Αποταμιεύσεις και Επενδύσεις – Σελίδα 2 – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Αποταμιεύσεις και Επενδύσεις

.

Η μεγάλη εικόνα

Ειδικότερα, εάν εξετάζει κανείς μία ολόκληρη οικονομία, τότε εξαφανίζεται η δημιουργία καθαρών χρηματικών περιουσιακών στοιχείων – επειδή οι συναλλαγές, οι οποίες αλλάζουν τα καθαρά χρηματικά περιουσιακά στοιχεία, χαρακτηρίζονται ως δαπάνες και έσοδα. Τέτοιες είναι οι μισθοί, οι τόκοι και τα μερίσματα, οι φόροι, οι αγορές και οι πωλήσεις προϊόντων κοκ. Όποιος λοιπόν έχει πλεόνασμα εσόδων, εισπράττει δηλαδή περισσότερα από όσα ξοδεύει, αυξάνει τα καθαρά χρηματικά του περιουσιακά στοιχεία και επομένως αποταμιεύει. Αντίθετα, όποιος έχει έλλειμμα εσόδων, ξοδεύει δηλαδή περισσότερα από όσα εισπράττει, μειώνει τα καθαρά χρηματικά περιουσιακά του στοιχεία – οπότε η αποταμίευση του είναι αρνητική.

Περαιτέρω, τα έσοδα του ενός είναι πάντοτε οι δαπάνες του άλλου – για παράδειγμα, οι μισθοί των εργαζομένων είναι δαπάνες των επιχειρήσεων, οι αγορές των πελατών είναι οι πωλήσεις των εμπόρων ή των παραγωγών και τα έσοδα από τόκους των δανειστών είναι οι δαπάνες των οφειλετών. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως όταν κάποιος έχει ένα πλεόνασμα εσόδων, τότε όλοι οι άλλοι θα πρέπει να έχουν ένα έλλειμμα δαπανών στο ίδιο ύψος. Ως εκ τούτου, μπορεί τότε μόνο κάποιος να αποταμιεύει, να αυξάνει δηλαδή τα καθαρά χρηματικά του περιουσιακά στοιχεία, όταν όλοι οι άλλοι τα μειώνουν στο ίδιο ποσόν.

Για παράδειγμα σε επίπεδο κρατών, η Γερμανία ως μία οικονομική μονάδα έχει ένα τεράστιο ετήσιο πλεόνασμα εσόδων (γράφημα) – το οποίο ονομάζεται πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Επομένως, οι υπόλοιποι εμπορικοί της εταίροι έχουν υποχρεωτικά έναν αντίστοιχο έλλειμμα εσόδων ή πλεόνασμα δαπανών – άρα έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους. Αυτό σημαίνει ότι, όσο καλύτερα πηγαίνει η Γερμανία, τόσο χειρότερα κάποιες άλλες χώρες-οπότε είναι δύσκολο να χαίρεται κανείς με την πρόοδο της.

Συνεχίζοντας, εάν προσθέσει κανείς τα πλεονάσματα όλων των χωρών (Π) με τα ελλείμματα των υπολοίπων (Ε), το σύνολο θα είναι πάντοτε μηδέν (Π+Ε=0). Εκτός αυτού, ο πλανήτης ως σύνολο ή η εκάστοτε επί μέρους χώρα ως προς τον εαυτό της, δεν μπορεί ποτέ να αποταμιεύσει με τη μορφή των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων – αλλά μόνο με τη μορφή των παγίων περιουσιακών στοιχείων που σημαίνει ότι, η εξίσωση Α=Ε  είναι σωστή.

Για να διευκρινισθεί τώρα ακόμη καλύτερα τι σημαίνει η εξίσωση Α=Ε είναι σωστό να αναφέρει κανείς τι δεν σημαίνει. Ειδικότερα, δεν σημαίνει πως οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών επενδύονται από τις επιχειρήσεις, όπως συχνά αναφέρουν οι οπαδοί της νεοκλασικής θεωρίας. Δεν σημαίνει ούτε το αντίθετο – το ότι δηλαδή όσα επενδύουν οι επιχειρήσεις οδηγούν με κάποιο τρόπο στην αύξηση των αποταμιεύσεων, κατά τις απόψεις ορισμένων που ακολουθούν τον Keynes.

Για παράδειγμα, εάν μία οικονομία αποτελούταν από μόνο δύο οικονομικούς συντελεστές, από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, οι δαπάνες των νοικοκυριών θα ήταν απαραίτητες για τα έσοδα των επιχειρήσεων – και το αντίθετο. Υποθετικά τώρα, τον πρώτο μήνα αποφασίζουν οι επιχειρήσεις να επενδύσουν σε νέα μηχανήματα – ενώ διαθέτουν αρκετά χρήματα για να προσλάβουν νέους εργαζόμενους, οι οποίοι θα χειριστούν αυτά τα μηχανήματα για να παράγουν καταναλωτικά αγαθά.

Αφού λοιπόν οι μηχανές λειτουργήσουν και παραχθούν τα προϊόντα, οι επιχειρήσεις πληρώνουν τους εργαζομένους τους (οι δαπάνες των επιχειρήσεων είναι τα έσοδα των νοικοκυριών). Αμέσως μετά τα νοικοκυριά μπορούν να σκεφθούν τι θα κάνουν με το μισθό τους έως τα τέλη του μήνα, όπου μπορούν να συμβούν τα εξής:

(α) Δαπανούν λιγότερα από όσα εισπράττουν, οπότε οι επιχειρήσεις εισπράττουν λιγότερα από όσα έχουν δαπανήσει – γεγονός που σημαίνει ότι, οι τζίροι των επιχειρήσεων είναι χαμηλότεροι από τους μισθούς που έχουν πληρώσει. Στην περίπτωση αυτή, οι καθαρές χρηματικές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών είναι θετικές – ενώ των επιχειρήσεων κατά το ίδιο ποσόν αρνητικές.

(β)  Δαπανούν το ίδιο ακριβώς ποσόν που έχουν εισπράξει, τους μισθούς τους δηλαδή – οπότε οι τζίροι των επιχειρήσεων είναι ίσοι με τους μισθούς που έχουν πληρώσει. Εν προκειμένω, οι καθαρές χρηματικές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων δεν αλλάζουν καθόλου.

(γ)  Δαπανούν περισσότερα από όσα έχουν εισπράξει – με αποτέλεσμα να μειώνονται οι καθαρές χρηματικές αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και να αυξάνονται αντίστοιχα των επιχειρήσεων. Πόση είναι κάθε φορά και στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις η συνολική αποταμίευση της οικονομίας στο συγκεκριμένο μήνα;

Η απάντηση είναι εύκολη: κάθε φορά είναι τόσο υψηλή, όσο οι καθαρές επενδύσεις των επιχειρήσεων. Είτε τα νοικοκυριά αυξήσουν, διατηρήσουν σταθερό ή μειώσουν τα καθαρά χρηματικά τους περιουσιακά στοιχεία, πάντοτε οι αλλαγές στις επιχειρήσεις, όσον αφορά τα δικά τους καθαρά χρηματικά περιουσιακά στοιχεία, είναι αντίστοιχες – απλά με το αντίθετο πρόσημο. Συνολικά στην οικονομία λοιπόν, όλες οι αλλαγές των καθαρών χρηματικών περιουσιακών στοιχείων έχουν μηδενικό αποτέλεσμα προστιθέμενες μεταξύ τους – ενώ παραμένουν οι μηχανές (επομένως Α=Ε).

Ως εκ τούτου, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών δεν οδηγούν σε υψηλότερες επενδύσεις τις επιχειρήσεις, όπως ισχυρίζονται οι νεοκλασικοί – αφού οι επενδύσεις αποφασίζονται μόνο από τις επιχειρήσεις. Οι επενδύσεις των επιχειρήσεων δεν οδηγούν ούτε στην αύξηση των αποταμιεύσεων, όπως πιστεύουν ορισμένοι οπαδοί του Keynes – ενώ δεν υπάρχει καμία υποχρεωτική λογιστική σύνδεση μεταξύ του ύψους των αποταμιεύσεων των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Επομένως είναι αδιάφορο το ποιός επενδύει, αφού εάν το έκαναν τα νοικοκυριά, χτίζοντας για παράδειγμα σπίτια που ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία, τότε θα αυξανόταν οι επενδύσεις, το Ε, οπότε αντίστοιχα οι αποταμιεύσεις, το Α – ανεξάρτητα από τις αλλαγές των καθαρών χρηματικών περιουσιακών στοιχείων κατά την ίδια χρονική περίοδο.

Επίλογος

Με βάση τα παραπάνω, οι επενδύσεις στην Ελλάδα, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη η ανάπτυξη, δεν εξαρτώνται σε καμία περίπτωση από τις αποταμιεύσεις – οπότε δεν παίζει κανένα ρόλο η διαφυγή καταθέσεων άνω των100 δις € στο εξωτερικό για τις επενδύσεις, αλλά μόνο για τις τράπεζες. Οι τελευταίες με τη σειρά τους δεν δανείζουν την οικονομία όχι επειδή δεν διαθέτουν χρήματα (αφού τα δημιουργούν από το πουθενά μέσω των δανείων, έναντι εγγυήσεων μόλις 1 € στην κεντρική ανά 100 € δανείου), αλλά λόγω του ότι δεν υπάρχουν πια αξιόχρεοι οφειλέτες μετά από δέκα χρόνια βαθιάς ύφεσης – ενώ οι καταθέσεις έχουν σχέση μόνο με τη δική τους οικονομική υγεία (ανάλυση).

Επομένως, είτε αποταμιεύουν τα νοικοκυριά (το ποσοστό αποταμίευσης στην Ελλάδα είναι της τάξης του 10% του ΑΕΠ), είτε όχι, οι επιχειρήσεις δεν πρόκειται να επενδύσουν όσο η ζήτηση είναι χαμηλή, ενώ δεν υπάρχουν προοπτικές για το μέλλον – με μοναδική εξαίρεση τις εξαγωγές, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται ο τουρισμός, όπου εκμεταλλεύονται τη ζήτηση των άλλων χωρών.

Όταν λοιπόν αυξάνονται στη χώρα μας οι φόροι και μειώνονται τα εισοδήματα, σύμφωνα με την πολιτική των μνημονίων, δεν πρόκειται να επενδύσουν ούτε οι Έλληνες, ούτε οι ξένοι – με εξαίρεση τον τουρισμό και τις εξαγωγές εκείνων των προϊόντων που είναι ανταγωνιστικά διεθνώς, καθώς επίσης τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις (όπως η εξαγορά των κρατικών επιχειρήσεων σε εξευτελιστικές τιμές, των σπιτιών των Ελλήνων σε τιμές εκποίησης κοκ.).

Όταν δε την ίδια στιγμή το δημόσιο είναι υπερχρεωμένο, αδυνατώντας να επενδύσει για να δημιουργήσει ζήτηση, ο καθοδικός σπειροειδής κύκλος του διαβόλου δεν σταματάει – γεγονός που σημαίνει ότι, η ελληνική τραγωδία θα συνεχίζεται στο διηνεκές, εκτός εάν σταματήσει να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη πολιτική και αποφασισθεί η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο του 2018


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!