Η γκρίζα ενεργειακή περίοδος – The Analyst
ΑΠΟΨΕΙΣ & ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑ

Η γκρίζα ενεργειακή περίοδος

H αύξηση των ενεργειακών τιμών που καταγράφεται από τα μέσα της Άνοιξης πρέπει να θεωρείτε δεδομένο ότι θα αποτελέσει μέγιστο πρόβλημα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις παρά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την χώρα μας, είναι πανευρωπαϊκό και εν πολλοίς οφείλεται στην πράσινη μετάβαση που προωθεί η ευρωπαϊκή ένωση.

Η αύξηση της ζήτησης του καθαρότερου καυσίμου για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος , του φυσικού αερίου, μιας και θεωρείτε το καύσιμο-γέφυρα προς την νέα εποχή αλλά και της τιμής των δικαιωμάτων ρύπων CO2 στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας εκπομπών αερίων ρύπων της ΕΕ οδηγεί νομοτελειακά σε ανατιμήσεις.

Εκείνο που προβληματίζει όμως περισσότερο από την αυξητική τάση είναι η καταγραφή ορισμένων ενδείξεων που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν έχει υπάρξει σωστή αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων κινδύνων που σχετίζονται με την μετάβαση από τον  λιγνίτη στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ).

Τον Αύγουστο για παράδειγμα η χώρας μας είχε την υψηλότερη κατά μέσο όρο χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρισμού σε όλη την Ευρώπη με 121,72 € /MWH ενώ είχαν προηγηθεί οι μήνες Ιούνιος , Ιούλιος με τις δεύτερες υψηλότερες τιμές στα επίπεδα των 83,47€/MWH και 101,86 €/MWH αντίστοιχα.

Το ερώτημα είναι γιατί;

Η απάντηση είναι απλή, οι ΑΠΕ είχαν περιορισμένη έως ελάχιστη συμμετοχή στο ενεργειακό μίγμα λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της άπνοιας, ενώ οι εναλλακτικές πηγές τροφοδότησης είναι ανύπαρκτες.

Το ενεργειακό έλλειμμα ως συνέπεια της υιοθέτησης του πράσινου μοντέλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της απότομης απόσυρσης των λιγνιτικών μονάδων αρχίζει να εμφανίζεται όπως αρχίζει να προβληματίζει και το είδος της ενεργειακής ασφάλειας που δημιουργείται όταν η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της θα επαφίεται στο εισαγόμενο φυσικό αέριο.

Το ενεργειακό μίγμα, δηλαδή η συνεισφορά κάθε ενεργειακής πηγής για την παράγωγη ηλεκτρικού ρεύματος κατά την τρέχουσα περίοδο θέλει το φυσικό αέριο να συμμετέχει κατά 64%, τον λιγνίτη κατά 16% και τις ΑΠΕ κατά 8%.

Από αυτό εύκολα γίνεται αντιληπτή η επιβάρυνση που επέρχεται από την αύξηση των τιμών σε φυσικό αέριο και ρύπους, στο ηλεκτρικό ρεύμα.

Όπως είναι γνωστό η χώρα μας, προς το παρόν, δεν παράγει φυσικό αέριο, οπότε είναι εξαρτημένη πλήρως από εισαγωγές.

Με δεδομένη την προγραμματισμένη απολιγνιτοποίηση, δηλαδή την απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος έως το 2028, γίνεται εμφανέστερη η γκρίζα ενεργειακή περίοδος στην οποία  εισέρχεται η χώρα μας.

Η ουσιαστική συμβολή του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος παίρνει τέλος το 2023, αφού την τετραετία 2024-27 η συμβολή του θα είναι ελάχιστη.

Επίσης είναι γνωστό ότι ο λιγνίτης βρίσκεται σε αφθονία στο υπέδαφος της χώρας μας, σε ότι αφορά  δε την  παραγωγή του, κατείχαμε  την δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την έκτη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Με δεδομένο ότι η πράσινη μετάβαση συντελείτε σε μια χρονική περίοδο όπου οι τεχνολογίες δεν είναι ώριμες κυρίως αναφορικά με την αποθήκευση ηλεκτρικού ρεύματος που παράγεται από τις ΑΠΕ, και με εξίσου δεδομένο ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ είναι σε χαμηλό επίπεδο, ενώ η παραγωγή τους δεν είναι πάντα διαθέσιμη (άπνοια, νυχτερινές ώρες , κτλ ) τότε το ερώτημα που γεννάτε είναι γιατί εγκλωβιστήκαμε στην προοπτική της  άμεσης χρονικά απολιγνιτοποίησης.

Και κυρίως αφού γνωρίζουμε ότι υπάρχουν τεχνικές εκσυγχρονισμού των λιγνιτικών μονάδων μέσω της ξήρανσης του λιγνίτη και υπογειοποίησης των δεξαμενών του εκπεμπόμενου άνθρακα με παράλληλο όφελος την παρασκευή χάλυβα, γιατί αδρανοποιούμε ένα στερεό καύσιμο που επαρκεί με βάση τον σημερινό ρυθμό κατανάλωσης για τα επόμενα 45-50 χρόνια.

Γιατί απαξιώνουμε την μοναδική και φερέγγυα μέχρι σήμερα μέθοδο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος η οποία μπορεί να στηρίξει την ενεργειακή μας ασφάλεια;

Η πράσινη μετάβαση και ο στόχος της για μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα κατά 55% έως το 2030 σε σχέση με το 1990 αυξάνει τις τιμές των ρύπων όμως, ο γενικότερος στόχος της ΕΕ για την επίτευξη ουδέτερου ισοζυγίου διοξειδίου του άνθρακα φθάνει το 2050 κάτι που έπρεπε να εκμεταλλευτούμε χρησιμοποιώντας φυσικά τα κατάλληλα φίλτρα που απομειώνουν την ρύπανση και να κρατήσουμε τις λιγνιτικές μονάδες ή μεγάλο μέρος αυτών πέρα του 2028 , όπως κάνει η Γερμανία  έως το 2038 και η Πολωνία έως το 2050.

Το όποιο κόστος ρύπων με τον εκσυγχρονισμό των λιγνιτικών μονάδων θα περιορίζονταν και τα δυνητικά οφέλη τόσο σε οικονομικό όσο και σε επίπεδο ασφάλειας θα ήταν μεγαλύτερα.

Ο λιγνίτης μέχρι να φτάσουμε σε βιώσιμα ενεργειακά επίπεδα παραγωγής από τις ΑΠΕ θα μας έδινε την αίσθηση της ασφάλειας και κυρίως την αίσθηση ότι έχουν αξιολογηθεί πλήρως οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι της άμεσης απολιγνιτοποίησης.

Δίνοντας βάρος στο φυσικό αέριο, ως καύσιμο- γέφυρα στη νέα εποχή, δίνουμε βάρος σε ένα καύσιμο αποκλειστικά εισαγόμενο.

Εάν δε λάβουμε υπόψη ότι οι αγωγοί προμήθειας του φυσικού αερίου ελέγχονται κατά 70% από την Τουρκία τότε γίνεται άμεσα αντιληπτό το πρόβλημα της ενεργειακής ασφάλειας και των μακροπρόθεσμων κινδύνων.

Ο απεμπολισμός της ενεργειακής αυτονομίας που μας έδινε ο λιγνίτης σε συνδυασμό με την ενεργειακή εξάρτηση από εισαγωγές που φθάνουν στην χώρα μας μέσω Τουρκίας δημιουργεί ένα υπόβαθρο άκρως ανησυχητικό για να μην υιοθετήσουμε την λέξη τρομακτικό.

Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι  οι τιμές του φυσικού αερίου θα πέσουν , κάτι που η πράσινη μετάβαση και οι τιμές των ρύπων καθιστούν ιδιαίτερα απόμακρο , η αίσθηση πως η ενεργειακή μας ασφάλεια εναπόκειται στις διαθέσεις των Τούρκων δείχνει πως ο διαχρονικός ενεργειακός προγραμματισμός μας έχει σχεδιαστεί χωρίς ούτε τις βασικές δικλείδες ασφαλείας.

 ΛΕΚΚΑΣ   ΣΑΡΑΝΤΟΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!