Η Ομοιόσταση και θάνατος της πολιτικής – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Ομοιόσταση και θάνατος της πολιτικής

.

Οι ομοιότητες της Βρετανίας με αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα και που αδυνατεί να τα καταλάβει η κοινωνία, ειδικά όσον αφορά την αξιωματική αντιπολίτευση, είναι ξεκάθαρες – αν και ακολουθούν αργότερα. Όπως φαίνεται δηλαδή οι Έλληνες, εάν συνεχίσουν να στηρίζουν τις μεγάλες παρατάξεις, θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν στις επόμενες εκλογές μόνο μεταξύ κομμάτων που ελέγχονται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο μικρό τμήμα της κοινωνίας – που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και πεποιθήσεις, ενώ οι πολιτικές τους, αν και με ορισμένες διαφορές παρουσίασης, είναι στην ουσία οι ίδιες, μη συμβατές με τις επιθυμίες των Πολιτών. Κανένας όμως δεν μπορεί να προβλέψει την αντίδραση της κοινωνίας, η οργή της οποίας αυξάνεται συνεχώς, όσο απομακρύνεται από το σημείο ισορροπίας, από την ομοιόσταση – όπως φάνηκε στην Ελλάδα σε κάποιο βαθμό, στις δεύτερες εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εν προκειμένω, τα μικρά κόμματα καλά θα κάνουν να προσέχουν, αφού μπορεί ξαφνικά να κληθούν να κυβερνήσουν – όπως τεκμηριώθηκε καθαρά από το δήμο της Αθήνας.

.

Ανάλυση

Σύμφωνα με ένα ενδιαφέρον βρετανικό άρθρο, η λέξη «Ομοιόσταση» (homeostasis) αφορά μία οποιαδήποτε αυτορρυθμιζόμενη διαδικασία, με την οποία τα βιολογικά συστήματα τείνουν να διατηρήσουν τη σταθερότητα τους – σε συνθήκες που είναι οι καλύτερες δυνατές, οι βέλτιστες δηλαδή, για την επιβίωση τους.

Μπορεί τώρα να νομίζει κανείς πως η σταθερότητα είναι μία σταθερή κατάσταση, αλλά δεν ισχύει καθόλου – αφού η σταθερότητα που επιτυγχάνεται από τα βιολογικά συστήματα είναι στην πραγματικότητα μία δυναμική ισορροπία, η οποία διακρίνεται μεν από μία συνεχή αλλαγή, αλλά επικρατούν σχετικά ομοιόμορφες συνθήκες.

Η ερώτηση βέβαια που προκύπτει, είναι το πώς γνωρίζει το βιολογικό σύστημα τι να αλλάξει, πού και πώς – προκειμένου να πετύχει και να διατηρήσει την ομοιόσταση. Η απάντηση είναι ότι, το οποιοδήποτε σύστημα σε δυναμική ισορροπία, τείνει να φτάσει σε μία σταθερή κατάσταση – δηλαδή, σε μία ισορροπία που αντιστέκεται σε εξωτερικές δυνάμεις αλλαγής.

Εν προκειμένω, όταν ένα τέτοιο σύστημα διαταράσσεται, οι ενσωματωμένοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί του τείνουν να ανταποκρίνονται στις διαταραχές, με στόχο να δημιουργήσουν μία νέα ισορροπία – όπου πρόκειται για μία διαδικασία ελέγχου της ανάδρασης. Με τον όρο ανάδραση δε, εννοούμε την ανατροφοδότηση της εξόδου ενός συστήματος στην είσοδο του – το γνωστό μας ως  «feedback».

Το παραπάνω παρατηρείται ακόμη και στις ασθένειες, όπου στην αρχή είναι πολύ πιο προβληματικές, επειδή ο οργανισμός δεν έχει βρει ακόμη το νέο σημείο ισορροπίας του – ενώ μετά σταθεροποιείται, έχοντας «εξοικειωθεί» με τις νέες συνθήκες και επιτυγχάνοντας την ομοιόσταση.

Η κοινωνία ως βιολογικό σύστημα

Συνεχίζοντας, εάν παρομοιάσει κανείς την κοινωνία με έναν ζωντανό οργανισμό, με ένα βιολογικό σύστημα που υφίσταται συνεχείς αλλαγές, θα συμπεράνει ότι ως ζωντανός οργανισμός θα προσπαθεί διαρκώς να επιτύχει ομοιόσταση – δηλαδή τη σταθερότητα που επιτυγχάνεται με τη δυναμική ισορροπία. Για να τα καταφέρει όμως, θα πρέπει να έχει επίσης ρυθμιστικούς μηχανισμούς – μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η διαχείριση των αλλαγών.

Εν προκειμένω, οι ενσωματωμένοι ρυθμιστικοί μηχανισμοί σε μία κοινωνία, οι οποίοι προσπαθούν να επιτύχουν μία νέα ισορροπία, δεν είναι άλλοι από την πολιτική – από το πολιτικό σύστημα. Με τον ίδιο τρόπο δε, όπως στους ζωντανούς οργανισμούς, ο ρυθμιστικός μηχανισμός, το πολιτικό σύστημα εδώ, στηρίζεται στον έλεγχο της ανάδρασης – έτσι ώστε να γνωρίζει τι, πού και πώς να πετύχει τις αλλαγές που απαιτούνται, για να διατηρηθεί η ισορροπία.

Παραφράζοντας τώρα τον W. Churchill (πηγή), ο λόγος για τον οποίο «η Δημοκρατία είναι η χειρότερη μορφή διακυβέρνησης εκτός από όλες τις άλλες μορφές», οφείλεται σε αυτήν ακριβώς τη διαδικασία ανάδρασης – η οποία είτε δεν υπάρχει, είτε είναι θεμελιωδώς ελαττωματική σε άλλα πολιτικά συστήματα, όπως στις μοναρχίες, στα αυταρχικά καθεστώτα, στα ολοκληρωτικά κοκ.

Το γεγονός αυτό συμβαίνει συνήθως, επειδή η ανάδραση περιορίζεται σε ένα πολύ μικρό τμήμα της κοινωνίας – σε ένα τμήμα που μοιράζεται ευρέως, καθώς επίσης όλο και περισσότερο τις ίδιες πεποιθήσεις και αξίες. Όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τώρα αυτό το μικρό τμήμα, η ελίτ δηλαδή, διατηρεί την εξουσία, τόσο πιο πολύ διαχωρίζεται και απομονώνεται από την υπόλοιπη κοινωνία – ενώ τόσο λιγότερο χρήσιμος γίνεται ο μηχανισμός ανάδρασης, με αποτέλεσμα το σύστημα να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ομοιόσταση.

Όπως αναφέρεται δε χαρακτηριστικά από την Britannica, «εάν η ομοιόσταση είναι επιτυχής, η ζωή συνεχίζεται – ενώ εάν αποτύχει, επέρχεται η καταστροφή ή/και ο θάνατος». Με μία παρομοίωση, εάν μία χύτρα ταχύτητας έχει φραγμένους τους αγωγούς, όταν αυξάνεται η πίεση του ατμού και δεν υπάρχει τρόπος εκτόνωσης της, η χύτρα εκρήγνυται – κάτι που συμβαίνει επίσης με το βιολογικό ή με το κοινωνικό σύστημα.

Αυτή λοιπόν είναι η αιτία που όλα τα μη δημοκρατικά συστήματα τελικά αποτυγχάνουν – αφού η κοινωνία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από την ομοιόσταση, η πίεση αυξάνεται και τελικά το πολιτικό σύστημα καταρρέει. Εν τούτοις, δεν αποτυγχάνουν μόνο τα μη δημοκρατικά συστήματα – αφού υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων που δεν καταφέρνουν να διατηρήσουν την ομοιόσταση και καταρρέουν, για τους λόγους που θα αναλύσουμε παρακάτω.

Οι εκπρόσωποι των Πολιτών στη Βουλή

Ειδικότερα, η αποτυχία είναι κυρίως το αποτέλεσμα του ότι, ακόμη και σε δημοκρατικά πολιτικά συστήματα είναι δυνατόν να διαχωρισθούν οι πολιτικές ελίτ από τον υπόλοιπο πληθυσμό – με την έννοια πως παύουν να ακούν το μηχανισμό ανάδρασης. Εδραιώνονται δηλαδή σε τέτοιο βαθμό που αρχίζουν σταδιακά να αγνοούν όλα τα σχόλια ή κριτικές που δεν προέρχονται από ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας – από το μικρό τμήμα, στο οποίο ανήκουν και με το οποίο μοιράζονται σε γενικές γραμμές τις ίδιες πεποιθήσεις και αξίες.

Στη συνέχεια δε, λειτουργούν το πολιτικό σύστημα μόνο προς όφελος του μικρού αυτού τμήματος, στο οποίο ανήκουν – κάτι που συχνά χαρακτηρίζεται από την υπόλοιπη κοινωνία ως αλαζονεία της εξουσίας, αφού δεν δίνεται καμία σημασία στις ανάγκες ή στις αντιδράσεις των Πολιτών, αλλά μόνο σε αυτές των ελίτ.

Το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο στις δημοκρατίες – στις οποίες οι εκλογές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι, διαφορετικά κόμματα, με διαφορετικές πολιτικές, τα οποία εκπροσωπούν διαφορετικά τμήματα της κοινωνίας, ανταγωνίζονται μεταξύ τους για ψήφους.

Η απάντηση εδώ είναι πολύ απλή: μπορεί να συμβεί, όταν όλα τα κυρίαρχα κόμματα ελέγχονται από ένα μόνο τμήμα της κοινωνίας – ενώ όλοι οι πολιτικοί τους υποψήφιοι προέρχονται μόνο από αυτό το τμήμα της κοινωνίας. Έτσι μοιράζονται προφανώς τις ίδιες αξίες – ενώ οι πολιτικές τους, όσο και αν παρουσιάζονται διαφορετικά, είναι ουσιαστικά οι ίδιες.

Στο παράδειγμα της Ελλάδας, συμβαίνουν όλα αυτά με τα πολιτικά κόμματα που πιστεύουν στην ορθολογικότητα των μνημονίων, στην κυριαρχία των αγορών και στην παγκοσμιοποίηση – που υπηρετούν δηλαδή την εγχώρια και ξένη ελίτ, αποτελώντας σε κάποιο βαθμό μέρος της.

Γενικότερα βέβαια, είναι κάτι που συμβαίνει σε ολόκληρη τη Δύση – στην οποία έχει ανέλθει μία νέα ελίτ που επηρεάζει και έχει υπό τον έλεγχο της τις κοινωνίες. Υπάρχουν δε πολλά βιβλία που έχουν γραφεί για το θέμα αυτό – όπως το «Η επανάσταση των ελίτ» (πηγή) κοκ. Στην ανάλυση όμως θα επικεντρωθούμε μόνο στην κυριαρχία τους στα πολιτικά κόμματα – αφού διαφορετικά θα χρειάζονταν δεκάδες σελίδες.

Η νέα ανώτερη τάξη

Περαιτέρω, οι κοινωνιολόγοι και οι πολιτικοί επιστήμονες, ορίζουν το μικρό τμήμα της κοινωνίας που κυριαρχεί ως εξής: πρόκειται γενικά για άτομα με πανεπιστημιακή μόρφωση (πηγή), που απασχολούνται σε επαγγελματικές ή δημιουργικές τάξεις (professional or creative), που ζουν σε μεγάλες πόλεις ή σε πανεπιστημιακές, που είναι σχετικά πλούσια και που μοιράζονται μεταξύ τους φιλελεύθερες κοσμοπολίτικες αξίες.

Επί πλέον, τείνουν να συχνάζουν στους ίδιους κοινωνικούς κύκλους, να παντρεύονται μέσα σε αυτούς τους κύκλους, να αντιπαθούν ή ακόμη και να περιφρονούν τις παραδοσιακές αξίες, όπως είναι η εθνική υπερηφάνεια και τα σύνορα, καθώς επίσης να χαίρονται να ζουν ή/και να εργάζονται σε οποιοδήποτε παρόμοιο μέρος στον πλανήτη – το οποίο βιώνουν ως πατρίδα τους. Για παράδειγμα, σε μία πλούσια γειτονιά της Νέας Υόρκης, του Λονδίνου, του Παρισιού ή του Τόκυο – σε μέρη που νοιώθουν σαν το σπίτι τους, όπου και να είναι.

Η νέα αυτή ανώτερη τάξη, ένα είδος σύγχρονης αριστοκρατίας, υπολογίζεται περίπου στο 10% έως 15% του πληθυσμού της Μ. Βρετανίας – ενώ αυτοπροσδιορίζονται όλο και περισσότερο από την αντίθεση τους στα μέρη της κοινωνίας, στα οποία δεν ανήκουν. Είναι δηλαδή αντίθετη με τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που πιστεύουν στο έθνος-κράτος, στα εθνικά σύνορα και στις παραδοσιακές αξίες – σε αυτά που έχουν μία βαθιά αίσθηση ότι ανήκουν στο μέρος, από το οποίο προέρχονται και ζουν.

Οι βουλευτές τώρα των κυρίαρχων κομμάτων της Μ. Βρετανίας, προέρχονται όλο και περισσότερο από ένα μόνο τμήμα της κοινωνίας – σημειώνοντας ότι, ο αριθμός των βουλευτών με προϋπηρεσία σε μία χειρωνακτική εργασία έχει μειωθεί δραματικά (πηγή). Ειδικότερα, το 1964 πάνω από το 37% των βουλευτών του Εργατικού Κόμματος (Labour) είχαν χειρωνακτικό εργατικό υπόβαθρο – ενώ το 2010, το ποσοστό αυτό μειώθηκε κάτω από το 10% (γράφημα).

Εξέλιξη του αριθμού βουλευτών των Εργατικών με χειρωνακτικό υπόβαθρο

Έκτοτε ο αριθμός μειώθηκε ακόμη περισσότερο – με αποτέλεσμα σήμερα μόνο το 3% να έχει κάποια εμπειρία χειρωνακτικής εργασίας (πηγή). Σε απόλυτους αριθμούς, ο αριθμός των βουλευτών που ανήκαν επαγγελματικά στην εργατική τάξη πριν εκλεγούν στη Βουλή είναι κάτω του 10 (γράφημα) – ενώ σχεδόν το 25% δεν έχει εργασθεί ποτέ, αλλά εισήλθε στην πολιτική απευθείας από το Πανεπιστήμιο.

Βουλευτές Εργατικών με πανεπιστημιακό πτυχίο

Ειδικά όσον αφορά το Εργατικό Κόμμα, το 1970 η πλειοψηφία των βουλευτών του δεν είχε πανεπιστημιακή εκπαίδευση – ενώ σήμερα το 90% έχει τελειώσει Πανεπιστήμιο (γράφημα).

Ποσοστιαία δε, έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση περισσότεροι βουλευτές του Εργατικού Κόμματος (και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών), από τους βουλευτές των Συντηρητικών (Tory). Δεν είναι παράλογο λοιπόν το ότι, τα δύο αυτά κόμματα έχουν πλέον ελάχιστες διαφορές μεταξύ τους – ενώ στην ουσία οι Συντηρητικοί είναι πιο «λαϊκοί», από τους Εργατικούς, λιγότερο φιλελεύθεροι, από τους σοσιαλιστές!

Βέβαια, θα μπορούσε να πει κανείς πως οι εποχές έχουν αλλάξει και ότι υπάρχει εξέλιξη, οπότε είναι λογικό να διαθέτουν πανεπιστημιακή μόρφωση όλο και περισσότεροι – ενώ είναι δύσκολο να ανταπεξέλθει κανείς με τις εργασίες ενός βουλευτή στις επιτροπές της Βουλής σήμερα, εάν δεν έχει τουλάχιστον πανεπιστημιακές σπουδές. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι στην ουσία οι πανεπιστημιακές σπουδές, αλλά η απομάκρυνση από την κοινωνία – η οποία είναι προφανώς επιλογή και όχι το αποτέλεσμα της μόρφωσης.

Αξίες και πεποιθήσεις

Συνεχίζοντας, το 2020 το «UK In A Changing Europe» εκπόνησε μία μελέτη – η οποία διερεύνησε τις οικονομικές και κοινωνικές αξίες των ψηφοφόρων, παράλληλα με τις επιλογές τους στο δημοψήφισμα για την έξοδο από την ΕΕ και στις εκλογές του 2019 (πηγή). Συνέκρινε δε τα αποτελέσματα, με τις αξίες και τις πεποιθήσεις των βουλευτών – με το εξής συμπέρασμα (πηγή):

«Όσον αφορά τις κοινωνικές αξίες, οι Εργατικοί και οι Συντηρητικοί βουλευτές είναι πιο φιλελεύθεροι κοινωνικά, από τους ψηφοφόρους τους. Οι συντηρητικοί βουλευτές είναι σημαντικά πιο φιλελεύθεροι κοινωνικά από το μέσο ψηφοφόρο τους  – ενώ οι εργατικοί ακόμη περισσότερο!».

Σύμφωνα τώρα με άρθρο του καθηγητή D. Runciman, το βασικό ελάττωμα στη δημοκρατία μας είναι το ότι, οι βουλευτές δεν εκπροσωπούν το λαό (πηγή) – κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει μόνο στη Μ. Βρετανία, αλλά σε ολόκληρη τη Δύση, οπότε φυσικά και στην Ελλάδα. Ο διαχωρισμός της εκτελεστικής από τη νομοθετική εργασία, να μην είναι δηλαδή βουλευτές οι υπουργοί, οπότε οι βουλευτές να μη χρειάζεται να έχουν μεγάλη μόρφωση, αλλά να ανήκουν σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, είναι σίγουρα μία λύση – μία σημαντική μεταρρύθμιση.

Σε κάθε περίπτωση, το ελάττωμα που αναφέρει ο  D. Runciman τεκμηριώνει την ανάγκη για μία βαθύτερη μεταρρύθμιση του τρόπου, με τον οποίο το Κοινοβούλιο εκπροσωπεί τους Πολίτες – αφού το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο, από τις κομματικές διαφορές. Δηλαδή, κανένα από τα κύρια κόμματα δεν είναι σε θέση να γεφυρώσει τους ευρύτερους κοινωνικούς διαχωρισμούς – επειδή είναι σχετικά ομοιόμορφα στη σύνθεση τους.

Για τις πολιτικές που εφαρμόζουν, σημαίνει πως στα μεγάλα ζητήματα δεν έχουν σημαντικές διαφορές – είτε πρόκειται για την ανάθεση λήψης αποφάσεων σε μη εκλεγμένους εθνικούς ή διεθνείς φορείς, όπως είναι η Κομισιόν και η ΕΚΤ, είτε για τη μαζική παράνομη μετανάστευση, είτε για την κλιματική ουδετερότητα με την πράσινη απάτη (ανάλυση), είτε για την παγκοσμιοποίηση, είτε για τους φορολογικούς συντελεστές, είτε για την πολιτική της υποτέλειας και των υποκλίσεων  στην Ελλάδα.

Είναι σαφές λοιπόν πως η νέα ανώτερη τάξη έρχεται όλο και πιο πολύ σε αντίθεση με τις επιθυμίες του εκλογικού σώματος – όπου ο M. Goodwin γράφει τα εξής (πηγή): «Είναι αξιοσημείωτο το ότι ζούμε σήμερα σε μία χώρα, όπου οι περισσότεροι από τους μισούς Πολίτες πιστεύουν ότι, κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν αντιπροσωπεύει τις προτεραιότητες και τις αξίες μου». Εν προκειμένω, πάνω από τους 6 στους 10 Πολίτες πιστεύουν πως η Βρετανία είναι διαλυμένη – ενώ 7 στους δέκα λένε ότι, «οι ειδικοί σε αυτή τη χώρα δεν καταλαβαίνουν ανθρώπους σαν εμένα».

Το παράδειγμα του BREXIT

Περαιτέρω, ένα εξαιρετικό παράδειγμα της αποτυχίας στο μηχανισμό ανάδρασης, ήταν η ψήφος για το BREXIT – όπου, όταν ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα, ακολούθησε το απόλυτο σοκ και δέος του κατεστημένου (πηγή), καθώς επίσης η αδυναμία του να το πιστέψει.

Ειδικότερα, ενώ το 52% των ψηφοφόρων και το 67% των εκλογικών περιφερειών ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ, μόλις το 25% των βουλευτών είπαν πως έκαναν το ίδιο (γράφημα ανά κόμμα). Σε ένα λειτουργικό σύστημα όμως, σε ένα σύστημα δηλαδή που θα προσπαθούσε να επιτύχει ομοιόσταση, οι βουλευτές θα περίμεναν και θα είχαν κατανοήσει τους λόγους της αρνητικής ψηφοφορίας – οπότε, αφού δεν είχαν καταφέρει να μεταπείσουν το εκλογικό σώμα, θα συμμερίζονταν τουλάχιστον τις θέσεις του.

Αντίθετα, επέλεξαν να κατηγορήσουν οποιονδήποτε και τους πάντες για νοθεία της ψηφοφορίας – από τους Ρώσους (όπως συνέβη με την εκλογή του Trump στις ΗΠΑ) και την παραπληροφόρηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έως τα προβλήματα του χρηματιστηρίου. Τα επόμενα τρία χρόνια δε προσπάθησαν να ανατρέψουν την ψηφοφορία – θυμίζοντας εδώ το δημοψήφισμα του 2015 στην Ελλάδα και το έγκλημα της ανατροπής του, με δολοφόνο την αριστερά.

Ξανά και ξανά λοιπόν, αντί να ακούσει το μηχανισμό ανάδρασης το κατεστημένο, επέλεξε όχι απλά να τον αγνοήσει, αλλά να τον αψηφήσει ενεργά. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι, αργά ή γρήγορα, δεν θα επιτρέπεται στους Πολίτες να έχουν την αλλαγή που επιθυμούν και να συνεχίσουν να ψηφίζουν – όπως στη Μ. Βρετανία.

Εν προκειμένω, με τον διορισμό των Sunak και Starmer, οι ψηφοφόροι θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν στις επόμενες εκλογές μόνο μεταξύ κομμάτων που ελέγχονται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο μικρό τμήμα της κοινωνίας – που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και πεποιθήσεις, ενώ οι πολιτικές τους, αν και με ορισμένες διαφορές παρουσίασης, είναι στην ουσία οι ίδιες.

Έτσι όμως, δεν θα επιτραπεί στο πολιτικό σύστημα να επιτύχει ομοιόσταση – ενώ, όπως αναφέραμε προηγουμένως από την Britannica, «εάν η ομοιόσταση αποτύχει, επέρχεται η καταστροφή ή/και ο θάνατος».

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, οι ομοιότητες με αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ελλάδα και που αδυνατεί να τα καταλάβει η κοινωνία, ειδικά όσον αφορά την αξιωματική αντιπολίτευση, είναι ξεκάθαρες – αν και ακολουθούν αργότερα, από ότι στη Βρετανία και αλλού.

Όπως φαίνεται δηλαδή οι Έλληνες, εάν συνεχίσουν να στηρίζουν τις μεγάλες παρατάξεις (εύλογα ίσως, όσο οι μικρές δεν διαθέτουν την οργάνωση που απαιτείται για να κυβερνήσουν), θα έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν στις επόμενες εκλογές μόνο μεταξύ κομμάτων που ελέγχονται από άτομα που ανήκουν στο ίδιο μικρό τμήμα της κοινωνίας – που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και πεποιθήσεις, ενώ οι πολιτικές τους, αν και με ορισμένες διαφορές παρουσίασης, είναι στην ουσία οι ίδιες, μη συμβατές με τις επιθυμίες των Πολιτών.

Κανένας όμως δεν μπορεί να προβλέψει την αντίδραση της κοινωνίας, η οργή της οποίας αυξάνεται συνεχώς, όσο απομακρύνεται από το σημείο ισορροπίας, από την ομοιόσταση – όπως φάνηκε στην Ελλάδα σε κάποιο βαθμό, στις δεύτερες εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εν προκειμένω, τα μικρά κόμματα καλά θα κάνουν να προσέχουν, αφού μπορεί ξαφνικά να κληθούν να κυβερνήσουν – όπως τεκμηριώθηκε καθαρά από το δήμο της Αθήνας.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.