Η Σουηδία και ο Covid-19 – The Analyst
ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ & ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η Σουηδία και ο Covid-19

.

Η πρώτη ερώτηση που τίθεται από τους ανθρώπους είναι γιατί η Σουηδία αποφάσισε να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, από αυτόν της αγέλης – ένα μονοπάτι που παρεκκλίνει. Η απάντηση είναι πολύ απλή: επειδή δεν θα μπορούσε ποτέ να ενεργήσει διαφορετικά, λόγω του ότι το σύνταγμα της επιβάλει την ελεύθερη κυκλοφορία των Πολιτών εντός της χώρας τους και την εγκατάλειψη της όταν το επιθυμούν. Υπάρχει βέβαια ένας νόμος για τις μολυσματικές ασθένειες που επιτρέπει την εφαρμογή ορισμένων περιορισμών, αλλά απαγορεύει το γενικό κλείδωμα – ενώ η δύναμη του κράτους να επιβάλει περιορισμούς στην ελευθερία των Πολιτών, είναι πολύ μικρή. Πρόκειται απλούστατα για μία χώρα που σέβεται το σύνταγμα της, σε αντίθεση με την Ελλάδα που ποδοπατήθηκε από τα μνημόνια και για ένα δημοκρατικό καθεστώς – με απόλυτη διαχωρισμό της εκτελεστικής, της νομοθετικής, της δικαστικής και της δημόσιας εξουσίας. Όσον αφορά δε την τελευταία που αποφασίζει για τα υγειονομικά μέτρα, οι σουηδικές δημόσιες υπηρεσίες είναι σε μεγάλο βαθμό ελεύθερες να λειτουργούν και να αποφασίζουν – ενώ η δυνατότητα της κυβέρνησης να παρεμβαίνει στις καθημερινές αποφάσεις των δημοσίων υπαλλήλων είναι πολύ περιορισμένη. Η ανεξαρτησία δε και η αποτελεσματικότητα του δημοσίου, είναι το πλέον βασικό χαρακτηριστικό των επιτυχημένων κρατών – κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζουμε στην Ελλάδα, μετά από όλα όσα έχουμε υποφέρει.

.

Η ανάλυση αποτελείται από δύο σελίδες 

.

Ανάλυση

Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν πως δεν πρέπει να κολυμπάει κανείς ενάντια στο κύμα, επειδή διαφορετικά κινδυνεύει να πνιγεί – ή να ακολουθεί έναν άλλο δρόμο από αυτόν της αγέλης, αφού στην αντίθετη περίπτωση θα ποδοπατηθεί. Μία από αυτές τις περιπτώσεις ήταν η επιβολή των μνημονίων και αργότερα του PSI από την Τρόικα – όπου παρά την αποδεδειγμένη καταστροφή τους με βάση μία απλή παρουσίαση των αριθμών (ανάλυση), οι κυβερνήσεις μας τα αντιμετώπισαν ως νομοτελειακά, ως αναγκαία δηλαδή, αρνούμενες να δουν την πραγματικότητα.

Μία πραγματικότητα που μας λέει πως το ΑΕΠ μας μειώθηκε από περίπου 240 δις € στα 165 δις € στα τέλη του 2020 – όπου τα 75 δις € λιγότερα σημαίνουν ετήσια απώλεια εσόδων μόνο του δημοσίου ύψους 22,5 δις €. Μία πραγματικότητα που μας λέει πως το δημόσιο χρέος μας ως προς το ΑΕΠ υπερέβη το 200% από 127% το 2009, το κόκκινο ιδιωτικό ξεπέρασε το 140% από 15% περίπου και οι μισθοί έχασαν το 50% – χωρίς καν να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.

Μία πραγματικότητα που μας λέει πως οι τιμές των ακινήτων κατέρρευσαν, ότι οι τράπεζες χρεοκόπησαν και διασώζονται συνεχώς έχοντας μας κοστίσει τεράστια ποσά, πως δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν και ότι οι άνθρωποι χάνουν τα σπίτια τους – επειδή είναι λογικό να αδυνατούν να πληρώσουν τις δόσεις τους με τα συρρικνωμένα εισοδήματα τους, ενώ προωθούνται δύο νέα νομοσχέδια που θα τους δώσουν τη χαριστική βολή (πτωχευτικό, επιτάχυνση των δικών) κοκ. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ακολουθήσουμε το δρόμο της αγέλης για να μην ποδοπατηθούμε, υποστηρίζοντας πως τα μνημόνια ήταν προς όφελος της πατρίδας μας;

Ο άλλος δρόμος της Σουηδίας

Μία άλλη περίπτωση είναι αυτή του Covid-19 και των μέτρων που λαμβάνει το σύνολο σχεδόν των κυβερνήσεων της Δύσης – με μοναδική εξαίρεση τη Σουηδία, με αποτέλεσμα να έχει γίνει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα των τελευταίων μηνών και με την παραπληροφόρηση στο ζενίθ. Η πρώτη ερώτηση που τίθεται εδώ από τους ανθρώπους είναι γιατί η Σουηδία αποφάσισε να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο από αυτόν της αγέλης – ένα μονοπάτι που παρεκκλίνει.

Η απάντηση είναι πολύ απλή: επειδή δεν θα μπορούσε ποτέ να ενεργήσει διαφορετικά, λόγω του ότι το σύνταγμα της επιβάλει την ελεύθερη κυκλοφορία των Πολιτών εντός της χώρας τους και την εγκατάλειψη της όταν το επιθυμούν. Υπάρχει βέβαια ένας νόμος για τις μολυσματικές ασθένειες που επιτρέπει την εφαρμογή ορισμένων περιορισμών, αλλά απαγορεύει το γενικό κλείδωμα – ενώ η δύναμη του κράτους να επιβάλει περιορισμούς στην ελευθερία των Πολιτών είναι πολύ μικρή.

Πρόκειται απλούστατα για μία χώρα που σέβεται το σύνταγμα της, σε αντίθεση με την Ελλάδα που καταστρατηγήθηκε από τα μνημόνια και για ένα δημοκρατικό καθεστώς – με απόλυτη διαχωρισμό της εκτελεστικής, της νομοθετικής, της δικαστικής και της δημόσιας εξουσίας. Όσον αφορά δε την τελευταία που αποφασίζει για τα υγειονομικά μέτρα, οι σουηδικές δημόσιες υπηρεσίες είναι σε μεγάλο βαθμό ελεύθερες να λειτουργούν και να αποφασίζουν – ενώ η δυνατότητα της κυβέρνησης να παρεμβαίνει στις καθημερινές αποφάσεις των δημοσίων υπαλλήλων είναι πολύ περιορισμένη. Η ανεξαρτησία δε και η αποτελεσματικότητα του δημοσίου, είναι το πλέον βασικό χαρακτηριστικό των επιτυχημένων κρατών – κάτι που θα έπρεπε να γνωρίζουμε στην Ελλάδα, μετά από όλα όσα έχουμε υποφέρει.

Οι κεντρικές αποφάσεις λοιπόν στη Σουηδία, δεν έχουν ληφθεί από κανέναν υπουργό υγείας ή πρωθυπουργό, ο οποίος ενδεχομένως θα επηρεαζόταν από τους Ευρωπαίους συναδέλφους του υπό την ηγεσία της κ. Merkel – αλλά από τους δημοσίους υπαλλήλους της Σουηδικής Αρχής Δημόσιας Υγείας, με κύριο υπεύθυνο λήψης αποφάσεων τον κ. A. Tegnell, λόγω της θέσης του ως κρατικού επιδημιολόγου. Επομένως, το γεγονός ότι στη χώρα οι σημαντικές αποφάσεις αντιμετώπισης της πανδημίας έχουν ληφθεί από επαγγελματίες επιδημιολόγους και όχι από πολιτικούς, έχει συμβάλει στο να κινηθεί η Σουηδία σε διαφορετική κατεύθυνση – με τη λήψη μέτρων που σε μεγάλο βαθμό καθοδηγούνται από επιστημονικά στοιχεία και όχι από λαϊκισμό.

Προφανώς δηλαδή οι σουηδοί πολιτικοί δεν είναι πιο σοφοί από τους συναδέλφους τους σε άλλες χώρες ή πρόθυμοι να ποδοπατηθούν από την αγέλη. Εν τούτοις, ενώ οι περισσότερες κυβερνήσεις υποχώρησαν, πιθανότατα από τις πιέσεις που τους ασκήθηκαν από τα εγχώρια ή διεθνή ΜΜΕ, από άλλες κυβερνήσεις ή/και από διεθνείς οργανισμούς, η σουηδική δεν μπορούσε, ακόμη και αν το ήθελε – παρά το ότι η πλειοψηφία των ΜΜΕ της χώρας ήταν από την αρχή υπέρ του lockdown και συμφωνούσε περισσότερο με τα ξένα ΜΜΕ, από ότι με το σουηδικό κράτος.

Για παράδειγμα στην αρχή της πανδημίας, στις 13 Μαρτίου, ο εκδότης της μεγαλύτερης ημερήσιας εφημερίδας της Σουηδίας απαίτησε το κλείδωμα της οικονομίας, όπως συνέβη στις άλλες χώρες – ενώ όλες οι εφημερίδες ήταν γεμάτες με τρομακτικές ιστορίες, ανάλογες με αυτές των υπολοίπων δυτικών κρατών, καθώς επίσης με μακάβριες στατιστικές κρουσμάτων και θανάτων.

Σε αντίθεση όμως με τις άλλες χώρες, στις οποίες οι εθνικές κυβερνήσεις συμβάδιζαν με τα ΜΜΕ, σε μεγάλο βαθμό αφού η επιδημία εξυπηρετούσε επί πλέον τα συμφέροντα και των δύο (για παράδειγμα στην Ελλάδα έκρυβε τις αποτυχίες της κυβερνητικής πολιτικής, ενώ αύξανε τις πωλήσεις και τα έσοδα των ΜΜΕ), στη Σουηδία δεν συνέβη κάτι τέτοιο – αφού ο υπεύθυνος δεν είναι πολιτικός, δεν έχει ανάγκη τα ΜΜΕ και δεν φοβήθηκε να ακολουθήσει έναν άλλο δρόμο, για να μην ποδοπατηθεί από την αγέλη.

Συνεχίζοντας, η σουηδική αρχή δημόσιας υγείας δεν ανέφερε ποτέ ότι ο στόχος της στρατηγικής που επέλεξε ήταν να επιτύχει την «ασυλία του κοπαδιού» – αν και από επιδημιολογικής άποψης, όλες οι στρατηγικές εξαρτώνται από την επίτευξη αυτής της ασυλίας, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Ειδικότερα, μία στρατηγική που βασίζεται στον εμβολιασμό, επιδιώκει επίσης την «ασυλία του κοπαδιού» – απλά επιλέγει έναν διαφορετικό τρόπο για να την επιτύχει. Κάποια στιγμή δε στο σχετικά κοντινό μέλλον, κάθε χώρα στον πλανήτη θα έχει αναπτύξει αυτήν την ασυλία – είτε αφήνοντας την ασθένεια να εξαπλωθεί έως ότου φτάσει σε αυτό το σημείο, είτε εμβολιάζοντας αρκετά άτομα, έως ότου επιτευχθεί.

Η εναλλακτική λύση στη συγκεκριμένη στρατηγική είναι η στρατηγική εξάλειψης, την οποία δεν είναι δυνατόν να πιστεύει κανένας σοβαρός επιδημιολόγος – αφού μέχρι σήμερα στην παγκόσμια ιστορία μόνο μία μολυσματική ασθένεια που προσβάλλει τον άνθρωπο έχει εξαλειφθεί με επιτυχία: η ευλογιά, επειδή το πρόγραμμα εξάπλωσης της είχε δύο μεγάλα πλεονεκτήματα.

Πρώτον τα άτομα που προσβάλλονται έχουν πολύ τυπικά συμπτώματα και δεύτερον λόγω του ότι δεν υπάρχει ασυμπτωματική εξάπλωση – γεγονότα που καθιστούσαν πολύ ευκολότερο τον περιορισμό της ευλογιάς από ότι του Covid που εξαπλώνεται ασυμπτωματικά και μοιράζεται συμπτώματα με πολλούς άλλους ιούς του αναπνευστικού. Για παράδειγμα, παρά το ότι γίνονται πολλές προσπάθειες για πάνω από τριάντα χρόνια να εξαλειφθεί η πολιομυελίτιδα, ενώ υπάρχει ένα πολύ αποτελεσματικό εμβόλιο ήδη από τη δεκαετία του 1950, η ασθένεια παραμένει.

Τα μέτρα της Σουηδίας

Όσον αφορά τώρα την εξέλιξη της πανδημίας στη Σουηδία, στις 24 Ιανουαρίου επιβεβαιώθηκε το πρώτο κρούσμα – σε μία γυναίκα που είχε ταξιδέψει πρόσφατα στην Κίνα και εμφάνισε αναπνευστικά συμπτώματα μετά την επιστροφή της. Ο κίνδυνος τότε μίας εξάπλωσης θεωρήθηκε χαμηλός – κάτι που άλλαξε στις αρχές Μαρτίου, όταν έγινε σαφής η ραγδαία εξάπλωση της στη βόρεια Ιταλία, την οποία είχαν επισκεφθεί πολλοί Σουηδοί στα πλαίσια της σχολικής αργίας μίας εβδομάδας που υπάρχει στη χώρα τους.

Στις 6 Μαρτίου, το πρώτο άτομο εισήχθη σε μία σουηδική μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) με Covid – ενώ έως το τέλος του μήνα 298 Σουηδοί οδηγήθηκαν σε ανάλογες ΜΕΘ. Στις 10 Μαρτίου ενημερώθηκαν οι Πολίτες να αποφεύγουν τις επισκέψεις σε γηροκομεία ή σε νοσοκομεία, εκτός εάν ήταν απαραίτητο – ενώ τα άτομα με αναπνευστικά συμπτώματα παροτρύνθηκαν να μείνουν στο σπίτι τους, εάν η εργασία τους περιελάμβανε επαφές με ομάδες κινδύνου. Κανένας καταναγκασμός και καμία ποινή όπως στην Ελλάδα και αλλού – μόνο συστάσεις και παροτρύνσεις.

Στις 11 Μαρτίου απαγορεύθηκαν οι συγκεντρώσεις άνω των 500 ατόμων, στις 14 Μαρτίου έγιναν συστάσεις να μην ταξιδεύουν σε ξένες χώρες, στις 16 Μαρτίου η αρχή δημόσιας υγείας κάλεσε τα άτομα άνω των 70 ετών να αποφεύγουν ή δυνατόν τις περιττές κοινωνικές επαφές, στις 17 Μαρτίου να εργάζονται οι Πολίτες από το σπίτι εφόσον μπορούσαν, ενώ την ίδια ημέρα σταμάτησαν τα σχολεία για παιδιά 16-19 ετών, καθώς επίσης τα πανεπιστήμια – με την υιοθέτηση της εξ αποστάσεως διδασκαλίας.

Στις 19 Μαρτίου απαγορεύθηκε η είσοδος στη Σουηδία για 30 ημέρες και για τις χώρες εκτός του ΕΟΧ (Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος) – ενώ η κυβέρνηση αποφάσισε πως τα άτομα που παίρνουν άδεια ασθενείας δεν θα υφίστανται καμία μείωση των μισθών τους, κατά τη διάρκεια της πανδημίας (κανονικά οι Σουηδοί αμείβονται με το 80% του μισθού τους όταν είναι άρρωστοι). Στις 24 Μαρτίου η αρχή δημόσιας υγείας απαίτησε αποστάσεις 1 μέτρου στα εστιατόρια, στα μπαρ και στις καφετέριες – ενώ στις 25 Μαρτίου η απαγόρευση συγκεντρώσεων μειώθηκε στα 50 άτομα και στις 30 Μαρτίου απαγορεύθηκαν οι επισκέψεις στα γηροκομεία.

Αυτά ήταν όλα τα μέτρα που έλαβε η χώρα μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα – ενώ έμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητα, έως το φθινόπωρο. Δεν συνέβη λοιπόν τίποτα από αυτά που συνέβησαν σε άλλες χώρες – τα πάντα παρέμειναν ανοιχτά, δεν επιβλήθηκε δηλαδή ποτέ lockdown, καμία απαγόρευση κυκλοφορίας ή μετακινήσεων εντός ή εκτός της χώρας, καμία υποχρέωση μάσκας, ενώ τα σχολεία για τα παιδιά έως 16 ετών παρέμειναν ανοιχτά. Υπήρχαν βέβαια συστάσεις προστασίας, αλλά ελάχιστοι περιορισμοί – οπότε οι Σουηδοί ήταν ελεύθεροι να αποφασίσουν.

Όταν τώρα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) σύστησε να φορούν οι άνθρωποι μάσκες δημόσια στις 5 Ιουνίου, η σουηδική αρχή παρέμεινε στην αρχική της σύσταση: στο ότι οι μάσκες χρησιμοποιούνται μόνο σε νοσοκομεία και σε κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων, αφού δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ωφελούν σε επίπεδο πληθυσμού.

Συμπερασματικά λοιπόν, αντί για μία μάταιη προσπάθεια να σταματήσει η πανδημία, η Σουηδία επικεντρώθηκε στη μείωση της διάδοσης της χωρίς να είναι εις βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – επειδή καθ’ όλη τη διάρκεια του Μαρτίου το ποσοστό εισαγωγής στα νοσοκομεία αυξανόταν εκθετικά και κανένας δεν γνώριζε πόσο θα διαρκέσει αυτή η αύξηση. Πρωταρχικός στόχος ήταν να αποφευχθεί το πλημμύρισμα του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης από πάρα πολλούς Πολίτες ταυτόχρονα – ενώ κατασκευάσθηκε ένα νοσοκομείο μέσα σε ένα εκθεσιακό κέντρο προαστίου της Στοκχόλμης με εκατοντάδες κρεβάτια, έτοιμο σε περίπτωση που τα κανονικά νοσοκομεία θα κατακλύζονταν, καθώς επίσης στο Γκέτεμποργκ.

Σε σχέση τώρα με τον αριθμό των ΜΕΘ που κατηγορείται συνεχώς η ελληνική κυβέρνηση, ήταν στην αρχή 500 και διπλασιάσθηκαν σύντομα σε 1.000 – νούμερα ανάλογα με της Ελλάδας που έχει περίπου τον ίδιο πληθυσμό. Το γεγονός αυτό επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό με τη μετατροπή χειρουργικών κλινών σε ΜΕΘ, μαζί με τη μεταφορά του προσωπικού τους – με αποτέλεσμα την αναβολή ή την ακύρωση προγραμματισμένων χειρουργείων.

Συνέχεια στη 2η σελίδα (πατήστε επόμενο)


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!