούς πόρους, τα οποία προβλέπονται στα 18,9 δις το 2025 και στα 20 δις το 2026, συνολικά για την περίοδο 2025/2028 στα 64,2 δις €, είναι υπερβολικά – θεωρώντας ότι δεν πρόκειται να επαληθευθούν, πόσο μάλλον όταν ανέκαθεν υπήρχε υποπραγματοποίηση του ΠΔΕ.

Κλείνοντας, αυτό που χρειάζεται η χώρα μας είναι η ριζική αλλαγή του οικονομικού, τουριστικού και φορολογικού της μοντέλου που δεν προωθείται με το μεσοπρόθεσμο – έτσι ώστε να επιτύχει βιώσιμους ρυθμούς ανάπτυξης τουλάχιστον 5% ετήσια, χωρίς τους οποίους είναι καταδικασμένη.

Το ΤΑΑ, σε συνδυασμό με το ΕΣΠΑ και την ΚΑΠ, είναι η τελευταία μας ευκαιρία – πριν το 2033 που θα χρειαστεί να εξυπηρετούμε ένα πολύ μεγαλύτερο χρέος από αυτό που εξυπηρετούμε σήμερα, ενώ θα έχουμε πλέον ξεπουλήσει τα πάντα.

Ένα χρέος που δεν είναι βιώσιμο, αλλά απλά εξυπηρετίσημο – με τεχνάσματα, με υπερφορολόγηση και με τη μετάθεση της εξυπηρέτησης των 96 δις του EFSF συν τους τόκους του, για μετά το 2032.

Δυστυχώς όμως, η αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου δεν φαίνεται να είναι ο στόχος του μεσοπρόθεσμου – ενώ δεν λαμβάνει καν υπ’ όψιν την επόμενη παγκόσμια κρίση που είναι νομοτελειακή και που θα μας βρει ξανά εντελώς απροετοίμαστους, όπως το 2009, υπό πολύ χειρότερες όμως συνθήκες. 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Discover more from The Analyst

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading