Ο Covid, ο Hayek και ο δρόμος προς τη δουλεία – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Ο Covid, ο Hayek και ο δρόμος προς τη δουλεία

.

Αυτά που προσφέρει το κράτος απαιτούν απαραίτητα τη θυσία της ατομικής ευθύνης – ενώ όσο περισσότερο αυξάνεται η ασφάλεια, τόσο πιο πολύ μειώνεται η ελευθερία. Στην περίπτωση δε του Covid 19, εκείνες οι ζωές που θα μπορούσαν να σωθούν χωρίς τα αυταρχικά κλειδώματα που μειώνουν την ατομική ευθύνη, θα πληρωθούν με άλλες ζωές που θα χαθούν – δυστυχώς ακριβότερα, δηλαδή με πολύ περισσότερες. Η αιτία είναι το ότι, τοποθετώντας μέσω του κεντρικού κυβερνητικού σχεδιασμού τον Covid 19 σε προτεραιότητα, έναντι άλλων ασθενειών, όπως των καρδιακών προσβολών, των εγκεφαλικών επεισοδίων κοκ. που διαγιγνώσκονται και αντιμετωπίζονται πολύ αργά, ή φτωχοποιώντας μεγάλες μερίδες του πληθυσμού και επιβαρύνοντας παράλληλα το δημόσιο με θηριώδεις δαπάνες, οι «ζημίες» που θα προκύψουν θα είναι πολύ μεγαλύτερες από την ωφέλεια – τόσο όσον αφορά τους θανάτους και τις ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές, όσο και όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας μας και των δημοκρατικών μας θεσμών. Σε κάθε περίπτωση, μόνο φιλελεύθερη δεν είναι η σημερινή κυβέρνηση – εκτός από υποχείριο της Γερμανίας που στην ουσία κυβερνάει την Ελλάδα, ως μία εξαθλιωμένη αποικία χρέους της. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός της δε έγκειται μόνο στο ότι, ξεπουλάει τα πάντα σε εξευτελιστικές τιμές – ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις που πρέπει απαραίτητα να ανήκουν στο κράτος. 

Ανάλυση

Η κεντρική ιδέα του «Δρόμου προς τη δουλεία» του Hayek, ενός βιβλίου που δημοσιεύθηκε την εποχή που μεσουρανούσε η οικονομική πολιτική του Keynes (η οποία διαστρεβλώθηκε, αφού συνιστούσε μεν την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία σε περιόδους βαθιάς ύφεσης, αλλά την απομάκρυνση του αμέσως μετά), ήταν πως η αναπόφευκτη πορεία της κοινωνίας ήταν η υποδούλωση της στην τυραννία του κράτους – ως αποτέλεσμα της οικονομικής δύναμης που συσσωρεύει.

Στηρίχθηκε δε στη μελέτη των φαινομενικά ανόμοιων πολιτικών συστημάτων που κυριάρχησαν στην Ευρώπη, πριν από το 2ο παγκόσμιο πόλεμο – στον κομμουνισμό, στο φασισμό και στο σοσιαλισμό δηλαδή, συμπεραίνοντας πως το καθένα είχε την ίδια, μία κοινή καλύτερα, τελική κατάληξη: τη δημιουργία ενός ολοκληρωτικού κράτους.

Με απλά λόγια, πίστευε πως ο κεντρικός σχεδιασμός οδηγεί πάντοτε στον αυταρχισμό – με την έννοια πως, παρά τους αντίθετους κοινωνικούς και οικονομικούς τους στόχους, προϋπέθεταν και τα τρία συστήματα την κεντρική ενοποίηση της εξουσίας, καθώς επίσης τον κεντρικό σχεδιασμό μίας οικονομίας, για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Στα πλαίσια αυτά, θεωρούσε πως οι διαφορετικές μεταξύ τους πολιτικές ιδέες τους, ήταν σε μεγάλο βαθμό άσχετες με τον τελικό τους προορισμό – ενώ αδιαφορούσε για τις αριστερές ή δεξιές  αναφορές τους, πιστεύοντας πως το σημαντικότερο είναι εάν το κράτος χρησιμοποιεί την εξουσία του για να προωθήσει την ατομική ελευθερία ή για να την περιορίσει. Εν προκειμένω, διαπίστωσε πως οι κυβερνήσεις τόσο της ναζιστικής Γερμανίας, όσο και της φασιστικής Ιταλίας ή της κομμουνιστικής Ρωσίας, εντασσόταν στην τελευταία κατηγορίααφού και οι τρεις θυσίαζαν την ατομική ελευθερία προς όφελος του κράτους που στήριζαν, για να επιτύχει τους δικούς του σκοπούς.

Με το συγκεκριμένο τρόπο λοιπόν, οι Πολίτες τους υπέφεραν παρόμοια – οπότε, κατά τον ίδιο, η καταστολή, η φτώχεια και ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα, η συνέπεια καλύτερα μίας κυβέρνησης, η οποία έχει αναλάβει τις ευθύνες που είχαν προηγουμένως οι Πολίτες. Σε κάθε περίπτωση, θεωρούσε πως οι διαφορετικές πολιτικές «ετικέτες» είναι απλά διαφορετικές θέσεις κατά μήκος του δρόμου προς τη δουλεία – αφού όλες τοποθετούσαν τον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό επάνω από την ατομική ελευθερία.

Προειδοποιούσε δε όσους πίστευαν πως μία κυβέρνηση μπορεί να συσσωρεύσει τεράστιες εξουσίες για καθαρά ευεργετικούς σκοπούς, για το κοινό καλό, ότι κάνουν λάθος – ενώ ο δικός του δρόμος είναι αυτός που οι Πολίτες δικαιούνται εμπορική ελευθερία, ιδιωτική ιδιοκτησία και ένα Κράτος Δικαίου. Όσον αφορά τη μετάβαση προς το ολοκληρωτικό, αυταρχικό κράτος, είχε τονίσει πως δεν γίνεται απότομα, αλλά σταδιακά – συχνά σε χρονικές περιόδους ή σε χώρες που κανένας δεν πίστευε πως είναι δυνατή. Όπως στις Η.Π.Α. σήμερα, όπου στην ουσία οι ισχυρές πολυεθνικές προσπαθούν να καταλάβουν άμεσα την κρατική εξουσία, μέσω της Μεγάλης Επαναφοράς (ανάλυση) – εκμεταλλευόμενες την 4η βιομηχανική επανάσταση (άρθρο).

Περαιτέρω, για τον Hayek η οικονομική ελευθερία δεν διαχωρίζεται από την ατομική ελευθερία – ακριβώς όπως τονίζουμε για την Ελλάδα, λέγοντας πως χωρίς την ανάκτηση της οικονομικής μας κυριαρχίας, δεν υπάρχει εθνική κυριαρχία. Ως εκ τούτου, όταν η οικονομική ελευθερία ενός ατόμου παραδίδεται στο κράτος, αποτελεί ένα βασικό βήμα προς την ολοκληρωτική διακυβέρνηση. Απλούστερα, η οικονομική ελευθερία είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ατομικής ελευθερίας – ενώ η ατομική ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει για αρκετό καιρό, χωρίς την οικονομική ελευθερία.

Διαπίστωσε τώρα πως η μετάβαση της εξουσίας από τα άτομα στο κράτος, είναι σχεδόν πάντοτε εθελοντική – τουλάχιστον αρχικά. Υπάρχουν βέβαια στρατιωτικά πραξικοπήματα και πολιτικές δολοφονίες, αλλά συμβαίνουν σε γενικές γραμμές αργά, κατά μήκος του δρόμου, αφού η κρατική εξουσία έχει ήδη συσσωρεύσει σημαντικές δυνάμεις – οπότε είναι περισσότερο συμπτώματα και λιγότερο αιτίες. Η βασικότερη αιτία δε, είναι η σταθερή και ύπουλη θυσία της οικονομικής ελευθερίας εκ μέρους των Πολιτών – με αντάλλαγμα την ασφάλεια τους.

Στην ουσία, τα άτομα αναμένουν από την κυβέρνηση τους να διαδραματίσει έναν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην οικονομική λειτουργία της χώρας τους – οπότε στη ζωή τους. Την ίδια στιγμή, αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία και την επιθυμούν, είναι ευτυχείς να το αποδεχθούν – ενώ η μεταφορά της εξουσίας είναι πολύ αργή για να σημάνει συναγερμό στους Πολίτες. Δεν συμβαίνει όμως ποτέ χωρίς κόστος – επιτρέποντας στο κράτος να αποκτήσει σταδιακά τα μέσα που του εξασφαλίζουν μία τεράστια κοινωνική και οικονομική επιρροή.

Τέλος, η φύση της κοινωνίας είναι τέτοια που τελικά εξαρτάται ψυχολογικά από το κράτος – αφού με κάθε νέο πρόβλημα που εμφανίζεται, οι Πολίτες στρέφονται στους «κεντρικούς σχεδιαστές» τους, περιμένοντας τη λύση. Εν προκειμένω, η σκοπιμότητα υπερισχύει της προσωπικής ευθύνης – ενώ οι Πολίτες καλούνται όλο και περισσότερο να υπηρετούν τα όργανα του κράτους, συχνά για να επιτύχουν κάποιον αόριστο στόχο μίας συλλογικής ευημερίας, αντί να υπηρετούνται από το κράτος. Το γεγονός αυτό φαίνεται σήμερα, με την επίκληση της πανδημίας – όπου ζητείται από τους Πολίτες να προστατεύσουν το σύστημα υγείας που προηγουμένως διέλυσαν οι κυβερνήσεις σε πάρα πολλά κράτη.

Ο δρόμος προς τη δουλεία

Συνεχίζοντας, το μονοπάτι προς μία καταπιεστική κοινωνία αρχίζει γενικά με την υιοθέτηση προστατευτικών μέτρων που εφαρμόζονται με καλές προθέσεις – όπως συμβαίνει με τον Covid 19. Το πλέον σύνηθες πρώτο βήμα είναι μία έκτακτη εθνική ανάγκη – όπως ένας πόλεμος, μία βαθιά οικονομική ύφεση, ένα πολιτικό αδιέξοδο ή μία πανδημία. Τότε, οι Πολίτες είναι πρόθυμοι να αποδεχθούν πως είναι απαραίτητη η προσωρινή στέρηση των ατομικών τους ελευθεριών – για να ξεπεραστεί η εθνική κρίση.

Όλοι υποθέτουν βέβαια πως οι χαμένες ατομικές τους ελευθερίες θα ανακτηθούν σύντομα, όταν περάσει η έκτακτη κατάσταση – κάτι που όμως σπάνια συμβαίνει, αφού η εξουσία παραμένει συγκεντρωμένη στην κυβέρνηση, ακόμη και μετά την αρχική κρίση. Η συχνότερη δικαιολογία, το επιχείρημα δηλαδή, είναι το εξής: «ότι είναι καλό στην εποχή του πολέμου, είναι καλό και στην ειρήνη». Στην ουσία φυσικά, αυτοί που έχουν συγκεντρώσει την εξουσία δεν έχουν καμία διάθεση να την παραδώσουν – με αποτέλεσμα η σφαίρα επιρροής του ατόμου να μειώνεται συνεχώς, όταν η κολεκτιβιστική σφαίρα της κυβέρνησης διευρύνεται, στηριζόμενη σε ένα πιο ολοκληρωμένο πολιτικό και ηθικό αφήγημα.

Στο παράδειγμα του Covid στην Ελλάδα, αντί να οικοδομηθεί μία πολιτική συναίνεση κατά τη διάρκεια του, συγκεντρώνονται όλο και πιο πολλές εκτελεστικές αρμοδιότητες εκτός του κοινοβουλευτικού ελέγχου – ενώ οι πολιτικές που εφαρμόζονται δεν έχουν σαφή στόχο, ούτε σαφή στρατηγική εξόδου. Προφανώς η «σωτηρία ζωών» είναι αόριστη, όταν καταστρέφεται η χώρα από όλες τις πλευρές, μαζί με την Υγεία μας (ανάλυση) – αφού μόνο το 2020 ο πληθυσμός μας μειώθηκε κατά 40.000 άτομα και οι θάνατοι αυξήθηκαν περισσότερο από αυτούς που πέθαναν από Covid.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, πέθαναν 135.000 Έλληνες το 2020 από 120.000 κατά μέσον όρο τα προηγούμενα χρόνια, όταν οι θάνατοι από Covid ήταν 5.000 – οπότε, παρά τα μέτρα και παρά τον Covid, οι θάνατοι ήταν τελικά 10.000 περισσότεροι! Την ίδια στιγμή, το πεδίο των ελέγχων έχει επεκταθεί πέρα από τα μέτρα που θα μπορούσαν να είναι αποδεκτά για τη δημόσια υγεία, με παράλογες «συνταγές» για το πώς πρέπει να ζούμε και να συμπεριφερόμαστε – όπως η απαγόρευση της κυκλοφορίας το βράδυ, ποιες επιχειρήσεις είναι σημαντικές για να επιβιώσουμε, με ποιον επιτρέπεται να συναντηθούμε, για ποιες αιτίες μπορούμε να διαμαρτυρηθούμε νόμιμα κοκ.

Οι κυβερνήσεις λοιπόν, ως κεντρικοί σχεδιαστές μίας σοβιετικού τύπου χώρας, συσσωρεύουν τεράστια δύναμη και επιβάλουν οδυνηρά λεπτομερείς περιορισμούς, υποκαθιστώντας ακόμη και την κοινή λογική – όπως το ότι ο ιός δεν μεταδίδεται στα Σούπερ Μάρκετ ή στα μέσα μαζικής συγκοινωνίας (όπου υπάρχουν μελέτες κατά τον πρωθυπουργό που όμως δεν προσκόμισε ποτέ), αλλά στα μικρά καταστήματα ή στις εκκλησίες!

Τα μέτρα όμως αυτά που εφαρμόζονται στο όνομα μίας έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία, δεν είναι μέτρα δημόσιας υγείας (βίντεο) – αντίθετα, αποτελούν μία συνολική κοινωνική και οικονομική συνταγή για το πώς πρέπει να ζούμε και να εργαζόμαστε, εξουσιοδοτημένοι από την εκτελεστική εξουσία. Η εξουσία δε αυτή χρησιμοποιεί εξωκοινοβουλευτικά μέτρα και υποστηρίζει ότι, η πολυπλοκότητα και η σοβαρότητα της κατάστασης τα καθιστούν αναγκαία – ενώ όποιος δεν συμμορφώνεται αδιαφορεί για το κοινωνικό σύνολο, οπότε πρέπει να τιμωρείται με υπέρογκα πρόστιμα.

Ο κεντρικός σχεδιασμός

Συνεχίζοντας, ο Hayek έχει την άποψη πως οποιοδήποτε σύστημα κεντρικού σχεδιασμού είναι εκ των πραγμάτων μία κακή απομίμηση της αναρίθμητης πολυπλοκότητας που αποτυπώνεται από την οικονομία της ελεύθερης αγοράς – ενώ οι προσπάθειες των κεντρικών επιτροπών να αναθέσουν σε προϊόντα και υπηρεσίες αξίες που μπορούν να ανατεθούν μόνο στους Πολίτες, δημιουργεί αναποτελεσματικότητα.

Δεν υποστηρίζει βέβαια τα οικονομικά της laissez-faire, όπου αφήνει τα πράγματα να διαμορφωθούν μόνα τους χωρίς καμία παρέμβαση, αλλά πιστεύει πως η εκάστοτε κυβέρνηση έχει καθήκον να παρεμβαίνει – ισορροπώντας τον ανταγωνισμό για όσους ασχολούνται με το εμπόριο ή/και μειώνοντας τα εμπόδια εισόδου στην ελεύθερη αγορά. Επομένως, δεν είναι υπέρ του κεντρικού σχεδιασμού που χρησιμοποιεί τον οικονομικό έλεγχο για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων – θεωρώντας πως το μοναδικό πραγματικά προοδευτικό σύστημα είναι αυτό που θέτει το άτομο πάνω από τον κολεκτιβισμό.

Για τον ίδιο, ο κεντρικός σχεδιασμός ή ο προγραμματισμός δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν με στόχο κάποια κοινωνική παρέμβαση, χωρίς να στρεβλώσουν τις αγορές και να δημιουργήσουν εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο – ανεξάρτητα από το σκοπό. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από τα σαρωτικά μέτρα που υιοθετήθηκαν, με στόχο να μειώσουν τη μετάδοση του Covid – όπου αποδείχθηκε ότι, οι μικρές επιχειρήσεις υποφέρουν τρομερά, ενώ οι μεγάλες, όπως τα Σούπερ Μάρκετ ή οι εταιρικοί γίγαντες σαν την Amazon, τείνουν να μονοπωλήσουν την αγορά.

Το ίδιο συνέβη με την παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών στην ελεύθερη οικονομία, η οποία έχει ήδη καταστροφικά αποτελέσματα – όπως η δημιουργία υπερβολών (φούσκες) στα χρηματιστήρια, η μη ισορροπημένη αναδιανομή των εισοδημάτων (ανάλυση), η μεταφορά πλούτου καλύτερα από τα κάτω προς τα επάνω, η υπερχρέωση κρατών, τραπεζών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών κοκ.

Επίλογος

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ξεκάθαρα από τη σταθερή μεταφορά της εξουσίας των Πολιτών προς την εκάστοτε κυβέρνηση – με αποτέλεσμα να θεωρείται ως μία σοβιετικού τύπου κοινωνία, στην οποία το κράτος συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες και τίποτα δεν συμβαίνει χωρίς την ανάμιξη του. Σύμφωνα όμως με τον Hayek, όσο μεγαλύτερη είναι η σχέση μεταξύ του κράτους και των «υπηκόων» του, τόσο πιο ακριβή για τους τελευταίους – αφού τίποτα δεν παρέχεται δωρεάν.

Ειδικότερα, αυτά που προσφέρει το κράτος απαιτούν απαραίτητα τη θυσία της ατομικής ευθύνης – ενώ όσο περισσότερο αυξάνεται η ασφάλεια, τόσο πιο πολύ μειώνεται η ελευθερία. Στην περίπτωση δε του Covid 19, εκείνες οι ζωές που θα μπορούσαν να σωθούν χωρίς τα αυταρχικά κλειδώματα που μειώνουν την ατομική ευθύνη, θα πληρωθούν με πολλές άλλες ζωές που θα χαθούν – δυστυχώς ακριβότερα, δηλαδή με πολύ περισσότερες, όπως τεκμηριώσαμε ήδη.

Η αιτία είναι το ότι, τοποθετώντας μέσω του κεντρικού κυβερνητικού σχεδιασμού τον Covid 19 σε προτεραιότητα, έναντι άλλων ασθενειών, όπως των καρδιακών προσβολών, των εγκεφαλικών επεισοδίων κοκ. που διαγιγνώσκονται και αντιμετωπίζονται πολύ αργά, ή φτωχοποιώντας μεγάλες μερίδες του πληθυσμού και επιβαρύνοντας παράλληλα το δημόσιο με θηριώδεις δαπάνες, οι «ζημίες» που θα προκύψουν θα είναι πολύ μεγαλύτερες από την ωφέλεια – τόσο όσον αφορά τους θανάτους και τις ασθένειες, σωματικές ή ψυχικές, όσο και όλα τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας μας και των δημοκρατικών μας θεσμών.

Σε κάθε περίπτωση, μόνο φιλελεύθερη δεν είναι η σημερινή κυβέρνηση – εκτός από υποχείριο της Γερμανίας που στην ουσία κυβερνάει την Ελλάδα, ως μία εξαθλιωμένη αποικία χρέους της. Ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός της δε έγκειται μόνο στο ότι, ξεπουλάει τα πάντα σε εξευτελιστικές τιμές – ακόμη και τις κοινωφελείς επιχειρήσεις που πρέπει απαραίτητα να ανήκουν στο κράτος.

(Ακολουθείστε μας στο Twitter πατώντας εδώ για να ενημερώνεστε αμέσως για τις αναλύσεις μας)


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!