Το ενεργειακό έγκλημα της κυβέρνησης – The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες Σχολιασμός Επικαιρότητας

Το ενεργειακό έγκλημα της κυβέρνησης

 

Η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου εξυπηρετεί επί πλέον τους παραγωγούς του ακριβότερου σχιστολιθικού αερίου και του LNG. Επομένως, δεν είναι μόνο η Ρωσία που επωφελείται από αυτή την όξυνση αλλά και οι ΗΠΑ, οι εξαγωγές των οποίων αυξάνονται – ενδεχομένως επίσης η Γερμανία που θέλει να επιβάλει τον Nord Stream II, έτσι ώστε να καταστεί ο κυρίαρχος ενεργειακός κόμβος στην Ευρώπη. Παράλληλα επωφελείται και η Τουρκία, από την οποία διέρχονται οι αγωγοί του Αζερμπαϊτζάν – τονίζοντας πως εξαρτάται και από αυτήν η ΕΕ που χρηματοδότησε με ΕΣΠΑ τον TAP, ενώ εμείς προμηθευόμαστε μεγάλο μέρος των αναγκών μας. Περίπου 20% στο πρώτο τρίμηνο 2021 – θυμίζοντας πως το θέμα της εξάρτησης έχει αναφερθεί και από τον πρόεδρο της Τουρκίας. Ας μην αναρωτιόμαστε λοιπόν γιατί οι Τούρκοι αμφισβητούν τον Eastmed και την ΑΟΖ μας – όπως άλλωστε οι σύμμαχοι τους, οι Γερμανοί.

.

Κοινοβουλευτική Εργασία

Θα ξεκινήσουμε από την υποκριτική περιβαλλοντική ευαισθησία που διαπιστώνουμε, σε όλα τα ανάλογα νομοσχέδια της κυβέρνησης – υπενθυμίζοντας, όσον αφορά το διοξείδιο του άνθρακα, τις τεράστιες ποσότητες που εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα από τις πυρκαγιές του καλοκαιριού, ισοδύναμες με πολλά εργοστάσια λιγνίτη.

1.300.000 στρέμματα κάηκαν, εκ των οποίων πάνω από 500.000 στην Εύβοια – ενώ η κυβέρνηση βιάστηκε να στείλει ανεμογεννήτριες, όπως τεκμηριώθηκε από τις άδειες που παραχώρησε η ΡΑΕ στους Γερμανούς, εν αγνοία δήθεν του υπουργού.

Η ζημία δε για το περιβάλλον δεν ήταν μόνο η παραπάνω αλλά, επίσης, το γεγονός ότι, τα 1,3 εκ. στρέμματα απορροφούσαν το 5% των λιγνιτικών εκπομπών, σύμφωνα με μελέτη μας – ενώ το κακό τρίτωσε, με τις πλημμύρες που ολοκλήρωσαν την καταστροφή στο νησί.

Όλα αυτά λόγω της κάκιστης διαχείρισης των πυρκαγιών από την κυβέρνηση – ενώ το ότι ο ΠΘ δήλωσε πως δεν θα αναδασωθούν όλα τα καμένα, τεκμηριώνει ακόμη μία φορά την περιβαλλοντική υποκρισία.

Η συγκεκριμένη υποκρισία μας θύμισε αυτά που ειπώθηκαν στο θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη – με την έννοια πως αποσιωπήθηκε εντελώς η συμβολή του στον αγώνα εναντίον των καταστροφικών μνημονίων, καθώς επίσης η ακόμη πιο καθοριστική, στο Σκοπιανό.

Στο σημερινό νομοσχέδιο τώρα, όπως τονίσαμε στην επιτροπή, πρόκειται για μία ακόμη κακογραμμένη μεταφορά ευρωπαϊκής οδηγίας, στο εθνικό μας δίκαιο – ενώ μας προξενούν εντύπωση οι προβλέψεις για βαθύτερη διείσδυση των ΑΠΕ, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν τεράστιο κίνδυνο ενεργειακής ένδειας, εξαρτώμενοι σχεδόν απόλυτα από τις διεθνείς εξελίξεις.

Στην ουσία, είμαστε έρμαιο των διεθνών εξελίξεων – σε μία εποχή που είναι προφανές ότι, η ενεργειακή καταιγίδα που έχει ξεσπάσει, θα έχει πολύ σοβαρά επακόλουθα.

Ακόμη πιο προφανής όμως είναι η εγκληματική πολιτική της κυβέρνησης, όσον αφορά την ενέργεια – όπως το ότι μετέτρεψε τη ΔΕΗ σε εισαγωγική χονδρεμπορική εταιρία, από παραγωγική. 

Πολύ χειρότερα, βιάστηκε να δρομολογήσει την απολιγνιτοποίηση, πριν από χώρες όπως η Γερμανία ή η Πολωνία, πετώντας από το παράθυρο λιγνιτικά αποθέματα αξίας σήμερα άνω των 300 δις €, με την τιμή του πετρελαίου στα 80 $ – ενώ δήλωσε πως δεν θα προβεί σε εξορύξεις φυσικού αερίου στην υποθαλάσσια επικράτεια μας, όπου εκτιμάται πως υπάρχουν αποθέματα αξίας άνω των 300 δις $.

Επομένως, η όποια κρίση ακολουθήσει την ενεργειακή, μία επισιτιστική, οικονομική κλπ., θα είναι αποκλειστικά και μόνο ευθύνη της κυβέρνησης.

Όσον αφορά τώρα τα περιεχόμενα του νομοσχεδίου, η οδηγία της ΕΕ καλύπτει μόνο τα αρχικά δύο μέρη – τα πρώτα 30 άρθρα που είχαν τοποθετηθεί πριν από 11 μήνες στη διαβούλευση, ενώ τα υπόλοιπα δεν τέθηκαν ποτέ. 

Στη συνέχεια, υπάρχουν διάφορες ασύνδετες ρυθμίσεις του ΥΠΕΝ που τροποποιούν προηγούμενες διατάξεις – κάτι που τεκμηριώνει την προχειρότητα της νομοθέτησης.

Ειδικότερα, τα πρώτα δυο μέρη που εισάγουν την οδηγία της ΕΕ, αφορούν μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης και της εξοικονόμησης ενέργειας των κτηρίων – όπου περιλαμβάνονται κτίρια του Δημοσίου, καθώς επίσης εργοστάσια, σε συνδυασμό με αποδοτική θέρμανση και ψύξη από ΑΠΕ.

Θεσπίζεται επί πλέον στόχος εξοικονόμησης ενέργειας για τη χώρα, τουλάχιστον 32,5% στην ενεργειακή απόδοση έως το 2030 – καθώς επίσης περαιτέρω βελτιώσεις για εξοικονόμηση που ισοδυναμούν με 7,3 εκατομμύρια τόνους ισοδυνάμου πετρελαίου, όπως και για δεκαετείς περιόδους μετά.

Χωρίς να επεκταθούμε εδώ σε λεπτομέρειες, στη συνέχεια επανακαθορίζονται θέματα σχετικά με την εκπόνηση Σχεδίων Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων, με ευθύνη των Περιφερειαρχών και των Δημάρχων, με τη δημιουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας «Building Cert» – με τα αποδεικτικά για την ενεργειακή κατηγορία του ακινήτου, με την πρόσβαση των καταναλωτών σε διάφορα στοιχεία, με την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης κατά τον εφοδιασμό των καταναλωτών, καθώς επίσης κατά τη λειτουργία των υποδομών και με τη δυνατότητα διενέργειας ενεργειακών ελέγχων.

Υιοθετείται δε σχήμα ανταγωνιστικών διαδικασιών, για την προώθηση δράσεων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης.

Στο τρίτο μέρος, τροποποιούνται διατάξεις για τα χρηματοδοτικά κίνητρα αναβάθμισης κτηρίων του Ν.4122/2013 – επίσης για την έκδοση και ισχύ του Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης.

Όπως τονίσαμε όμως, συνεχίζεται ο χαμηλός ρυθμός ενεργειακής αναβάθμισης, ετήσια στο 3% περίπου του κτιριακού μας αποθέματος – ενώ, αντίθετα, επενδύονται χρήματα σε ΑΠΕ που έχουν τον χαμηλότερο δείκτη κόστους ωφέλειας, σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα ΑΠΕ συστήματα.

Στο τέταρτο μέρος εισάγονται μερικές ακόμη ρυθμίσεις, για τη προώθηση της διείσδυσης των ΑΠΕ – ενώ ευτυχώς περιλαμβάνονται νέες μορφές, όπως οι μονάδες βιοαερίου που έχουμε εισηγηθεί πρώτοι εμείς.

Εκτός αυτού, αυξάνεται η επιτρεπόμενη εγκαταστημένη ηλεκτρική ισχύς εντός ζωνών οικιστικού ελέγχου από 500 KW σε 3 MW που εμείς προτείναμε 5 MW, για υβριδικούς σταθμούς παραγωγής σε Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά – επίσης, η ρύθμιση θεμάτων σχετικών με τις ενεργειακές κοινότητες.

Στο πέμπτο μέρος τώρα που αφορά τα λιγνιτικά της ΔΕΗ, θεσμοθετείται η συνέχιση της λειτουργίας τους – με την υποχρέωση της πώλησης μέρους της παραγωγής τους, με Ελληνικά Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης, με ΕΣΜΕ και με χρονοδιάγραμμα απόσυρσης τους. Εδώ όμως τοποθετείται όριο στα ΕΣΜΕ, οπότε στην παραγωγή, για το πρώτο και το δεύτερο τρίμηνο του 2022 μόλις στις 1.387 γιγαβατώρες συνολικά – όπου εμείς εκφράσαμε την απορία μας, σχετικά με τη λογική της ρύθμισης. 

Για να γίνουμε πιο κατανοητοί, η εγκατεστημένη ισχύς των λιγνιτικών μονάδων ήταν 3,9 GW το 2019 – όπου ήδη είχαν αποσυρθεί κάποιες μονάδες. Η  παραγωγή τους το 2019 ήταν 10,3 γιγαβατώρες – ενώ ακόμη και αυτή η ποσότητα, ήταν σχεδόν κατά 50% χαμηλότερη από το 2018, όπου παράχθηκαν 15,2 γιγαβατώρες.

Επομένως, με την παρούσα ρύθμιση εκμεταλλευόμαστε κάτω από το 50% των δυνατοτήτων μας – χωρίς καν να συνυπολογιστεί η νέα σύγχρονη Πτολεμαΐδα  5 η οποία, αν είναι δυνατόν, σχεδιάζεται να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου.

Δεν είναι ξεκάθαρο πως έτσι η κυβέρνηση καταστρέφει την Ελλάδα; Δεν είναι γνωστό σε όλους πως σήμερα το κόστος των λιγνιτικών μονάδων είναι χαμηλότερο από αυτό του φυσικού αερίου, παρά την κατακόρυφη άνοδο των ρητρών ρύπων; 

Το θέμα πάντως των πωλήσεων Λιγνιτικής ενέργειας υπήρχε από αρκετό χρονικό διάστημα – ενώ είχαν κινηθεί διαδικασίες αντιμονοπωλιακού ελέγχου από την ΕΕ.

Κατά δημοσιεύματα δε,  είχε συζητηθεί κατά την επίσκεψη της κυρίας Verstager το Μάιο του 2021 – ενώ εμείς της είχαμε αναφέρει εδώ, στη Βουλή, πως θα θέλαμε να παραμείνει η λιγνιτική παραγωγή τουλάχιστον ως εφεδρεία, όπου όπως φαίνεται δικαιωνόμαστε.

Οι ρήτρες του λιγνίτη πάντως θα μπορούσαν να μειωθούν δραστικά, αρκεί να αναβαθμιστούν περιβαλλοντικά οι υπάρχουσες λιγνιτικές μονάδες – όπως έχουν ήδη καταφέρει άλλες χώρες της Ε.Ε, με διάφορες μεθόδους και με σχετικά χαμηλό κόστος, 1 έως 2 δις € που αναλύσαμε στην επιτροπή. 

Για εμάς βέβαια το ζητούμενο δεν είναι η τιμή της μετοχής της ΔΕΗ και η κερδοσκοπία, αλλά το κόστος ρεύματος για την οικονομία – όπως άλλωστε ήταν ο αρχικός στόχος της ίδρυσης της.

Πόσο μάλλον όταν το μόνο Δημόσιο που έχει απομείνει στη ΔΕΗ τώρα, είναι η πρώτη λέξη στο όνομα, το Δέλτα – αφού οι μετοχές της που διέθετε το κράτος, έχουν μεταβιβασθεί στο Υπερταμείο των ξένων.

Επομένως, τα όποια έσοδα από την πώληση της θα οδηγηθούν στο εξωτερικό, για την αποπληρωμή του χρέους – ενός χρέους όμως που συνεχώς αυξάνεται, παρά το ξεπούλημα.

Περαιτέρω, το έκτο μέρος έχει κάποιες οργανωτικές ρυθμίσεις στο ΥΠΕΝ –  όπου δημιουργείται η Γενική Διεύθυνση Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών.

Είναι γνωστό όμως πως το σώμα είναι αποδεκατισμένο, από πολλά χρόνια τώρα – με αποτέλεσμα όλοι οι πιστοποιημένοι επιθεωρητές περιβάλλοντος στην Ελλάδα, να μην υπερβαίνουν τους είκοσι.

Στο έβδομο μέρος, τροποποιούνται διατάξεις του πρόσφατου νόμου 4819/2021 για τη διαχείριση αποβλήτων – όπου  ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας του Ελληνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης και των μονάδων που επεξεργάζονται απόβλητα.

Στο όγδοο μέρος, παρατείνεται για 4 μήνες η προθεσμία υποβολής αντιρρήσεων, για την κατάρτιση των δασικών χαρτών – θέμα για το οποίο πιέζει η Τρόικα και στην πρόσφατη 11η αξιολόγηση. 

Τέλος, στο ένατο μέρος υπάρχουν κάποια ακόμη διαδικαστικά θέματα του ΥΠΕΝ – όπως  το ότι μεταβάλλονται τα ποσοστά που αποδίδονται στο Πράσινο Ταμείο, καθώς επίσης στο Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας από τα ποσά των παραβόλων που εισπράττονται, αλλά και η αναστολή οικοδομικών εργασιών στον Υμηττό.

Θα κλείσουμε με το γενικότερο θέμα που έχει δημιουργηθεί, όσον αφορά την ενέργεια – ξεκινώντας  από το γεγονός ότι το Μάρτιο του 2019, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας δημοσίευσε τις προβλέψεις του για την ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου.

Σύμφωνα με αυτές, θα υπήρχε ήδη από το 2020 ένα «κενό προμήθειας» ή «κενό προσφοράς» στην  ΕΕ – ύψους 48 δις κυβικών μέτρων.

Εν τούτοις, η πρόβλεψη του δεν επαληθεύθηκε το 2020 – επειδή τα μέτρα για την καταπολέμηση της πανδημίας διεθνώς, είχαν ως αποτέλεσμα να λειτουργεί σε περιορισμένο βαθμό η παγκόσμια βιομηχανία.

Η κατάσταση αυτή έχει πλέον αλλάξει, με τις οικονομίες να αναπτύσσονται ξανά με υψηλό ρυθμό – οπότε το προβλεπόμενο κενό, η στενότητα όσον αφορά την προμήθεια φυσικού αερίου, έχει ήδη εμφανισθεί.

Βέβαια, το γεγονός αυτό είναι εν πρώτοις λιγότερο δραματικό, από όσο ακούγεται – επειδή το συγκεκριμένο κενό δείχνει τη διαφορά μεταξύ της υποτιθέμενης ζήτησης και των ποσοτήτων που καλύπτονται ήδη από μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας φυσικού αερίου.

Με απλά λόγια η ΕΕ, για να καλύψει το κενό, θα πρέπει να αγοράσει την ποσότητα φυσικού αερίου που θα της λείψει στις αγορές εμπορευμάτων, μέσω βραχυπρόθεσμων συμβάσεων –  ή στις αγορές «spot», σε πολύ ακριβές τιμές.

Σύμφωνα όμως με την πρόβλεψη του οργανισμού ενέργειας, το συγκεκριμένο κενό προσφοράς θα αυξάνεται κάθε χρόνο – ενώ το 2025 θα ανέλθει στα 162 δις κυβικά μέτρα.

Η ποσότητα αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αγοράζει  σήμερα η ΕΕ, από τον κυριότερο προμηθευτή της, από τη Ρωσία – μέσω σταθερών συμβάσεων ετησίως.

Συνεχίζοντας, υπάρχουν διάφοροι λόγοι που η παραπάνω  υποπρομήθεια της ΕΕ έχει έναν τόσο μεγάλο όγκο. Πριν από όλα το ότι, η εγχώρια παραγωγή της στη Βόρεια Θάλασσα και οι εισαγωγές από τη Νορβηγία, μειώνονται σταδιακά – αφού τα αποθέματα σιγά σιγά εξαντλούνται. Εκτός αυτού, διακόπτεται και η παραγωγή της Ολλανδίας από το κοίτασμα του Γκρόνινγκεν, το 2022.

Ειδικότερα, ενώ η εγχώρια παραγωγή και οι εισαγωγές από τη Νορβηγία ανήλθαν σε σχεδόν 200 δις κυβικά μέτρα το 2018, ο οργανισμός προβλέπει πτώση τους στο μισό έως το 2025.

Βέβαια, η υποπρομήθεια που διαπιστώνεται, θα μπορούσε να αντισταθμισθεί σχετικά εύκολα από την ΕΕ, μέσω νέων μακροπρόθεσμων συμβάσεων εφοδιασμού της από τη Ρωσία – όπου όμως η ΕΕ δεν θέλει να εξαρτηθεί από τη Ρωσία, την οποία κατηγορεί συνεχώς, ειδικά τον πρόεδρο Putin.

Από την άλλη πλευρά, ασφαλώς δεν μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει περισσότερο φυσικό αέριο μακροπρόθεσμα, από όσο εξορύσσει ή αγοράζει – αφού διαφορετικά θα αδειάσουν οι χώροι αποθήκευσης, όπως ήδη συμβαίνει στην ΕΕ.

Η αύξηση τώρα της τιμής εξυπηρετεί επί πλέον τους παραγωγούς του ακριβότερου σχιστολιθικού αερίου και του LNG. Επομένως, δεν είναι μόνο η Ρωσία που επωφελείται από αυτή την όξυνση αλλά και οι ΗΠΑ, οι εξαγωγές των οποίων αυξάνονται – ενδεχομένως επίσης η Γερμανία που θέλει να επιβάλει τον Nord Stream II, έτσι ώστε να καταστεί ο κυρίαρχος ενεργειακός κόμβος στην Ευρώπη.

Παράλληλα επωφελείται και η Τουρκία, από την οποία διέρχονται οι αγωγοί του Αζερμπαϊτζάν – τονίζοντας πως εξαρτάται και από αυτήν η ΕΕ που χρηματοδότησε με ΕΣΠΑ τον TAP, ενώ εμείς προμηθευόμαστε μεγάλο μέρος των αναγκών μας. Περίπου 20% στο πρώτο τρίμηνο 2021 – θυμίζοντας πως το θέμα της εξάρτησης έχει αναφερθεί και από τον πρόεδρο της Τουρκίας.

Ας μην αναρωτιόμαστε λοιπόν γιατί οι Τούρκοι αμφισβητούν τον Eastmed και την ΑΟΖ μας – όπως άλλωστε οι σύμμαχοι τους, οι Γερμανοί, καταθέτοντας για όλα έγγραφα στα πρακτικά.

Κλείνοντας, κυρίως η Ευρώπη έχει τοποθετήσει ως στόχο της τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, με το σταμάτημα της καύσης άνθρακα – κάτι που ακούγεται καλό αρχικά.

Όμως, εάν η έλλειψη του όσον αφορά την παραγωγή ενέργειας, δεν μπορεί να αντισταθμισθεί πλήρως από της ανανεώσιμες πηγές τότε, καλώς ή κακώς, θα οδηγήσει σε ένα συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο του φυσικού αερίου – κάτι που ήδη συμβαίνει.

Ειδικότερα, μόνο στη Γερμανία παράχθηκε 46,2% περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από φυσικό αέριο το πρώτο τρίμηνο του 2021, από ότι το προηγούμενο έτος – ενώ στη Μ. Βρετανία 40%.

Την ίδια στιγμή η Κίνα που παράγει πολύ περισσότερο CO2 και από την καύση άνθρακα, ενώ διπλασίασε τις εισαγωγές φυσικού αερίου,  συνεχίζει τη χρησιμοποίησή του – ενώ εάν τη σταματήσει, μάλλον θα οδηγηθεί σε μπλακάουτ, επιδεινώνοντας τη διεθνή κρίση τιμών.

Αυτά είναι λοιπόν τα μεγάλα προβλήματα που θα έπρεπε να μας απασχολούν – αφού η επίδραση τους στην οικονομία μας θα είναι πολύ σημαντική.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!