.

Ο καύσωνας θα αναγκάσει την ΕΕ να εξαντλήσει πλήρως τις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου – διατηρώντας τη ζήτηση φυσικού αερίου υψηλή μέχρι το τέλος του 2027. Επομένως, οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές και το 2027 – παρά το ότι η απαγόρευση των εισαγωγών φυσικού αερίου, μέσω αγωγών από τη Ρωσία στην ΕΕ, δεν έχει προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ πριν από τον Νοέμβριο του 2027. Ουσιαστικά λοιπόν, το φετινό καλοκαίρι αποκάλυψε τις συστημικές αδυναμίες ολόκληρης της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ – αφού μετά από χρόνια εκκλήσεων για σταδιακή κατάργηση των συμβατικών καυσίμων στο όνομα της «βιώσιμης ανάπτυξης», οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πέτυχαν, στην πράξη, το αντίθετο: οι κλιματικές ανωμαλίες έχουν παραλύσει την παραγωγή «πράσινης» ενέργειας και έχουν οδηγήσει σε αναταραχή στον ενεργειακό τομέα – ενώ, για άλλη μια φορά, οι παραδοσιακοί θερμοηλεκτρικοί σταθμοί, ο λιγνίτης και οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση φυσικού αερίου, έχουν αποτελέσει τη σωτηρία. Εμείς στην Ελλάδα βέβαια, δεν φτάνει που κλείσαμε τους λιγνίτες πριν από όλες τις άλλες χώρες, αλλά σχεδιάζουμε επιπλέον την κατασκευή data centers – τα οποία απαιτούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας και νερού!
.
Ανάλυση
Οι συνέπειες του μεγάλου καύσωνα που βιώνει η Ευρώπη, δεν είναι μόνο οι καταστροφικές πυρκαγιές – αφού θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις στο κόστος ενέργειας το χειμώνα, οπότε στον πληθωρισμό και στα διαθέσιμα εισοδήματα, επιπλέον σε αυτές των δύο πολέμων που διεξάγουν οι ΗΠΑ στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή (ανάλυση).
Δύο πολέμων που δεν θα τελειώσουν τόσο εύκολα, όπως υπόσχεται επανειλημμένα ο πρόεδρος Trump – αφού ο ίδιος δεν το θέλει σε καμία περίπτωση. Στα πλαίσια αυτά, έχει σίγουρα ενδιαφέρον οι παρακάτω ανάλυση – σε ελεύθερη μετάφραση.
του Ι. Juschkow
Το ασυνήθιστα ζεστό καλοκαίρι έχει υποβάλει το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα σε μια σοβαρή δοκιμασία αντοχής. Οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν οδηγήσει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Παρά το ότι δε ο κλιματισμός είναι σημαντικά λιγότερο συνηθισμένος στην Ευρώπη, από ότι, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ή την Ασία (η εγκατάστασή του περιορίζεται από τις εξαιρετικά υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, τους αυστηρούς κανονισμούς κυβερνητικών κτιρίων και τον περιβαλλοντικό ακτιβισμό όσων δεν θέλουν να «υπερθερμανθεί ο πλανήτης»), ακόμη και οι υπάρχουσες μονάδες κλιματισμού ήταν αρκετές για να υπερφορτώσουν το ηλεκτρικό δίκτυο.
Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας έχει καταρρεύσει δραματικά – παράλληλα με την αύξηση της ζήτησης. Ειδικότερα, η θερμότητα έχει οδηγήσει στην αποξήρανση και θέρμανση των ταμιευτήρων – προκαλώντας έτσι μαζικές διαταραχές σε διάφορους σημαντικούς ενεργειακούς τομείς.
Δύο πλήγματα για τους υδροηλεκτρικούς σταθμούς
Οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί μειώνουν ραγδαία την παραγωγή τους – επειδή τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα νερού στις δεξαμενές, δεν εγγυώνται πλέον την απαραίτητη πίεση. Εν τούτοις, οι υδροηλεκτρικοί σταθμοί αποτελούν έναν από τους πυλώνες της «πράσινης» ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης – αφού έως το 2025, αναμενόταν να παρέχουν περίπου το 11% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται στην ΕΕ.
Η ζέστη πλήττει αυτόν τον τομέα από δύο πλευρές ταυτόχρονα. Αφενός, η ξηρασία προκαλεί πτώση της στάθμης του νερού στις δεξαμενές. Αφετέρου, η ακραία εξάτμιση επιδεινώνει την κατάσταση, μετατρέποντας τα ορμητικά ποτάμια σε στενά ρέματα και παραλύοντας τη λειτουργία των υδροηλεκτρικών στροβίλων.
Για παράδειγμα, το τεράστιο συγκρότημα υδροηλεκτρικών σταθμών Iron Gates στο Δούναβη, στα σύνορα μεταξύ Σερβίας και Ρουμανίας, παράγει μόνο ένα κλάσμα της συνήθους χωρητικότητάς του, λόγω της χαμηλής στάθμης του νερού. Παρόμοια πτώση παρατηρείται και στην περιοχή των Άλπεων – όπου η ποσότητα νερού που επεξεργάζεται στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς έχει μειωθεί σχεδόν κατά το ένα τρίτο της κανονικής τιμής, αναγκάζοντας τις ευρωπαϊκές χώρες να αντικαταστήσουν την ηλεκτρική ενέργεια που λείπει, με ακριβούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση φυσικού αερίου.
Οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής
Η κρίση του νερού έχει επηρεάσει και την πυρηνική ενέργεια – με τους εξής δύο τρόπους:
(α) Το νερό στις δεξαμενές ψύξης των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής θερμαίνεται τόσο πολύ λόγω της θερμότητας που δεν μπορεί πλέον να απορροφήσει επαρκώς τη θερμότητα του αντιδραστήρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι φορείς εκμετάλλευσης αναγκάζονται να μειώσουν την ισχύ εξόδου των μεμονωμένων μονάδων αντιδραστήρων ως προληπτικό μέτρο για λόγους ασφαλείας – μειώνοντας έτσι τις απαιτήσεις ψύξης.
(β) Ένας πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος προκύπτει εάν οι δεξαμενές νερού που τροφοδοτούν αυτά τα συστήματα ψύξης στερέψουν. Εν προκειμένω, εάν οι εισαγωγές νερού στερέψουν, ο πυρηνικός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής πρέπει να κλείσει εντελώς.
Το έκτακτο αυτό μέτρο είναι απολύτως δικαιολογημένο – αφού αρκεί να θυμηθούμε την καταστροφή της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία το 2011, όπου μια διακοπή ρεύματος και μια βλάβη του συστήματος ψύξης οδήγησαν σε τήξη του πυρήνα. Ακόμη όμως και μετά από ένα πλήρες κλείσιμο, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες απαιτούν συνεχή απαγωγή θερμότητας.
Φυσικά, κανείς στην Ευρώπη δεν θέτει τους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς σε μακροπρόθεσμη «ψυχρή λειτουργία» λόγω της τρέχουσας ζέστης – ενώ η διακοπή λειτουργίας θεωρείται απλώς ένα προσωρινό μέτρο. Παρ’ όλα αυτά, περιορισμοί στη λειτουργία των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής έχουν ήδη εισαχθεί σε ολόκληρη την ΕΕ.
Για παράδειγμα, η χαμηλή στάθμη του Δούναβη οδήγησε σε δραστική απώλεια χωρητικότητας στον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Paks στην Ουγγαρία. Οι πυρηνικοί μηχανικοί αναγκάστηκαν να μειώσουν την παραγωγή σχεδόν κατά το ήμισυ – ενώ η κυβέρνηση δήλωσε ότι, θα ήταν δυνατόν να κλείσει εντελώς ο σταθμός, ο οποίος καλύπτει έως και το 40% των αναγκών ηλεκτρικής ενέργειας της Ουγγαρίας.
Αντιμέτωπη με αυτή την κατάσταση, η γειτονική Ρουμανία κατέφυγε σε ριζοσπαστικά στρατιωτικοτεχνικά μέτρα. Αρχικά, ο στρατός ανατίναξε ένα τμήμα βράχου στον παραπόταμο Μπάλα του Δούναβη – για να δημιουργήσει ένα τεχνητό φράγμα και να αυξήσει τη στάθμη του νερού. Στη συνέχεια, βυθίστηκαν εκεί τέσσερις φορτηγίδες, για να εκτρέψουν την υπόλοιπη ροή του ποταμού στο κανάλι που τροφοδοτεί τον μοναδικό πυρηνικό σταθμό της Ρουμανίας – την Τσερναβόντα.
Οι αρχές προχώρησαν σε αυτό το δραστικό βήμα επειδή αυτός ο σταθμός παραγωγής ενέργειας παράγει περίπου το 20% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας – ενώ η διακοπή λειτουργίας του, θα οδηγούσε σε άμεση κατάρρευση του εθνικού ενεργειακού συστήματος.
Σύμφωνα δε με τη Eurostat, οι πυρηνικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής παράγουν πάνω από το 23% της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ – με στοιχεία του 2025.
Αιολική και ηλιακή ενέργεια
Παραδόξως, η παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αντιμετωπίζει επίσης σημαντικά προβλήματα σε περιόδους ζέστης. Ο ζεστός καιρός στην Ευρώπη συνήθως συνοδεύεται από παρατεταμένες περιόδους ήρεμων ανέμων – από μια λεγόμενη «αντικυκλωνική» ηρεμία, η οποία αναγκάζει τα αιολικά πάρκα πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ακινησία.
Το μεγαλύτερο παράδοξο, ωστόσο, έγκειται στην παραγωγή ηλιακής ενέργειας. Ειδικότερα, οι καθαροί ουρανοί θεωρητικά θα έπρεπε να εγγυώνται ρεκόρ ενεργειακής απόδοσης – αλλά στην πράξη, η ακραία υπερθέρμανση καθιστά τα υπάρχοντα συστήματα άχρηστα.
Εν προκειμένω, εάν η θερμοκρασία του αέρα αυξηθεί πάνω από 25 βαθμούς Κελσίου, η απόδοση των φωτοβολταϊκών μονάδων πυριτίου μειώνεται κατά περίπου 0,4% για κάθε επιπλέον βαθμό. Στους 40 βαθμούς Κελσίου, οι μονάδες στις στέγες θερμαίνονται έως και 70 βαθμούς Κελσίου – οπότε, κατά συνέπεια, χάνουν έως και το ένα τέταρτο της ονομαστικής ισχύος τους.
Οι ακραίες θερμοκρασίες προκαλούν επίσης ζημίες στους μετατροπείς, περιορίζουν τη χωρητικότητα των βιομηχανικών συστημάτων αποθήκευσης και μειώνουν δραστικά την ικανότητα μεταφοράς των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτές οι γραμμές μεταφοράς, αρχίζουν να χαλαρώνουν λόγω της θερμικής διαστολής – δημιουργώντας έτσι κίνδυνο βραχυκυκλώματος. Ως αποτέλεσμα δε, ο «πράσινος» τομέας βιώνει απότομη πτώση – ακριβώς όταν η ζήτηση φτάνει στο αποκορύφωμά της.
Ορυκτή ενέργεια και ορυκτά καύσιμα
Οι παραδοσιακές πηγές ενέργειας αντιμετωπίζουν επίσης προκλήσεις – αν και σε σημαντικά μικρότερη κλίμακα. Ειδικότερα, ο άνθρακας και το πετρέλαιο θέρμανσης μεταφέρονταν παραδοσιακά σε θερμοηλεκτρικούς σταθμούς με πλοία. Με την πτώση της στάθμης όμως του νερού, η εφοδιαστική αλυσίδα έγινε πιο περίπλοκη: αρχικά, τα πλοία έπρεπε να φορτωθούν με επιπλέον φορτίο και αργότερα οι παραδόσεις μεταφέρθηκαν εξ ολοκλήρου στο σιδηρόδρομο.
Το γεγονός αυτό οδήγησε σε υψηλότερο κόστος μεταφοράς και σε καθυστερήσεις στην παράδοση. Συνολικά βέβαια, η παραδοσιακή παραγωγή ενέργειας σε υψηλές θερμοκρασίες έχει πλεονεκτήματα – επειδή εξαρτάται λιγότερο από τις καιρικές συνθήκες.
Το κύριο πρόβλημα στον τομέα των ορυκτών καυσίμων είναι η αυξανόμενη πίεση στους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση φυσικού αερίου – οι οποίοι πρέπει να αντισταθμίσουν γρήγορα τη μείωση της παραγωγής από υδροηλεκτρικούς και πυρηνικούς σταθμούς.
Η κατάσταση έχει γίνει τόσο κρίσιμη που καταγράφηκαν αρκετές αποσύρσεις από υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου στην ΕΕ στα μέσα του καλοκαιριού – παρά το ότι αυτή η περίοδος συνήθως προορίζεται αποκλειστικά για τη δημιουργία αποθεμάτων φυσικού αερίου για τον χειμώνα. Ως αποτέλεσμα, τα ποσοστά έγχυσης έχουν μειωθεί δραστικά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Σύμφωνα με την Gas Infrastructure Europe, οι ευρωπαϊκές υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης ήταν γεμάτες μόνο κατά 58,3% στο τέλος της περασμένης εβδομάδας – στις 8 Αυγούστου. Επομένως, ο στόχος της ΕΕ για 90% έως τον Νοέμβριο δεν είναι πλέον εφικτός – ενώ το 80%, εάν επιτευχθεί, θα θεωρούταν μεγάλη επιτυχία.
Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, η καλοκαιρινή ζέστη αποτελεί διπλή απειλή για την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ – για τους εξής λόγους:
(α) Όπως ήδη αναφέρθηκε, σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου καταναλώνονται για κλιματισμό και καθημερινή χρήση.
(β) Η υψηλή ζήτηση αυξάνει τις τιμές στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα συναλλαγών φυσικού αερίου TTF – διατηρώντας τες στο υψηλό δύο ετών των 58-60 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Ως αποτέλεσμα, οι έμποροι βρίσκονται σε οικονομικό αδιέξοδο – με την έννοια πως φοβούνται να αγοράσουν και να αποθηκεύσουν το εξαιρετικά ακριβό φυσικό αέριο το καλοκαίρι. Γιατί; Επειδή δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι οι τιμές δεν θα πέσουν τον χειμώνα – ούτε πως οι σημερινές αναγκαστικές επενδύσεις, δεν θα μετατραπούν σε ζημίες δισεκατομμυρίων.
Για τους τελικούς καταναλωτές, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι το κόστος θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξηθεί σημαντικά ξανά τον επόμενο χειμώνα – ενώ τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, θα πρέπει πιθανότατα να εφαρμόσουν ξανά μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, προκειμένου να αποφύγουν την υπερβολική επιβάρυνση των οικονομικών τους.
Επίλογος
Ο καύσωνας θα αναγκάσει την ΕΕ να εξαντλήσει πλήρως τις υπόγειες εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου – διατηρώντας τη ζήτηση φυσικού αερίου υψηλή μέχρι το τέλος του 2027. Επομένως, οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές και το 2027 – παρά το ότι η απαγόρευση των εισαγωγών φυσικού αερίου μέσω αγωγών από τη Ρωσία στην ΕΕ δεν έχει προγραμματιστεί να τεθεί σε ισχύ πριν από τον Νοέμβριο του 2027.
Ουσιαστικά λοιπόν, το φετινό καλοκαίρι αποκάλυψε τις συστημικές αδυναμίες ολόκληρης της ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ – αφού μετά από χρόνια εκκλήσεων για σταδιακή κατάργηση των συμβατικών καυσίμων στο όνομα της «βιώσιμης ανάπτυξης», οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πέτυχαν, στην πράξη, το αντίθετο: οι κλιματικές ανωμαλίες έχουν παραλύσει την παραγωγή «πράσινης» ενέργειας και έχουν οδηγήσει σε αναταραχή στον ενεργειακό τομέα – ενώ, για άλλη μια φορά, οι παραδοσιακοί θερμοηλεκτρικοί σταθμοί, ο λιγνίτης και οι σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής με καύση φυσικού αερίου, έχουν αποτελέσει τη σωτηρία.
