Προϋπολογισμός 2022 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Προϋπολογισμός 2022

.

Εάν η κυβέρνηση θεωρεί πως αυτή η απόλυτα καταστροφική εικόνα, η επιτομή της κακοδιαχείρισης, θα αντισταθμισθεί από το ρυθμό ανάκαμψης που προβλέπει για το 2021 και το 2022, μάλλον πιστεύει πως απευθύνεται σε ανόητους – αφού ασφαλώς με τα 43 δις € σε ταμειακή βάση και με τα 31 δις € σε δημοσιονομική που γράφει πως σπατάλησε, δανειζόμενη 41 δις €, και με τα ελλείμματα, με τις θηριώδεις ζημίες δηλαδή που προαναφέραμε, μόνο ένας ανόητος θα θεωρούσε ως επιτυχία την πτώση του ΑΕΠ κατά 5,65 δις € το 2021 σε σχέση με το 2019, από τα 183,25 δις € στα 177,6 δις €. Πόσο μάλλον όταν, παρά το ότι στηρίχθηκε η οικονομία μας με 17,5% του ΑΕΠ συνολικά, με περισσότερα δηλαδή από όλες τις άλλες χώρες, ακόμη και από τη Γερμανία, είχαμε τη 2η μεγαλύτερη ύφεση στην ΕΕ – παρά το ότι η Ελλάδα προέρχεται από μία συσσωρευμένη πτώση της τάξης του 25% του ΑΕΠ της, σε αντίθεση με όλα τα άλλα κράτη.

.

Ομιλία

Θα ξεκινήσουμε από μία παράγραφο του προϋπολογισμού, στη σελίδα 30, η οποία απογοητεύει αμέσως τον κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο – στην οποία αναφέρονται τα εξής:

Εθνικολογιστικά, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών επιδεινώθηκε σε 7,9% το 2020, έναντι 2,4% το 2019 – γεγονός που αντιστοιχεί στη χειρότερη επίδοση από το 2011, όπου ήταν 9,3%.

Το αποτέλεσμα του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης, μεταστράφηκε σε έλλειμμα 10,1% του ΑΕΠ – από πλεόνασμα τα προηγούμενα τέσσερα έτη. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 206,3% του ΑΕΠ, από 180,7% του ΑΕΠ το 2019 – οπότε αυξήθηκε κατά 25,6%.

Επί πλέον, το ενοποιημένο χρέος του ιδιωτικού τομέα, τα χρεόγραφα και τα δάνεια δηλαδή, ανήλθε στο 125,3% του ΑΕΠ, από 110,5% το 2019, με ανώτατο όριο ως γνωστόν το 133% – αυξημένο κατά 14,8%.

Εάν εδώ αναφέρουμε το κόκκινο ιδιωτικό χρέος, ύψους 244 δις € τον Ιούλιο του 2021 όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά,, αυξημένο κατά 5 δις € από το 2019, χωρίς τις επιβαρύνσεις και τις προσαυξήσεις που υπολογίζονται στα 90 δις €, θα έχουμε την πραγματική εικόνα του ιδιωτικού τομέα της χώρας μας – κατά την άποψη μας, μοναδική στα ιστορικά χρονικά.

Τέλος, η καθαρή διεθνής θέση της Ελλάδας, επιδεινώθηκε κατά 20,8% του ΑΕΠ, στο -175% ή στα -290 δις € περίπου – αν είναι δυνατόν!

Περαιτέρω, στη σελίδα 35 αναφέρεται πως το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται το 2021 να παραμείνει άνω του προ πανδημίας ύψους του – καταγράφοντας τη 2η χειρότερη επίδοση από το 2011, μετά το 2020.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το εξωτερικό μας χρέος που τον Ιούλιο του 2021 ήταν στα 526,4 δις $ όπως θα καταθέσουμε στα πρακτικά, από περίπου 400 δις $ το 2018, αυξημένο κατά 125 δις $ μέσα σε 3 μόλις χρόνια, τεκμηριώνει την πλήρη απώλεια της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας – παρά την επώδυνη εσωτερική υποτίμηση της εποχής των μνημονίων που ασφαλώς συνεχίζονται, όπως μας το επιβεβαίωσε πρόσφατα ο αναπληρωτής υπουργός.

Ακόμη χειρότερα, το δημοσιονομικό έλλειμμα του κεντρικού κράτους κατά ESA στον πίνακα της σελίδας 57, ήταν -21,2 δις € το 2020 και -19,9 δις € το 2021 – ενώ προβλέπεται στα -10,17 δις € το 2022.

Όσον αφορά δε τη γενική κυβέρνηση, ανήλθε στα – 16,7 δις € το 2020, στα -17 δις € το 2021 και προβλέπεται στα -7,4 δις € το 2022. Σε τρία μόλις χρόνια δηλαδή χάνονται από ζημίες 41,1 δις € – ή το 25% περίπου του ΑΕΠ του 2020! 

Εάν τώρα η κυβέρνηση θεωρεί πως αυτή η απόλυτα καταστροφική εικόνα, η επιτομή της κακοδιαχείρισης, θα αντισταθμισθεί από το ρυθμό ανάκαμψης που προβλέπει για το 2021 και το 2022, μάλλον πιστεύει πως απευθύνεται σε ανόητους – αφού ασφαλώς με τα 43 δις € σε ταμειακή βάση και με τα 31 δις € σε δημοσιονομική που γράφει πως σπατάλησε, δανειζόμενη 41 δις €, και με τα ελλείμματα, με τις θηριώδεις ζημίες δηλαδή που προαναφέραμε, μόνο ένας ανόητος θα θεωρούσε ως επιτυχία την πτώση του ΑΕΠ κατά 5,65 δις € το 2021 σε σχέση με το 2019, από τα 183,25 δις € στα 177,6 δις €. 

Πόσο μάλλον όταν, παρά το ότι στηρίχθηκε η οικονομία μας με 17,5% του ΑΕΠ συνολικά, με περισσότερα δηλαδή από όλες τις άλλες χώρες, ακόμη και από τη Γερμανία, είχαμε τη 2η μεγαλύτερη ύφεση στην ΕΕ – παρά το ότι η Ελλάδα προέρχεται από μία συσσωρευμένη πτώση της τάξης του 25% του ΑΕΠ της, σε αντίθεση με όλα τα άλλα κράτη.     

Συνεχίζοντας, πριν αναφερθούμε στα υπόλοιπα μεγέθη, θα θέλαμε μία μικρή διευκρίνιση για τους τόκους των swap του πίνακα 4.9 στη σελίδα 146 – οι οποίοι είναι συνολικά, για την περίοδο 2017 έως 2022, περί τα 6,77 δις €.

Εν προκειμένω, είναι σωστό πως το 2018 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο να διατηρήσει σταθερό το κόστος επιτοκίων των διακρατικών δανείων του 1ου μνημονίου, των GLS, συνολικού ύψους 52,9 δις €, αποφάσισε να συνάψει swap ανταλλαγής επιτοκίων με 16  διαπραγματευτές της ΗΔΑΤ και με τέσσερις τράπεζες;

Πως το κυμαινόμενο επιτόκιο που είναι τρίμηνο Euribor συν 0,5% και άρα αρνητικό, μετετράπη σε σταθερό ύψους 1,45%; Ότι το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας ήταν να επιβαρυνθεί το δημόσιο με περίπου 6 δις € χωρίς λόγο, αφού εάν δεν είχε γίνει το swap, οι τόκοι που θα πλήρωνε το κράτος θα ήταν περί τα 200 εκ. €, ενώ τελικά πληρώθηκαν από το 2018 έως 2022 συνολικά 6,257 δις €;

Πως πετάχθηκαν από το παράθυρο 6 δις €, όσα περίπου 60 πολεμικά αεροπλάνα Rafale, ενώ ωφελήθηκαν μόνο οι traders της ΤτΕ και οι τέσσερις τράπεζες, με αυτό το τεράστιο ποσόν; 

Περαιτέρω στον προϋπολογισμό, οι φόροι προβλέπεται να αυξηθούν στα 50 δις € το 2022, από 46,5 δις € το 2021 – εκ των οποίων τα 18,7 δις € θα προέρχονται από τον ΦΠΑ, σε σχέση με 17,1 δις το 2021 και 15,3 δις € το 2020.

Προφανώς ένα μέρος της αύξησης τους θα προέλθει από την άνοδο του ΑΕΠ, αλλά με κριτήριο τις διάφορες ελαφρύνσεις που δόθηκαν, ειδικά στο τουριστικό πακέτο για να συνεχισθεί δυστυχώς η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, δεν αποτελεί μία φυσιολογική εξέλιξη – εκτός εάν έχει συνυπολογισθεί η άνοδος των τιμών, για ένα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Ακριβώς για το λόγο αυτό έχουμε προτείνει μείωση των συντελεστών του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, έτσι ώστε να εξισορροπηθεί η ακρίβεια και να μην επιδεινωθεί η εξαθλίωση των Πολιτών – χωρίς φυσικά να μειωθούν τα έσοδα του δημοσίου.

Όσον αφορά τις δαπάνες, θα ανέλθουν στα 65,5 δις € το 2022 από 70,8 δις € το 2021 – ενώ θα είναι αυξημένες σε σχέση με τα 62,9 δις € του μεσοπρόθεσμου.

Η αύξηση προέρχεται από τις «πιστώσεις υπό κατανομή», από 12,2 δις € στο μεσοπρόθεσμο στα 13,9 δις € του προϋπολογισμού – ενώ αφορούν την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών. Η ερώτηση μας εδώ είναι εάν θα διατεθούν επί πλέον για τις πυρκαγιές της Εύβοιας και για τις πλημμύρες που ακολούθησαν ή για τις επιδοτήσεις του αυξημένου κόστους ενέργειας των νοικοκυριών.

Οι επιδοτήσεις ενέργειας όμως αναφέρεται στη σελίδα 134 πως θα είναι 523 εκ. € και μόνο για το 2021 -ενώ αυξάνεται το επίδομα θέρμανσης για τη σεζόν στα 174 € από 84 €, προφανώς λόγω της ανόδου των ενεργειακών τιμών. Δεν θα δοθεί τίποτα το 2022 ή μήπως θεωρεί η κυβέρνηση πως θα υποχωρήσουν οι διεθνείς τιμές;

Οι δαπάνες πάντως για την πανδημία μειώνονται στα 3,3 δις € ταμειακά το 2022, από 16,9 δις € το 2021 – γεγονός που σημαίνει πως θα λείψει από την οικονομία ένα σημαντικό ποσόν, αν και ένα μέρος του θα αντικατασταθεί από τα χρήματα του Ταμείου Ανασυγκρότησης.

Οι σημαντικότερες από αυτές τις δαπάνες είναι τα 736 εκ. € που έχουν άμεση σχέση με την πανδημία (αμοιβές προσωπικού, τεστ και εμβόλια – τα τελευταία συνολικά 340 εκ. € για το 2021 και 2022), καθώς επίσης τα 167 εκ. € για το κεντρικό κράτος. Γιατί ακριβώς πρόκειται;

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση για υγειονομικές δαπάνες και προμήθειες της πανδημίας, είναι περί τα 536 εκ. € σε σχέση με το μεσοπρόθεσμο και 320 εκ. € συγκριτικά με το προσχέδιο του προϋπολογισμού. Τι άλλαξε μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα; Γιατί προβλέπονται τόσο μεγάλες υπερβάσεις;

Ειδικά όσον αφορά το πρόγραμμα ΓΕΦΥΡΑ των πληγέντων από την πανδημία, θα στηριχθεί με μόλις 61 εκ. € το 2022, από 477 εκ. € το 2021 (236+241). Γιατί αλήθεια; Έχουν τελειώσει τα προβλήματα τους και η πανδημία; Δεν θα αυξηθούν έτσι κατακόρυφα οι κατασχέσεις και οι πλειστηριασμοί;

Από την άλλη πλευρά, γιατί δίνονται ακόμη 30 εκ. € για το ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ και σε ποιους ακριβώς; Πόσο μάλλον όταν δεν προβλέπεται απολύτως τίποτα για τον πρωτογενή μας τομέα, εκτός από τα 19 εκ. € για το 2021 και 2022, από τη μείωση του ΦΠΑ των ζωοτροφών στο 6% από 13%, όταν το κόστος τους έχει διπλασιασθεί; 

Δεν βλέπουμε πάντως να προβλέπεται κάτι για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων – τουλάχιστον με επιστρεπτέα που δεν αποτελεί δημοσιονομικό κόστος, εάν όχι με επιδότηση ενοικίων, αφού η ρευστότητα των τραπεζών απορροφάται με ομόλογα από το κράτος, όπως φαίνεται στη σελίδα 38. Πόσα κρατικά ομόλογα έχουν αγοράσει οι τράπεζες;

Αντίθετα, προβλέπονται εντελώς απαράδεκτα 50 εκ. € για τα ΜΜΜ το 2022, για προσλήψεις στην ΟΣΥ/ΣΤΑΣΥ και για leasing στα ΚΤΕΛ, όσο και το 2021 – παρά το ότι ανήκουν στο Υπερταμείο των ξένων, διαθέτοντας μία τεράστια και μη αποτιμημένη περιουσία. Δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να αναλάβει τη στήριξη τους το Υπερταμείο ενώ, εάν δεν μπορεί, να τα επιστρέψει στο δημόσιο;

Πόσο μάλλον όταν το επίπεδο των υπηρεσιών τους εντός της πανδημίας είναι απαράδεκτο; Όταν δεν έχουν αγοράσει ούτε συντηρήσει βαγόνια, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε κλιμακωτά ωράρια, ενώ οι αγορές λεωφορείων και βαγονιών θα καλυφθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης της χώρας; 

Εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο στα χρόνια της κρατικής Ολυμπιακής και του κρατικού ΟΣΕ, θα κινούνταν διαδικασίες για παράνομες ενισχύσεις από την ΕΕ – για να μην αναφερθούμε στις ΥΔΥ της ιταλικής ΤΡΑΙΝΟΣΕ ή στη σκανδαλώδη στήριξη της Aegean, της Fraport και του ΔΑΑ.

Στις δαπάνες για την Υγεία, είναι εμφανές πως η πανδημία χρησιμοποιείται για να κρυφτεί η αποψίλωση του ΕΣΥ – σημειώνοντας πως τα έξοδα των νοσοκομείων θα ανέλθουν στα 2,9 δις € το 2022, από 2,6 δις € το 2019, πριν την πανδημία.

Πρόκειται ουσιαστικά για την προσθήκη μόλις 300 εκ. € στο ΕΣΥ – μία αύξηση κατά 150 εκ. € το 2022, σε σχέση με το μεσοπρόθεσμο (2,75 δις €). Προφανώς δεν είναι αρκετά, αφού υπάρχουν μεγάλες ελλείψεις προσωπικού – θυμίζοντας πως το καλοκαίρι ο ΠΘ είχε αναγγείλει 4.900 προσλήψεις νοσηλευτικού προσωπικού.

Πόσες πραγματοποιήθηκαν και με τι κόστος; Δεν υπάρχουν επί πλέον ελλείψεις σε γιατρούς; Τι προβλέπεται;

Συνεχίζοντας στις εξοπλιστικές δαπάνες, παρά το ότι αγοράζουμε αρκετά συστήματα, δεν διακρίναμε το ακριβές ποσόν – αλλά 1,1 δις € στη σελίδα 70 και 808 εκ. € στη σελίδα 90. Πόσες είναι ακριβώς;

Δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις επενδύσεις στην Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία; Μεταξύ άλλων για λόγους ανάπτυξης, απασχόλησης και τεχνογνωσίας, όπως συμβαίνει με την Τουρκία που συνεργάζεται με την εταίρο μας σοσιαλιστική Ισπανία;

Σχετικά με το ΠΔΕ που είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ανάπτυξη, ανέρχεται σε μόλις 7,8 δις € από 7,45 δις € στο προσχέδιο – κάτω από τα 8,35 δις € του 2021 και με τα 6,5 δις € από τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που μειώνονται, σε σχέση με το 2021 και 2020.

Έχουμε πάντως τονίσει πολλές φορές ότι, το ΠΔΕ πρέπει να υπερβεί τα 10 δις € – εάν θέλουμε να έχουμε κάποια στιγμή βιώσιμη ανάπτυξη.

Όπως διαπιστώνουμε τώρα, η είσπραξη από το Ταμείο Ανάκαμψης θα είναι 600 εκ. € το 2021, από πρόβλεψη 1,6 δις € στο μεσοπρόθεσμο. Γιατί αυτή η μείωση; Για το 2022 δε προβλέπονται 3,2 δις €, όσα και στο μεσοπρόθεσμο – οπότε δεν θα καλυφθεί η διαφορά του 2021. Γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο; Υπάρχουν αλήθεια έργα για 3,2 δις € ή μήπως δεν θα εισπράξουμε ούτε αυτά;

Όσον αφορά το ΕΣΠΑ, σημαντικό μέρος του θα διατεθεί για κοινωνική πολιτική, όπως επίσης από το Ταμείο Ανάκαμψης – κάτι που είναι μεν θετικό, αλλά όχι όσον αφορά την ανάγκη ανάπτυξης της χώρας, μέσω της αλλαγής του οικονομικού της μοντέλου.

Σε σχέση με τις χρηματοροές ΕΕ-Ελλάδας, όπως φαίνεται από τον πίνακα 3.19 η Ελλάδα θα καταβάλει στις ΕΕ 2,5 δις € και θα εισπράξει 5,9 δις € – οπότε η θετική εισροή είναι μόλις 3,7 δις €, έναντι της πολιτικής που μας επιβάλει όπως για το λιγνίτη, των εμπορικών μας ελλειμμάτων μαζί της, του εγκλήματος των μνημονίων, του PSI κοκ.

Δύσκολο λοιπόν να θεωρήσει κανείς ωφέλιμη τη συμμετοχή μας, ειδικά μετά τη μετατροπή της σε γερμανική – όσο και αν το επιθυμεί.

Πολύ σύντομα στις ιδιωτικοποιήσεις, επιταχύνθηκαν το 2021 – χωρίς να γνωρίζουμε τους ακριβείς όρους, όπως για τα τέλη του ΔΕΔΔΗΕ, για τη ΔΕΠΑ, για την Εγνατία κλπ. που έχουμε υποβάλει ερωτήσεις.

Η αιτία ήταν προφανώς η εξασφάλιση των δανεικών και της εύνοιας των αγορών, της ΕΚΤ για να είμαστε πιο αντικειμενικοί – ενώ η πρόβλεψη για το 2021 είναι 293 εκ. € από 1,46 δις € στον περυσινό προϋπολογισμό.

Προφανώς κάποιες εκποιήσεις δεν έχουν πληρωθεί – ενώ για το 2022 προβλέπονται 2 δις €, με το 1,49 δις € από την Εγνατία που ελέγχεται από την επιτροπή ανταγωνισμού.

Βέβαια, όλα αυτά οδηγούνται στο χρέος που όμως αυξάνεται συνεχώς – αφού η κυβέρνηση το 2020 και το 2021 ξόδεψε με δανεικά περίπου 29 Εγνατίες.

Από το 2011 έως το 2021 φαίνεται πως έχουν εισπραχθεί 7,7 δις € – ενώ έως το τέλος του αποθέματος, το 2024, 11 δις € ή 10,4 δις €, ανάλογα με τις εισπράξεις του 2022. Σταγόνα στον ωκεανό λοιπόν, αφού είναι ίσες με το μισό περίπου του ελλείμματος του 2020.

Προωθούνται πάντως σημαντικές εκποιήσεις, όπως των λιμανιών, της ΛΑΡΚΟ και της ΔΕΠΑ εμπορίας – όπου, σε σχέση με τις καταχωρήσεις της αξίας τους, δεν ξέρει κανείς εάν πρέπει να γελάσει ή να κλάψει.

Ειδικότερα, τα 10 μεγάλα λιμάνια καταχωρούνται με αξία 50 εκ. € – όταν στον Ισολογισμό του 2019 που συζητήθηκε πρόσφατα, 120 εκ. €. Πώς είναι δυνατόν να μειώθηκε η αξία τους κατά 70 εκ. € σε δύο χρόνια;

Ο λιμένας της Ελευσίνας, ένας από τους μεγαλύτερους λόγω καυσίμων, καταχωρείται με αξία 303.500 € – με πολύ λιγότερα δηλαδή από ένα διαμέρισμα στην Κηφισιά.

Αντίθετα, η ΛΑΡΚΟ που στον Ισολογισμό του 2019 ήταν καταχωρημένη με μηδενική αξία, αξιολογείται εδώ με 60,3 εκ. € – ενώ η Εγνατία με 7,2 δις € από 6,1 δις € στον Ισολογισμό.   Ο απόλυτος παραλογισμός λοιπόν, χωρίς να επεκταθούμε παραπάνω λόγω χρόνου.  

Ανησυχητική είναι επίσης η εξέλιξη των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων της Γενικής Κυβέρνησης, από το 1,324 δις € το Δεκέμβριο του 2019 στο 1,799 δις € το Σεπτέμβριο του 2021 – επί πλέον των εκκρεμών επιστροφών φόρων, από τα 296 εκ. € στα 579 εκ. € την ίδια χρονική περίοδο. 

Συνεχίζοντας στο δημόσιο χρέος της Γενικής κυβέρνησης, θα αυξηθεί στα 355 δις € το 2022 από 350 δις € το 2021 – στο 189% του ΑΕΠ κατά την κυβέρνηση, αφού προβλέπει άνοδο του ΑΕΠ.

Το θέμα είναι βέβαια πως αυξάνεται συνεχώς – ενώ εξυπηρετείται κυρίως χάρη στο ΣΥΡΙΖΑ που επιμήκυνε τα ληξιπρόθεσμα 95 δις € το 2018 για μετά το 2032, με αντάλλαγμα την παράδοση του ονόματος της Μακεδονίας.

Τα τοκοχρεολύσια ήταν στα 18,1 δις € το 2021, εκ των οποίων οι τόκοι 5,9 δις € – το 1,4 δις € από το swap που αναφέραμε στην αρχή.

Σύμφωνα δε με αυτά που αναφέρονται στις σελίδες 38 και 140, τα 29 δις € δανεικά οφείλονται στην ΕΚΤ – αν και κατά δημοσιεύματα που θα καταθέσουμε στα πρακτικά, υπερβαίνουν τα 32 δις €. Τελικά πόσα ακριβώς είναι, κ. υπουργέ και για πόσα συνολικά εγγυάται η ΕΚΤ;

Θα συνεχίσει να δέχεται τα ομόλογα μας μετά το τέλος του ΡΕΡΡ; Αυτήν την απάντηση περιμένουν οι εταιρίες αξιολόγησης για να αναβαθμίσουν την Ελλάδα;

Μόνο τα χρεολύσια που λήγουν το 2022 είναι 13,7 δις € – οπότε, υπολογίζοντας με τους ίδιους περίπου τόκους, η Ελλάδα θα χρειαστεί περί τα 20 δις €.

Αλήθεια, ισχύει η πληρωμή του υπολοίπου του ΔΝΤ και μέρους των GLS προκαταβολικά; Εάν ναι, θα πληρωθούν από τα 15,7 δις € που έχει δεσμεύσει το ESM, για να μειωθούν τα δάνεια της χώρας, έτσι ώστε να βελτιωθεί η εικόνα της στις εταιρίες αξιολόγησης;

Περαιτέρω στις εγγυήσεις του δημοσίου που συχνά θεωρούνται κρυφό χρέος, ανέρχονται στα 8,7 δις € – χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνονται οι εγγυήσεις του ΤΕΠΙΧ και του Ηρακλής, όπως αναφέρεται στη σελίδα 152.

Πόσες ακριβώς είναι αυτές του ΤΕΠΙΧ και πόσες του Ηρακλής; Για το Ηρακλής, θα δοθούν τελικά και τα 23 δις € που έχουν αναφερθεί ή θα σταματήσουν, με βάση την κριτική της Eurostat;

Κλείνοντας, πρόκειται για έναν διάτρητο προϋπολογισμό και για μία προσχηματική διαδικασία συζήτησης που δεν αρμόζει στη Βουλή και δεν αξίζει στους Έλληνες – σε μία πάμπλουτη χώρα, με πολλές δυνατότητες  όπως η δική μας, η οποία είναι θύμα της κακοδιαχείρισης των κυβερνήσεων της.

Θυμίζουμε εδώ πως από την πρώτη ημέρα της εισόδου μας στη Βουλή ζητήσαμε τα εξής τρία βασικά πράγματα – με στόχο την ανάκτηση της οικονομικής μας ανεξαρτησίας, χωρίς την οποία είναι ψευδαίσθηση η εθνική κυριαρχία:

(α) την αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου, μακριά από τη μονοκαλλιέργεια του τουρισμού – με βάση τον πρωτογενή μας τομέα, τη μεταποίηση, την υψηλή τεχνολογία και την αμυντική μας βιομηχανία,

(β) το διπλογραφικό λογιστικό σύστημα στο δημόσιο που, όπως ακούσαμε με χαρά, θα το εφαρμόσει η Βουλή από το 2023 και

(γ) έναν σωστό Ισολογισμό του κράτους, μεταξύ άλλων μέσω ενός μητρώου παγίων – έτσι ώστε να απεικονίζεται η πραγματική καθαρή θέση των Ελλήνων.

Δυστυχώς τίποτα από όλα αυτά δεν έχει δρομολογήσει η κυβέρνηση – ενώ ασφαλώς θα καταψηφίσουμε τον προϋπολογισμό όχι για αντιπολιτευτικούς λόγους, αλλά για όλα όσα αναλύσαμε.

Πόσο μάλλον όταν δεν έχουν ληφθεί υπ’ όψιν οι διεθνείς κίνδυνοι – όπως η ραγδαία άνοδος των τιμών της ενέργειας, η απειλή του πληθωρισμού εάν ξεκινήσει το σπιράλ «μισθών-τιμών», η άνοδος των επιτοκίων, το σταμάτημα του ΡΕΡΡ από την ΕΚΤ, ένα παγκόσμιο κραχ με το σπάσιμο της φούσκας  των χρηματιστηρίων και των ακινήτων κοκ.

 


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!