Η απόρριψη της ΕΕ από την Ελβετία – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η απόρριψη της ΕΕ από την Ελβετία

.

Έχουμε την άποψη πως οι Ελβετοί, όπως έστω καθυστερημένα οι Βρετανοί, δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με την ιστορικά ξεπερασμένη και λανθασμένη κατασκευή του νεοφιλελευθερισμού του τέλους του 20ου αιώνα – της ΕΕ των Βρυξελών που δίκαια θεωρείται ως ένας τεχνοκρατικός Φρανκενστάιν, στην υπηρεσία της βιομηχανικής ελίτ και του χρηματοπιστωτικού τέρατος. Η μεταβίβαση της εθνικής τους κυριαρχίας στην ΕΕ, δεν τους είναι καθόλου επιθυμητή – ενώ γνωρίζουν πολύ καλά τον κίνδυνο να μετατραπούν σε μία άβουλη περιφέρεια της νέας Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Γερμανών, με προσχηματικά συμμάχους στην ηγεσία τους Γάλλους. Είμαστε δε βέβαιοι πως όλα αυτά τα γνωρίζουν πια πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι ήδη μέλη της ΕΕ – οπότε η στάση τόσο της Μ. Βρετανίας, όσο και της Ελβετίας, θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά σε σχέση την εμβάθυνση της συμμετοχής τους ή με το αίτημα συμμετοχής στο σαθρό οικοδόμημα των Βρυξελών. Κράτη βέβαια όπως η Ελλάδα που έχουν συμβιβασθεί εντελώς, αποδεχόμενα τη μετατροπή τους σε εξαθλιωμένες γερμανικές αποικίες χρέους, ενώ εξαρτώνται απόλυτα από δανεικά χρήματα, θα αντιμετωπισθούν προσωρινά με μεγαλύτερη γενναιοδωρία – αφού το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν αντέχει προς στιγμήν άλλα ρήγματα. Ειδικά η Ελλάδα, η οποία έχει πάρει τη θέση της Τουρκίας ως ανάχωμα απέναντι στις έντονες μεταναστευτικές προκλήσεις από την Ασία και την Αφρική – ενώ κλιμακώνονται οι «εχθροπραξίες» με την Κίνα και με τη Ρωσία. Είναι καλά όμως να μην υποτιμήσουμε καθόλου τη λέξη «προσωρινά» – θα ήταν ένα ακόμη μεγάλο λάθος μας.

.

Ανάλυση

Η Ελβετία είναι ένα κράτος που θα μπορούσε να αποτελέσει υπόδειγμα για την Ελλάδα – πόσο μάλλον όταν στη διαμόρφωση του πολιτεύματος της συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό ο Ι. Καποδίστριας, ενώ πληθυσμιακά είναι μικρότερη, με 8,54 εκ. κατοίκους έναντι 10,72 εκ. της χώρας μας.

Διαθέτει δε εκείνο το οικονομικό μοντέλο του καπιταλισμού που δεν είναι ούτε μονοπωλιακός όπως των Η.Π.Α. (ανάλυση), ούτε φυσικά κρατικός όπως της Κίνας (ανάλυση), αλλά ελεύθερη αγορά που στηρίζεται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς επίσης στις εξαγωγές – ενώ το πολίτευμα της είναι η άμεση δημοκρατία, με μη αρχηγικά κόμματα κατ’ επίφαση χαρισματικών ηγετών που στην ουσία είναι αυταρχικά, έχοντας οργανωθεί σε ομοσπονδιακά κρατίδια (καντόνια).

Εκτός αυτού είναι η πλουσιότερη χώρα στον πλανήτη (γράφημα), με το δεύτερο υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετά το Λουξεμβούργο – 80.637 $, έναντι 18.637 $ της Ελλάδας σύμφωνα με το ΔΝΤ το 2017 (πηγή). Με δεδομένο δε το ότι, η Ελλάδα έχει πολύ περισσότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές, από το κλίμα και τα πολιτισμικά της μνημεία, έως την εύφορη γη και το υπέδαφος της, θα μπορούσε να ξεπεράσει την Ελβετία – κάτι που δυστυχώς δεν πιστεύουν οι Έλληνες, υποτιμώντας τον εαυτό τους και τη χώρα τους.

Ως εκ τούτου, αντίθετα με την Ελβετία, το ΑΕΠ της Ελλάδας συνεχίζει την ξέφρενη καθοδική του πορεία, έχοντας καταρρεύσει στα 200 δις $ περίπου το 2020 – ευρισκόμενο σε μεγάλη απόσταση από πληθυσμιακά παρόμοιες χώρες, όπως φαίνεται από το γράφημα. Η αιτία δεν είναι άλλη, από το αποτυχημένο πολιτικοοικονομικό μας σύστημα – καθώς επίσης από τη διαφθορά και την τάση μας να συγκρινόμαστε με τους χειρότερους, αντί με τους καλύτερους. Εάν επικαλεσθεί δε κανείς τη δύσκολη γεωγραφική μας θέση για να δικαιολογήσει τις αποτυχίες μας, θα είναι μεγάλο λάθος – με κριτήριο το Ισραήλ που μας έχει επίσης ξεπεράσει, παρά την απείρως χειρότερη γεωγραφική του θέση, πόσο μάλλον τα εδάφη του, ακόμη και στον πρωτογενή τομέα (ανάλυση).

Στο θέμα μας τώρα, στα τέλη Μαΐου η ελβετική κυβέρνηση έδωσε τέλος στις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις με την ΕΕ, όσον αφορά την ονομαζόμενη θεσμική συμφωνία-πλαίσιο (πηγή: W. Streeck). Η συμφωνία αυτή είχε ως στόχο την ενοποίηση και επέκταση των περίπου 100 διμερών συνθηκών που επί του παρόντος ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών – διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 2014 και ολοκληρώθηκαν τέσσερα χρόνια αργότερα, αλλά τελικά η ελβετική αντιπολίτευση εμπόδισε την επικύρωση τους.

Προφανώς κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα – αφού το πολίτευμα μας της ενισχυμένης αναλογικής επιτρέπει την παροχή στο πρώτο κόμμα επί πλέον 50 εδρών (bonus), οπότε η εκάστοτε κυβέρνηση έχει τη δυνατότητα να ψηφίζει ότι θέλει, αδιαφορώντας εντελώς για την αντιπολίτευση που στην ουσία έχει διακοσμητικό ρόλο. Είναι βέβαια ντροπή να το αποδέχονται οι Πολίτες μίας χώρας, αλλά φαίνεται πως η ντροπή έχει χαθεί από τους Έλληνες – κάτι που διαπιστώνεται ακόμη και από την κακοποίηση του Συντάγματος, χωρίς να αντιδράει κανένας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η ελβετική κυβέρνηση προσπαθούσε να εξασφαλίσει τη συμφωνία της ΕΕ των Βρυξελών σε τέσσερα κυρίως θέματα:

(α) στην Οικονομία, τη δυνατότητα να μπορεί να συνεχίζει να ενισχύει το δημόσιο το μεγάλο και ανθηρό κλάδο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων,

(β) στη Μεταναστευτική πολιτική, στο να μπορεί να περιορίζει την εισροή εργαζομένων από την ΕΕ, αντί να τους δέχεται όλους,

(γ) στα Εργασιακά, τη διαφύλαξη του ύψους των μισθών στην παγκοσμίως επιτυχημένη εξαγωγική της βιομηχανία – μισθοί που παρά το ότι είναι πολύ υψηλοί, δεν επηρεάζουν αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας και

(δ) στη Νομοθεσία, όσον αφορά την αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που απαιτείται από την ΕΕ, σε περίπτωση διαφωνιών σχετικά με την ερμηνεία των κοινών συνθηκών.

Εν προκειμένω, με δεδομένο το ότι δεν είχε σημειωθεί καμία πρόοδος, επικρατούσε η εντύπωση στην Ελβετία πως η συμφωνία-πλαίσιο ήταν στην πραγματικότητα μία συμφωνία κυριαρχίας, παρόμοια με την ένωση της χώρας με την ΕΕ – κάτι που δεν θέλουν σε καμία περίπτωση οι Πολίτες της, οι οποίοι δεν συμφωνούν με τη «θεοποίηση» των Βρυξελών, όπως άλλοι λαοί, ενώ φυσικά πιστεύουν πως η ΕΕ δεν είναι συμβατή ούτε με τη δημοκρατία, ούτε με το οικονομικό τους σύστημα που δεν είναι νεοφιλελεύθερο.

Οι παραλληλισμοί της Ελβετίας με τη Μ. Βρετανία

Συνεχίζοντας, υπάρχουν ενδιαφέροντες παραλληλισμοί της Ελβετίας με τη Μ. Βρετανία και με το BREXIT. Ειδικότερα, και οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει τις δικές τους παραλλαγές της Δημοκρατίας, με κοινό χαρακτηριστικό το ότι, δεσμεύονται βαθιά με τη «λαϊκή κυριαρχία» και με την πλειοψηφία που απαιτεί – κάτι που όμως προϋποθέτει την εθνική κυριαρχία που δεν υπάρχει στην ΕΕ. Το γεγονός αυτό καθιστά δύσκολη την σύναψη εξωτερικών σχέσεων που περιορίζουν τη συλλογική λήψη αποφάσεων εκ μέρους των Πολιτών τους – του Έθνους τους, όπως συμβαίνει στην ΕΕ.

Η Μ. Βρετανία έλυσε εν μέρει το συγκεκριμένο πρόβλημα ως μέλος της ΕΕ, καθιστώντας το κράτος της κέντρο μίας Αυτοκρατορίας, αντί να υποβαθμισθεί στην περιφέρεια της, όπως η Ελλάδα κλπ. δηλαδή, υπερασπίσθηκε την εθνική της κυριαρχία, «απαλλοτριώνοντας» κατά κάποιον τρόπο την εθνική κυριαρχία των άλλων. Αντίθετα η Ελβετία, μη μέλος της ΕΕ, δήλωσε πως θα ήταν για πάντα ουδέτερη και προετοιμασμένη «προς όλες τις κατευθύνσεις του ουρανού» – όπως είχε πει κάποτε για τη Γαλλία ο de Gaulle.

Η βρετανική «λαϊκή κυριαρχία» τώρα ασκείται από ένα Κοινοβούλιο που δεν δεσμεύεται από ένα γραπτό Σύνταγμα – οπότε το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει τα πάντα με απλή πλειοψηφία, χωρίς ποτέ να χρειάζεται ένας υπέρτερος θεσμός. Δεν υπάρχει ούτε ένα συνταγματικό δικαστήριο που θα μπορούσε να παρεμποδίσει το Κοινοβούλιο – ενώ το ίδιο συμβαίνει με το δεύτερο τμήμα, με τη Βουλή των Λόρδων. Ως εκ τούτου, το γεγονός πως ένα Ανώτατο Δικαστήριο, όπως αυτό της ΕΕ, θα μπορούσε να παρακάμψει το βρετανικό Κοινοβούλιο, ήταν ανέκαθεν μη συμβατό με τη βρετανική ιδέα της κυρίαρχης λαϊκής δημοκρατίας – ενώ αποτελούσε μία σημαντική πηγή ανησυχίας για την ΕΕ που τελικά κορυφώθηκε με το BREXIT.

Κατ’ αναλογία το ενδεχόμενο, σύμφωνα με το οποίο ένα ξένο δικαστήριο με αλλοδαπούς δικαστές θα μπορούσε να ακυρώσει την πλειοψηφική απόφαση των Ελβετών Πολιτών, αποδείχθηκε μη συμβατό με την ελβετική άποψη για τη Δημοκρατία – καθιστώντας την είσοδο της Ελβετίας στην ΕΕ αδύνατη, οπότε περιττή την έξοδο της στο μέλλον, όπως αυτή της Μ. Βρετανίας.

Υπάρχουν αλήθεια τέτοιοι προβληματισμοί στην «κοιτίδα της Δημοκρατίας», στην Ελλάδα; Προφανώς όχι, αφού η συντριπτική πλειοψηφία είναι υπέρ της συμμετοχής στην ΕΕ, επίσης στην Ευρωζώνη – έχοντας πρόθυμα θυσιάσει τη Δημοκρατία, στο βωμό της οικονομικής και της τουρκικής της φοβίας. Υπέρ της ΕΕ είναι επίσης η εγχώρια ελληνική Ολιγαρχία, όπως άλλωστε σε πολλά άλλα κράτη – αφού αυτή ωφελείται πολύ περισσότερο.

Περαιτέρω, η Ελβετία είναι φυσικά πολύ μικρότερη από τη Μ. Βρετανία – ενώ το εθνικό της Κοινοβούλιο δεν έχει σχεδόν καμία δικαιοδοσία. Ειδικότερα, ενώ η Μ. Βρετανία είναι ένα εξαιρετικά συγκεντρωτικό κράτος, με μία ασύμμετρη, πλασματική καλύτερα μεταφορά κυβερνητικών εξουσιών σε τρία περιφερειακά δήθεν ομοσπονδιακά κρατίδια, η Ελβετία, με μόλις 8,5 εκ. κατοίκους, είναι μία συνομοσπονδία 26 καντονιών – με αυθεντικά δικαιώματα για αυτοδιοίκηση και με μία ισχυρή κοινή φωνή σε ομοσπονδιακό επίπεδο.

Εκτός αυτού, η ελβετική ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι το ακριβώς αντίθετο της δημοκρατίας του Westminster: από το 1959 και μετά, μία κυβέρνηση των τεσσάρων μεγαλυτέρων κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο, ο επικεφαλής της οποίας αλλάζει κάθε χρόνο – γεγονός, λόγω του οποίου κανένας δεν γνωρίζει το όνομα του, ενώ ο σχετικός όρος εδώ είναι «δημοκρατία συμμόρφωσης» (Concordance democracy).

Η ελβετική δημοκρατία τώρα λειτουργεί με την πρακτική των δημοψηφισμάτων σε όλα τα επίπεδα – σε εθνικό, στα καντόνια και στους δήμους, τα αποτελέσματα των οποίων δεσμεύουν τα σχετικά κοινοβούλια και τις κυβερνήσεις. Εάν προστεθεί εδώ η τοπική πρακτική της άμεσης Δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία σε ορισμένα καντόνια ακόμη και οι δημοτικοί προϋπολογισμοί αποφασίζονται από υπαίθριες συνελεύσεις Πολιτών, όπως στην Αρχαία Αθήνα, θα καταλάβει κανείς τον πραγματικό, δημοφιλή και κατά ορισμένους λαϊκίστικο χαρακτήρα της (τεκμηριωμένα απίστευτα επιτυχημένης) ελβετικής Δημοκρατίας:

Ότι πρόκειται για μία αντί-ιεραρχική (αναρχική) πολιτική κουλτούρα όταν πρόκειται για το «res publica», με μία σχεδόν ριζωμένη εκτίμηση της συλλογικής αυτοδιάθεσης και της συμβολής της στην ευημερία όλων των Πολιτών. Εδώ συμπεριλαμβάνεται η έντονη δυσπιστία απέναντι σε όποιον θα ήθελε να ισχυρισθεί ότι, γνωρίζει καλύτερα τι είναι προς το συμφέρον του ελβετικού λαού, από τη δημοκρατική συλλογική σοφία των ίδιων των Ελβετών.

Οι οπαδοί της ΕΕ και στις δύο χώρες

Συνεχίζοντας, και στις δύο χώρες υπάρχει ένας παράξενος συνασπισμός μεταξύ των εξαγωγικών τομέων της μεταποιητικής βιομηχανίας και της νέας πολιτικής τάξης των φιλελεύθερων αριστερών ή αριστερών φιλελεύθερων – οι οποίοι θέλουν να ενταχθούν ή να παραμείνουν στην ΕΕ. Στη Μ. Βρετανία ένα μέρος του παραδοσιακού συνδικαλιστικού κινήματος προσχώρησε στο συγκεκριμένο συνασπισμό – έχοντας την ελπίδα της προστασίας του, απέναντι σε μία συνταγματικά μη ελεγχόμενη συντηρητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η στάση και η ελπίδα αυτή είναι ακατανόητη, με κριτήριο την κοινωνικοπολιτική επίδοση της ΕΕ – η οποία κάθε άλλο παρά ως υπερασπιστής των συνδικαλιστών μπορεί να θεωρηθεί.

Από την άλλη πλευρά στην Ελβετία, βάσει της ειρηνευτικής συμφωνίας του 1937 στη βιομηχανία μετάλλων, τα συνδικάτα είχαν και εξακολουθούν να έχουν επαρκή ισχύ τόσο πολιτικά, όσο και βιομηχανικά – οπότε είναι σε θέση να αντιταχθούν και να αποφύγουν την ένταξη της χώρας τους στην ΕΕ, αφού πολύ σωστά φοβούνται πως θα ασκήσει πίεση στους μισθούς τους.

Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ πως η ισχύς των συνδικάτων είναι σημαντική για την ευημερία ενός φιλελεύθερου, δημοκρατικού Έθνους, αρκεί φυσικά να ενεργούν ορθολογικά – αφού εξασφαλίζουν την ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων, οπότε τη μη άνοδο των χρεών. Η μη ισορροπημένη αναδιανομή δε των εισοδημάτων που αυξάνει τα χρέη, μεταφέροντας πλούτο από το 99% των ανθρώπων στο 1%, οπότε πολιτική ισχύ, αποτελεί το νούμερο ένα πρόβλημα του νεοφιλελευθερισμού – το οποίο, εάν δεν επιλυθεί, θα μας οδηγήσει σε έναν 3ο παγκόσμιο πόλεμο.

Τα ελβετικά συνδικάτα λοιπόν συμμάχησαν με τις καλά οργανωμένες και πολιτικά ισχυρές μικρές τοπικές επιχειρήσεις, η ευημερία των οποίων προστατεύεται από μία κρατική βιομηχανική πολιτική – όπου, στην ορολογία της ΕΕ, πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες θα ήταν σε μεγάλο βαθμό παράνομες, με βάση το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού. Στην ουσία βέβαια η ΕΕ λειτουργεί υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων και εις βάρος των μικρομεσαίων – κάτι που γνωρίζουν πολύ καλά οι Ελβετοί, οι μικρές επιχειρήσεις και τα συνδικάτα των εργαζομένων, οπότε δεν θέλουν καθόλου την ένταξη τους.

Περεταίρω, στην Ελβετία, όπως και στη Μ. Βρετανία, το «ευρωπαϊκό εγχείρημα» είναι το αγαπημένο παιδί των αριστερών φιλελεύθερων – όπου όμως οι Ελβετοί που τάσσονται υπέρ της ΕΕ ή οι Βρετανοί που είναι υπέρ της παραμονής τους στην ΕΕ, χαρακτηρίζονται από κοινού από μία βαθιά δυσπιστία, όσον αφορά τις δημοκρατικές πλειοψηφίες όλων των ειδών. Για την ελβετική φιλελεύθερη αριστερά, την κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά πιο πολύ, όπως θα τη χαρακτηρίζαμε, η ελβετική Δημοκρατία είναι πολύ αργή, πολύ επαρχιακή και πολύ απρόβλεπτη – ενώ θεωρούν καλύτερα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, τα οποία είναι προστατευμένα από τις ιδιοτροπίες της συμμετοχής των Πολιτών στις αποφάσεις τους, ενώ ευρίσκονται σταθερά στα χέρια μίας κοσμοπολίτικης ελίτ «εμπειρογνωμόνων».

Παραβλέπουν βέβαια πως η ελβετική πολιτική έχει δημιουργήσει μία από τις καλύτερες υποδομές στον πλανήτη, με ένα φημισμένο σύστημα δημοσίων μεταφορών – καθώς επίσης με μερικά από τα κορυφαία Πανεπιστήμια διεθνώς. Εκτός αυτού, παρά την ιδιαιτερότητα ή ίσως λόγω αυτής της ιδιαιτερότητας της δημοκρατίας της, η Ελβετία κατάφερε να αναλάβει τεράστια κατασκευαστικά έργα πανευρωπαϊκής σπουδαιότητας και να τα ολοκληρώσει με επιτυχία, τόσο χρονικά, όσο και από την άποψη της τήρησης του προϋπολογισμού τους – όπως τη σήραγγα Gotthard, το μεγαλύτερο τούνελ στον κόσμο, η οποία αποφασίσθηκε με δημοψήφισμα, ως θέση-κλειδί για τη σιδηροδρομική σύνδεση από το Ρότερνταμ προς τη Γένοβα (γράφημα).

Εν προκειμένω πιο ευρωπαϊκή δεν θα μπορούσε να είναι καμία άλλη χώρα, θα έλεγε κανείς – όλα αυτά δε με διεθνή συνεργασία και χωρίς καμία διεθνή ιεραρχία. Αντίθετα το μέρος του έργου της Γερμανίας που είναι πολύ πιο εύκολο, η σιδηροδρομική γραμμή κατά μήκος του Ρήνου από τα ελβετικά έως τα ολλανδικά σύνορα, όπως επίσης η σύνδεση της Ιταλίας, ευρίσκονται δεκαετίες πίσω. Εάν αυτό δεν τεκμηριώνει τις ανθρώπινες δυνάμεις που απελευθερώνει η πραγματική δημοκρατία, τότε τι άλλο τι άλλο θα το έκανε;

Φαίνεται όμως πως η επιθυμία της νέας τάσης των φιλελεύθερων αριστερών ή των αριστερών φιλελεύθερων της Ελβετίας, η ελβετική αριστερή μπουρζουαζία όπως αποκαλείται (ο ίδιος χαρακτηρισμός ισχύει για πολλά άλλα κράτη), είναι να κυβερνηθεί η χώρα τους από το ελιτίστικο γραφειοκρατικό σύστημα της ΕΕ – αντί από τους συμπατριώτες τους. Το γεγονός αυτό οφείλεται πιθανότατα στο ότι, το δημοκρατικό-ομοσπονδιακό ελβετικό Σύνταγμα διαθέτει πολλές «κόγχες» που επιτρέπουν μία λαϊκίστικη παραδοσιακότητα: ένα είδος ποικιλομορφίας που δεν έχει θέση στην ποικιλομορφία των αριστερών φιλελεύθερων.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια πως η Ελβετία είναι κοινωνικοπολιτικά ένα ιδανικό κράτος – αφού υπάρχουν πολλοί λόγοι για να ντρέπονται οι Ελβετοί. Για παράδειγμα, μόλις το 1971 απέκτησαν οι γυναίκες πλήρη εκλογικά δικαιώματα στη χώρα – ενώ σε ορισμένα καντόνια συνέβη ακόμη πιο αργά. Έχουν επίσης αρκετές ομοιότητες με τους Γερμανούς, αφού ισχύει το ίδιο με αυτά που εκφράσθηκαν στη Γερμανία ως σύνθημα τη δεκαετία του 1990 από το κόμμα των πρασίνων, σύμφωνα με το οποίο τα εξής:

«Αγαπητοί ξένοι, σας παρακαλούμε μη μας αφήσετε μόνους με τους Γερμανούς».

Από την άλλη πλευρά, μπορεί οι Ελβετοί να κατηγορούνται ως «ξενοφοβικοί» από ορισμένους αριστερούς συμπατριώτες τους, πολλοί από τους οποίους έχουν μεταναστεύσει σε πόλεις όπως το Βερολίνο, ισχυριζόμενοι πως το έκαναν για να αποφύγουν τη στενότητα των αντιλήψεων και την ξενοφοβία της ελβετικής κοινωνίας, αλλά τα γεγονότα τους διαψεύδουν – αφού στην Ελβετία των 4,2 εκ. εργαζομένων σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, οι περίπου 1,5 εκ. είναι ξένοι, με 340.000 Γάλλους, Ιταλούς και Γερμανούς να μπαινοβγαίνουν στη χώρα για να εργασθούν, κατοικώντας κοντά στα σύνορα της.

Η αποτυχία της ΕΕ

Περαιτέρω, δεν πρέπει να συγχέει κανείς τον ευρωπαϊσμό με την ΕΕ – αφού πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες. Όλοι θα θέλαμε μία δημοκρατική Ευρώπη ως ομοσπονδία ανεξάρτητων κρατών μεταξύ τους, αλλά μόνο οι πολιτικές και οι οικονομικές ελίτ το «κατασκεύασμα» των Βρυξελών, μαζί με τους φιλελεύθερους αριστερούς ή με τους αριστερούς φιλελεύθερους – κάτι που ισχύει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό για την Ευρωζώνη.

Φαίνεται δε καθαρά πως οι χώρες που ευρίσκονται στον προθάλαμο του ευρώ, όπως είναι η Δανία και η Σουηδία, δεν έχουν πλέον καμία διάθεση να υιοθετήσουν το κοινό νόμισμα – αφού γνωρίζουν πως είναι θνησιγενές, ενώ κλιμακώνει τις συνέπειες μίας κρίσης, μη διαθέτοντας κανένα όπλο αντιμετώπισης της. Εκτός αυτού χρησιμοποιείται ως όπλο εισβολής και κατοχής από κράτη όπως η Γερμανία – στα πλαίσια μίας δεύτερης αποικιοκρατίας που ευρίσκεται σε εξέλιξη.

Στις Βρυξέλες πάντως ο ελβετικός φάκελος αποτελεί μέρος του χαρτοφυλακίου της προέδρου της Κομισιόν, της Γερμανίδας κυρίας Ursula von der Leyen – ενώ τον κληρονόμησε από τον ξεχασμένο πια προκάτοχο της J.C. Juncker. Η αδυναμία δε τόσο του ενός, όσο και της άλλης να πείσουν την Ελβετία να συνθηκολογήσει, αποδυναμώνει τη θέση τους – αφού δημιουργεί ρήγματα στο δόγμα της «όλο και πιο στενής ένωσης μεταξύ των Πολιτών της Ευρώπης», σύμφωνα με το αξίωμα «του ενός μεγέθους που ταιριάζει σε όλους».

Προφανώς το ελβετικό καρφί στο φέρετρο του «ευρωπαϊκού εγχειρήματος» των Βρυξελών είναι μικρό μεν, σε σύγκριση με τη στάση των «βρώμικων παιδιών» όπως της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας, πολύ σύντομα της Σερβίας, αλλά αρκετά σημαντικό – ενώ υπό την πίεση των σκληροπυρηνικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενδεχομένως επίσης από τις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας, η Κομισιόν απειλεί την Ελβετία με αντίποινα.

Ειδικότερα, πολλές από τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ της ΕΕ και της Ελβετίας θα λήξουν τα επόμενα χρόνια και θα πρέπει να ανανεωθούν – ενώ κάποιες άλλες οφείλουν να ενημερωθούν. Στα πλαίσια αυτά, η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία στέλνει μηνύματα στην Ελβετία, σύμφωνα με τα οποία τα παραπάνω θα είναι δύσκολα και μερικές φορές αδύνατα, χωρίς την υπογραφή της συμφωνίας πλαίσιο – οπότε θα κοστίσουν πολύ ακριβά στη χώρα.

Πρόκειται προφανώς για τους συνήθεις εκβιασμούς που εμείς οι Έλληνες έχουμε βιώσει με έναν απίστευτα οδυνηρό τρόπο – με τα μνημόνια που κατέστρεψαν την πατρίδα μας, με το PSI που την υποθήκευσε για τα επόμενα 99 χρόνια καθιστώντας την αέναη αποικία χρέους και σήμερα με τον πτωχευτικό νόμο έκτρωμα, με τον οποίο θα ολοκληρωθεί η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Ελλάδας.

Συνεχίζοντας, οι φανατικοί υπέρμαχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης χρησιμοποιούν λιγότερο διπλωματικούς τρόπους – έχοντας απογοητευθεί από την άρνηση της Ελβετίας να υποκύψει στην αυτοκρατορική ενοποίηση της «Ευρώπης», υπό τη γερμανική και δευτερευόντως γαλλική ηγεμονία. Αναρωτιούνται λοιπόν σκόπιμα δημοσίως, εάν οι Ελβετοί είναι κακοί ή τρελοί, ηθικά διεφθαρμένοι ή διανοητικά ανεπαρκείς – κακοί με την έννοια της εγωιστικής, εθνικιστικής εμμονής τους να διατηρήσουν τον πλούτο τους για τον εαυτό τους, αντί να τον μοιραστούν με τους «άπορους Ευρωπαίους της ΕΕ», όπως δήθεν κάνουν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί, στηρίζοντας φτωχές χώρες σαν την Ελλάδα ή την Ουγγαρία. Εν τούτοις, μία προσφορά της τελευταίας στιγμής εκ μέρους της ελβετικής αντιπροσωπίας, ύψους 1,3 δις € εντός δέκα ετών, ως συμβολή της στον αγώνα εναντίον της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας εντός της ΕΕ, απορρίφθηκε από την ευρωπαϊκή επιτροπή – τεκμηριώνοντας πως τα σχέδια της είναι διαφορετικά.

Τρελοί οι Ελβετοί, πάντοτε κατά την ΕΕ, με την έννοια πως δεν είναι σε θέση να διακρίνουν τα πραγματικά συμφέροντα τους – συμπεριλαμβανομένου του συμφέροντος να διοικείται μία χώρα από την Κομισιόν και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο που έχουν υγιείς αντιλήψεις για την αγορά και για τους Πολίτες! Οι Ελβετοί κατηγορούνται επίσης ως κουτοπόνηροι αγρότες που προσπαθούν να βγάλουν τις σταφίδες από το κέικ – κάτι που δεν πρέπει να επιτρέπεται ποτέ στα παιδιά, αφού οφείλουν να μάθουν πως είναι υποχρεωμένα να τρώγουν ότι βάζουν στο τραπέζι τους οι νόμιμοι κηδεμόνες τους. Εν προκειμένω η Κομισιόν και οι παρατρεχάμενοι θεσμοί της – σαν να πρόκειται για τη Ρώμη, ως κέντρο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Επίλογος  

Ολοκληρώνοντας, έχουμε την άποψη πως οι Ελβετοί, όπως έστω καθυστερημένα οι Βρετανοί, δεν θα συμφωνήσουν ποτέ με την ιστορικά ξεπερασμένη και λανθασμένη κατασκευή του νεοφιλελευθερισμού του τέλους του 20ου αιώνα – της ΕΕ των Βρυξελών που δίκαια θεωρείται ως ένας τεχνοκρατικός Φρανκενστάιν, στην υπηρεσία της βιομηχανικής ελίτ και του χρηματοπιστωτικού τέρατος.

Η μεταβίβαση της εθνικής τους κυριαρχίας στην ΕΕ δεν τους είναι καθόλου επιθυμητή – ενώ γνωρίζουν πολύ καλά τον κίνδυνο να μετατραπούν σε μία άβουλη περιφέρεια της νέας Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας των Γερμανών, με προσχηματικά συμμάχους στην ηγεσία τους Γάλλους.

Είμαστε δε βέβαιοι πως όλα αυτά τα γνωρίζουν πια πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι ήδη μέλη της ΕΕ – οπότε η στάση τόσο της Μ. Βρετανίας, όσο και της Ελβετίας, θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά σε σχέση την εμβάθυνση της συμμετοχής τους ή με το αίτημα συμμετοχής στο σαθρό οικοδόμημα των Βρυξελών.

Κράτη βέβαια όπως η Ελλάδα που έχουν συμβιβασθεί εντελώς, αποδεχόμενα τη μετατροπή τους σε εξαθλιωμένες γερμανικές αποικίες χρέους, ενώ εξαρτώνται απόλυτα από δανεικά χρήματα, θα αντιμετωπισθούν προσωρινά με μεγαλύτερη γενναιοδωρία – αφού το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δεν αντέχει προς στιγμήν άλλα ρήγματα. Ειδικά η Ελλάδα, η οποία έχει πάρει τη θέση της Τουρκίας ως ανάχωμα απέναντι στις έντονες μεταναστευτικές προκλήσεις από την Ασία και την Αφρική – ενώ κλιμακώνονται οι «εχθροπραξίες» με την Κίνα και με τη Ρωσία. Είναι καλά όμως να μην υποτιμήσουμε καθόλου τη λέξη «προσωρινά» – θα ήταν ένα ακόμη μεγάλο λάθος μας.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!