Το Εθνικό Συμβόλαιο – The Analyst
Κοινοβουλευτικές Εργασίες

Το Εθνικό Συμβόλαιο

.

Από την πλευρά της οικονομίας, εμείς είμαστε φιλελεύθεροι, έχοντας όμως υιοθετήσει τις αρχές της μικτής οικονομίας που δεν έχει καμία σχέση με το νεοφιλελευθερισμό – δηλαδή, κάποιες οικονομικές δραστηριότητες  πρέπει να ανήκουν στο κράτος ή και στο κράτος, ενώ όλες οι υπόλοιπες στον ιδιωτικό τομέα. Η κατάσταση αυτή πρέπει να λειτουργεί σαν ζυγαριά, άλλοτε προς την πλευρά του κράτους και άλλοτε προς την πλευρά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας – έτσι ώστε να υπάρχει πάντα ισορροπία στον οικονομικό τομέα. Όπως η εθνική πολιτική δεν μπορεί να υπακούει σε κομματικές λογικές ή σε ανύπαρκτες εξωτερικές φιλίες αφού σε διεθνές επίπεδο δεν υπάρχουν φιλίες αλλά συμφέροντα, αλλά να έχει γνώμονα την ασφάλεια της χώρας, έτσι και η οικονομική πολιτική στη σύγχρονη εποχή δεν πρέπει να λειτουργεί με τις χθεσινές ιδεολογίες – αλλά με οδηγό την εκάστοτε ενδεδειγμένη λύση που μεγιστοποιεί το όφελος για τη χώρα. Βασικός μας στόχος και όραμα είναι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας μας, έτσι ώστε να μην στηρίζεται μόνο στον τριτογενή τομέα – στο εμπόριο, στις υπηρεσίες και στο φθηνό τουρισμό που υπερβαίνουν το 80% του ΑΕΠ μας.

Κοινοβουλευτική Εργασία 

Η διακυβέρνηση μίας χώρας χρειάζεται όραμα – ενώ κάθε παράταξη μία ιδεολογική πλατφόρμα. Η δική μας είναι η εξής:

Παλαιότερα υπήρχαν ισχυρά εθνικά κράτη με απόλυτη εθνική κυριαρχία. Η πολιτική διαμάχη και οι διάφορες πολιτικές ιδεολογίες, αφορούσαν το εσωτερικό των κρατών. Κυρίως το πολιτικοοικονομικό τους μοντέλο μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς – στη λογική περισσότερο ή λιγότερο κράτος, περισσότερα ή λιγότερα ατομικά δικαιώματα. Στην ουσία, στο παλαιό παραδοσιακό εθνικό κράτος, επικρατούσε η εικόνα του κατωτέρω απλοποιημένου σχήματος.

Στο σχήμα αυτό, παρατηρούμε πως όσο πηγαίνουμε προς το περισσότερο κράτος, τόσο μειώνονται τα ατομικά δικαιώματα. Αντίθετα, όσο πηγαίνουμε προς λιγότερο κράτος, τόσο αυξάνονται τα ατομικά δικαιώματα.

Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν είναι επιθυμητά τα δύο άκρα. Εάν φτάσουμε στο 100% κράτος (αριστερά), τότε έχουμε συντριβή των ατομικών δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση των ατόμων. Το συγκεκριμένο σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού ή κομμουνισμού, της κεντρικά κατευθυνόμενης οικονομίας από το κόμμα/κράτος,  απέτυχε στην πράξη και έχει εγκαταλειφθεί παντού. Εάν τώρα πάμε στην πλήρη εξάλειψη του κράτους, τότε θα έχουμε την επικράτηση του δικαίου των ισχυρών ατόμων, των ελίτ – στα οποία τα πιο αδύναμα άτομα θα είναι δούλοι.

Εμείς πιστεύουμε στο «μέτρον άριστον». Οτιδήποτε ξεφεύγει από αυτό το μέτρο δημιουργεί ανισορροπίες και προβλήματα. Επομένως, με την έννοια αυτή κινούμαστε γύρω από την κεντρική θέση, ανάλογα με τις συγκυρίες.

Τα παλαιά εθνικά κράτη, ήταν κυρίαρχα κράτη. Είχαν το δικό τους νόμισμα και εξέδιδαν το δικό τους χρήμα από τη δική τους κεντρική τράπεζα. Η δε δημοσιονομική πολιτική κινούταν μεταξύ της έκδοσης περισσότερου χρήματος ή της επιβολής υψηλότερης φορολόγησης – ανάλογα με το εάν η κάθε κυβέρνηση στόχευε στην τόνωση της ζήτησης, μέσω της διάθεσης χρήματος με χαμηλά επιτόκια για να καταπολεμηθεί η ύφεση ή, αντίθετα, στη μεγαλύτερη φορολόγηση και στα υψηλότερα επιτόκια για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τα κράτη, ακόμα και εκείνα που εξακολουθούν να έχουν το δικό τους νόμισμα, αναγκάζονται όλο και πιο πολύ να δανείζονται από τις λεγόμενες αγορές – δηλαδή, από τις ιδιωτικές τράπεζες και από τους ιδιώτες επενδυτές. Παράλληλα, οι κεντρικές τράπεζες σε πολλά από αυτά ανήκουν στις εμπορικές τράπεζες και σε ιδιώτες – ενώ όλες είναι ανεξάρτητες.

Οι εμπορικές τράπεζες δεν έχουν φυσικά το χρήμα που δανείζουν – αλλά το δημιουργούν λογιστικά τη στιγμή του δανεισμού, ανάλογα με τη δυνατότητα μόχλευσης που έχει η κάθε τράπεζα. Η φορολόγηση πλέον δεν γίνεται για να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός, αλλά για να βρει το κράτος χρήματα – αφενός μεν για να συντηρηθεί το ίδιο, αφετέρου για να εξυπηρετεί τα χρέη του που δεν αποπληρώνονται ποτέ. Τα πάντα λοιπόν έχουν αλλάξει.

Έχει αναπτυχθεί πλέον ένα διεθνές δίκτυο τραπεζών, απόλυτα συνδεδεμένων μεταξύ τους – έτσι ώστε εάν σπάσει ένας κρίκος, να κινδυνεύει να διαρραγεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που πλέον στηρίζεται στο χρέος. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια, τα υπερδανεισμένα κράτη να είναι δέσμια της διατήρησης της βιωσιμότητας των τραπεζών εις βάρος των λαών.

Έτσι το οικονομικό σύστημα έφυγε πλέον έξω από τα σύνορα των εθνικών κρατών και τη δικαιοδοσία των εθνικών κυβερνήσεων, έχοντας καταστεί πλανητικό – σε αντίθεση με το εθνικό πολιτικό σύστημα που έμεινε δέσμιο εντός των εθνικών συνόρων και δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε στο ελάχιστο το πλανητικό οικονομικό σύστημα.

Το πλανητικό πλέον οικονομικό σύστημα, με κεντρικό άξονα το δίκτυο των τραπεζών, έχει αναπτύξει ένα τεράστιο διαπλεκόμενο σύστημα – αποτελούμενο, πέρα από τις τράπεζες, από τις πολυεθνικές, από τα διάφορα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, από τους Οίκους Αξιολόγησης των εθνικών κρατών, από τα διεθνή οικονομικά όργανα, από τις διεθνείς οικονομικές συνθήκες κλπ.

Εάν τώρα σε αυτό το πλανητικό οικονομικό σύστημα προστεθούν το διαδίκτυο, οι διεθνείς επικοινωνίες, οι διεθνείς συγκοινωνίες και η ανάπτυξη της τεχνολογίας, που φέρνουν ακόμα πιο κοντά τους λαούς, τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό πως έχουμε εισέλθει στην πορεία προς αυτό που λέγεται παγκοσμιοποίηση – όπου οι διεθνείς οικονομικοί ολιγάρχες που κατέχουν και ελέγχουν όλο αυτό το διεθνές σύστημα, είναι οι πραγματικοί κυρίαρχοι του πλανήτη.

Ελέγχουν τα ΜΜΕ μέσω εταιρικών σχέσεων και διαφημίσεων, καθώς επίσης τους μεγάλους οργανισμούς, όπως για παράδειγμα τον ΟΗΕ, την ΕΕ, τον ΠΟΥ, τον ΠΟΕ κλπ. – οι οποίοι ούτως ή άλλως έχουν αντιδημοκρατική δομή μέσω των διορισμένων εκπροσώπων και των ΜΚΟ που επιχορηγούν, καθορίζοντας έτσι την κεντρική πολιτική πίσω από κλειστές πόρτες. Οι εθνικές κυβερνήσεις δε υποχρεώνονται να επικυρώνουν τις αποφάσεις τους – όπως με συμβάσεις για το κλίμα ή για τη μετανάστευση. Όσοι αντιδρούν χαρακτηρίζονται ως λαϊκιστές, άφρονες ή επικίνδυνοι μέσα από το σύστημα επηρεασμού της κοινής γνώμης που ελέγχουν.

Όμως, αυτό το διεθνές οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να συνεχίσει να επιβιώνει, εφόσον δεν εκπληρώνονται ανενόχλητα οι εξής στόχοι του: (α) η ελεύθερη (ανεξέλεγκτη) διακίνηση κεφαλαίων, (β) η ελεύθερη (ανεξέλεγκτη) διακίνηση εμπορευμάτων και (γ) η ελεύθερη (ανεξέλεγκτη) διακίνηση φθηνής εργασίας – των οικονομικών μεταναστών που οι ίδιοι αμείβονται λιγότερο, συμπιέζοντας ταυτόχρονα τους μισθούς και τις παροχές των εγχωρίων εργαζομένων. Έτσι έχουμε το πιο κάτω απλοποιημένο σχήμα:

Στο σχήμα αυτό βλέπουμε ότι, οι στόχοι της παγκοσμιοποίησης είναι η διάτρηση του κελύφους του εθνικού κράτους και η ανεξέλεγκτη διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και μεταναστών.

Αυτοί οι τρεις στόχοι της παγκοσμιοποίησης δυσκολεύονται να υλοποιηθούν μεταξύ των εθνικών κρατών, όσο υπάρχουν ακόμη ελεγχόμενα εθνικά σύνορα, όσο υπάρχουν εθνικές νομοθεσίες που τοποθετούν εμπόδια, καθώς επίσης όσο υπάρχουν ακόμη εθνικές κυβερνήσεις που αισθάνονται ότι διοικούν κυρίαρχα εθνικά κράτη.

Γίνεται επομένως εύκολα αντιληπτό ότι, πίσω από όλα αυτά, η «συγκολλητική ουσία» που διατηρεί (όσο τέλος πάντων τα διατηρεί ακόμα) τα εθνικά κράτη, είναι η έννοια του έθνους – δηλαδή ανθρώπων που έχουν κοινά γνωρίσματα όπως φυλή, γλώσσα, θρησκεία, ιστορία, πολιτισμό, γεωγραφική καταγωγή και εθνική συνείδηση. Όσο λοιπόν υπάρχουν τέτοια δεμένα σύνολα ανθρώπων που ισχυροποιούν τα εθνικά κράτη, τόσο πιο πολύ δυσκολεύονται οι στόχοι της παγκοσμιοποίησης.

Όπως είναι επόμενο, η πολιτική διαμάχη σήμερα δεν έχει να κάνει πλέον (ή δεν έχει να κάνει στην πράξη τόσο πολύ) με την παλαιά διαμάχη Αριστεράς – Δεξιάς, αν και το σχήμα αυτό, διατηρείται στην εσωτερική πολιτική διαμάχη – επειδή έτσι έχουν ενταχθεί οι μάζες στην πολιτική και δεν μπορούν εύκολα να αλλάξουν.

Εν τούτοις, το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα σήμερα είναι το εάν θα κατορθώσουν να επιβληθούν επί των εθνικών κρατών και τελικά επί των εθνικών λαών, οι ελίτ που ελέγχουν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα – ή εάν τα εθνικά κράτη θα αντισταθούν και θα επιδιώξουν να καθορίσουν εκείνα την πορεία των πραγμάτων στον πλανήτη. Επομένως, η πολιτική διαμάχη σήμερα, εντός του εθνικού κράτους, είναι μεταξύ των υποστηρικτών της παγκοσμιοποίησης και εκείνων του εθνικού κράτους.

Όσο έχουμε λοιπόν μια παγκόσμια πραγματικότητα, η οποία έχει εισβάλει στα κράτη μας, στα σπίτια μας, στις ζωές μας, δεν μπορούμε εμείς να την αγνοούμε και να συνεχίζουμε την πολιτική διαμάχη επάνω στο παλαιό εθνικό πλαίσιο «Αριστερά – Δεξιά».

Επειδή όμως τα εθνικά κράτη δεν κάμπτονται εύκολα, για το λόγο αυτό οι διεθνείς ελίτ κινούνται προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός μεν σπρώχνουν στο εσωτερικό του εθνικού κράτους απρόσκλητους επισκέπτες, παράνομα εισελθόντες πρόσφυγες και μετανάστες, αφετέρου διεγείρουν στο εσωτερικό παλαιά αντανακλαστικά και θεωρίες κατά του άλλοτε αστικού κράτους – οι οποίες είχαν αναπτυχθεί κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου, για την άλωση από μέσα των αστικών κοινωνιών.

Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες τώρα της Δύσης δεν μπορούν να λειτουργήσουν, όταν υπάρχουν μειονότητες με αντικρουόμενα δικαιώματα – ενώ στο άμεσο μέλλον ο αυτοματισμός και η τεχνητή νοημοσύνη θα εξαφανίσουν τη μεσαία τάξη. Σε ένα συνονθύλευμα μη προνομιούχων, η παραδοσιακή «πάλη των τάξεων», ως εργαλείο του «διαίρει και βασίλευε», θα μετατραπεί σταδιακά σε πάλη των δικαιωμάτων των διαφόρων ομάδων – ενώ, για να μην καταλήξει σε αναρχία, θα υπάρξει ανάγκη δημιουργίας αυταρχικών και συγκεντρωτικών καθεστώτων. Ακριβώς όπως σε χώρες με πολλές μειονότητες, ακόμη και όταν το βιοτικό τους επίπεδο είναι υψηλό – με παράδειγμα τη Σιγκαπούρη.

Εν προκειμένω το καθεστώς, για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, δεν χρειάζεται μόνο κατασταλτικούς θεσμούς όπως είναι η κυβέρνηση, η αστυνομία και τα δικαστήρια – αλλά, επίσης, ιδεολογικούς θεσμούς, όπως είναι το εκπαιδευτικό σύστημα, η θρησκεία, η οικογένεια και τα ΜΜΕ. Η αιτία είναι το ότι, με την ιδεολογική ηγεμονία επιτυγχάνεται η εκούσια, αυτόβουλη λογοκρισία – αφού όποιος τολμήσει να εναντιωθεί στην κυρίαρχη ιδεολογία, θεωρείται ακραίος ή γραφικός. Μπορεί επίσης να διώκεται νομικά για τις ιδέες του – κάτι που θεωρείται μεν ανήκουστο για φιλελεύθερες δημοκρατίες που σέβονται την ελευθερία του λόγου, αλλά ήδη συμβαίνει.

Οι αναφορές στο Κράτος Δικαίου εκ μέρους της ολιγαρχίας αφορούν το δικό της Κράτος Δικαίου – αυτό δηλαδή που ελέγχει μέσω των διεθνών απρόσωπων επιτροπών ή οργανισμών και των διεθνών δικαστηρίων. Παράλληλα, προβάλουν και επιβάλουν ως υπέρτατη αρχή τον επιστημονισμό των διορισμένων από το σύστημα «ειδικών» – αυτών που ελέγχονται μέσα από το φάσμα του εκπαιδευτικού συστήματος, των πολυεθνικών και των διεθνών επιτροπών που απομένουν στοχευμένα βραβεία, όπως το Νόμπελ.

Δεν πρέπει λοιπόν να μας ξενίζει το γεγονός όταν βλέπουμε να βάλλονται με σφοδρότητα εκ των έσω, κεντρικά στοιχεία του έθνους που συγκροτούν και συγκρατούν ενωμένη την εθνική κοινωνία – η οποία είναι απαραίτητο στοιχείο του εθνικού κράτους. Αυτό είναι αναμενόμενο και γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να το αντιμετωπίσουμε.

Εκτός αυτού, δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι κοινά γνωρίσματα μιας εθνικής κοινωνίας, όπως η ίδια φυλή, η κοινή γλώσσα, η επικρατούσα θρησκεία, η κοινή ιστορία, ο κοινός πολιτισμός, η οικογένεια, η γεωγραφική επικράτεια, τα εθνικά σύνορα, η εθνική συνείδηση κλπ., βάλλονται από επαγγελματίες «δικαιωματιστές» – οι οποίοι μάχονται για να υπερασπιστούν κάθε ατομική ή μειονοτική  διαφοροποίηση από τα ανωτέρω στοιχεία, στο όνομα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, με δήθεν ανοχή στη διαφορετικότητα, με στόχο την ατόνηση των στοιχείων αυτών και τελικά τη διάλυση της εθνικής κοινωνίας, με φυσική κατάληξη τη διάλυση του εθνικού κράτους. Εκτός αυτού, η ιστορία επαναδιατυπώνεται μεθοδικά, με βάση την ερμηνεία των ειδικών – όπως τα περί συνωστισμού στο Ζάλογγο και στη Σμύρνη, της Μακεδονίας που δεν είναι μόνο ελληνική κλπ.

Για τον παραπάνω λόγο βλέπουμε όλες αυτές τις εσωτερικές διαβρωτικές δυνάμεις της παλαιάς αριστεράς, κάποιες χρηματοδοτούμενες από ειδικά κέντρα και Ιδρύματα και κάποιες παρασυρόμενες από ιδεολογική ανοησία, να υποδέχονται τους παράνομους μετανάστες και να μάχονται για την πλήρη επιβολή τους εντός της εθνικής κοινωνίας.

Οι δε παράνομα εισβάλλοντες παρακινούνται από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, να φύγουν από τις χώρες τους – άλλοτε με τοπικούς πολέμους, άλλοτε με την υπόσχεση μίας καλύτερης ζωής. Στη συνέχεια διακινούνται από τεράστια δίκτυα λαθροδιακινητών, με τη σθεναρή ενίσχυση ισχυρών ΜΚΟ και ΜΜΕ που στηρίζονται από τους ελίτ-οπαδούς της παγκοσμιοποίησης, για να παραβιάζουν και να διαπερνούν τα εθνικά σύνορα.

Αφού τώρα οι διακινητές κερδοσκοπήσουν με κόστος μεταφοράς και πρώτης εγκατάστασης των παρανόμων μεταναστών, στη συνέχεια τα έξοδα επιβαρύνουν τις εθνικές οικονομίες – γεγονός καταστροφικό για χώρες φθίνουσας παραγωγικότητας όπως είναι η Ελλάδα, με εισερχόμενους που δεν έχουν τις κατάλληλες ικανότητες και δεξιότητες. Η επιδοτούμενη ενσωμάτωση τους όμως δημιουργεί ζήτηση για βασικά καταναλωτικά αγαθά – ενώ αυξάνει τις τιμές και τις αποδόσεις της ακίνητης περιουσίας που ελέγχεται από τις τράπεζες και την ολιγαρχία. Ταυτόχρονα, εμποδίζει τις διεκδικήσεις του εγχωρίου πληθυσμού – όπως για παράδειγμα για την αύξηση των μισθών ή για τη βελτίωση του κοινωνικού κράτους.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί που γνωρίζουν τι συμβαίνει, έστησαν (απίστευτο να το διανοούταν αυτό κάποιος μερικά χρόνια πριν) φράκτες για να προστατέψουν τα σύνορά τους. Οι διεθνιστικές ξιπασμένες ελληνικές ελίτ αντίθετα, δεν έκαναν και δεν κάνουν τίποτα για να προστατέψουν το εθνικό κράτος. Το αντίθετο μάλιστα, λειτουργούν ως μία «πέμπτη φάλαγγα».

Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει εδώ το φαινόμενο Ερντογάν ο οποίος, παρά το ότι «εργαλειοποιεί» για τους δικούς του λόγους τους παράνομους μετανάστες, επιβραβεύεται στην ουσία από το παγκόσμιο σύστημα, ακόμη και με χρήματα. Η αιτία είναι το ότι, το παγκόσμιο σύστημα που επέβαλε επί πλέον τη συμφωνία του Μαρρακές, επιθυμεί αυτήν τη βίαιη και ανεξέλεγκτη είσοδο – με στόχο τη διάλυση της εθνικής κοινωνίας. Ο δε Ερντογάν, που γνωρίζει πως παίζεται το παιχνίδι, εκμεταλλεύεται για την πατρίδα του παράνομους μετανάστες και μισθοφόρους πολεμιστές – ειδικά όταν πρόκειται για φανατικούς ισλαμιστές που ενώνονται στη βάση της θρησκείας, η οποία υπερτερεί των εθνικών συνόρων και της καταγωγής.

Οι παράνομα εισβάλλοντες μετανάστες τώρα, από τη δική τους πλευρά, αναζητούν μια καλύτερη ζωή – κάτι που είναι απόλυτα κατανοητό. Εν τούτοις, η επιθυμία τους αυτή δεν τους αθωώνει από το γεγονός ότι, εν γνώσει τους δέχονται να «εργαλειοποιηθούν» – να παίξουν το ρόλο δηλαδή του «όπλου» της διάλυσης των εθνικών κοινωνιών. Επομένως ως κάτι τέτοιο θα πρέπει να αντιμετωπιστούν – τουλάχιστον όσοι εξ αυτών δεν έχουν τις νόμιμες προϋποθέσεις, όπως είναι το απόλυτα σεβαστό δικαίωμα ασύλου κατά τις διεθνείς συνθήκες.

Η παράνομη είσοδος σε μια χώρα και στη συνέχεια η κατάχρηση της φιλοξενίας και η προσπάθεια επιβολής δικών τους πολιτιστικών καταβολών, είναι στοιχεία που εν γνώσει τους βάλουν κατά της εθνικής κοινωνίας στην οποία έχουν εισέλθει και πρέπει να αντιμετωπιστούν ανάλογα.  Θα πρέπει ακόμη να γνωρίζει ο εργαζόμενος ιθαγενής, ο οποίος παρασύρεται από δήθεν αριστερά αφηγήματα περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πως η έλευση του παράνομου μετανάστη, θα μειώσει στο μισό το δικό του μισθό ή θα τον στείλει στην ανεργία – ενώ θα θέσει υπό αμφισβήτηση τις ελευθερίες και τις συνήθειες του. Εάν το θέλει αυτό, ας συνεχίσει να αντιτίθεται σε όσους δεν το θέλουν. Αλλά τουλάχιστον ας το ξέρει.

Τελειώνοντας το πρώτο μέρος του βασικού πολιτικού διακυβεύματος, δηλαδή αυτού της σύγκρουσης μεταξύ παγκοσμιοποίησης και εθνικού κράτους, εμείς συντασσόμαστε με την πλευρά του εθνικού κράτους. Μπορεί να κατηγορηθούμε ως συντηρητικοί, ως αναχρονιστικοί, ως εθνικιστές κλπ., όμως εμείς πρέπει να επιμείνουμε. Όλη η ανθρωπότητα είναι σε μια μεταβατική φάση και αυτή η διαμάχη δεν πρόκειται να τελειώσει αύριο το πρωί. Άρα έχει πολιτική προοπτική, τουλάχιστον όσο θα ζούμε.

Η σημερινή πραγματικότητα τώρα αποτυπώνεται με απλές γραμμές στο παρακάτω σχήμα:

Στο σχήμα αυτό βλέπουμε πως όσο πιο ισχυρό εθνικό κράτος έχουμε, τόσο πιο ισχυρή και πιο ομογενοποιημένη είναι η εθνική κοινωνία – ενώ τόσο πιο ασφαλές είναι το άτομο, που μπορεί έτσι να ολοκληρώνεται και να ασκεί τα ατομικά του δικαιώματα. Αντίθετα, όσο παραδινόμαστε στην παγκοσμιοποίηση, τόσο πιο πολυπολιτισμική, ανοικτή κοινωνία έχουμε, τόσο πιο πολύ κυριαρχούν οι αγορές και τόσο πιο πολύ εντείνεται η ροπή προς τον ατομικισμό και την ατομική ασυδοσία – τελική κατάληξη της οποίας είναι κυριαρχία όλο και ποιο λίγων, επί των πολλών σε παγκόσμια κλίμακα.

Από την πλευρά της οικονομίας, εμείς είμαστε φιλελεύθεροι, έχοντας όμως υιοθετήσει τις αρχές της μικτής οικονομίας που δεν έχει καμία σχέση με το νεοφιλελευθερισμό – δηλαδή, κάποιες οικονομικές δραστηριότητες  πρέπει να ανήκουν στο κράτος ή και στο κράτος, ενώ όλες οι υπόλοιπες στον ιδιωτικό τομέα. Η κατάσταση αυτή πρέπει να λειτουργεί σαν ζυγαριά, άλλοτε προς την πλευρά του κράτους και άλλοτε προς την πλευρά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας – έτσι ώστε να υπάρχει πάντα ισορροπία στον οικονομικό τομέα.

Όπως η εθνική πολιτική δεν μπορεί να υπακούει σε κομματικές λογικές ή σε ανύπαρκτες εξωτερικές φιλίες αφού σε διεθνές επίπεδο δεν υπάρχουν φιλίες αλλά συμφέροντα, αλλά να έχει γνώμονα την ασφάλεια της χώρας, έτσι και η οικονομική πολιτική στη σύγχρονη εποχή δεν πρέπει να λειτουργεί με τις χθεσινές ιδεολογίες – αλλά με οδηγό την εκάστοτε ενδεδειγμένη λύση που μεγιστοποιεί το όφελος για τη χώρα.

Βασικός μας στόχος και όραμα είναι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας μας, έτσι ώστε να μην στηρίζεται μόνο στον τριτογενή τομέα – στο εμπόριο, στις υπηρεσίες και στο φθηνό τουρισμό που υπερβαίνουν το 80% του ΑΕΠ μας.

Να πάψουμε να ζούμε με δανεικά υποθηκεύοντας το μέλλον μας σε δανειστές, να παράγουμε πλούτο και να σταθούμε στα πόδια μας  – στηρίζοντας τον ισχνό πρωτογενή μας τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία αλιεία) και τον αδύναμο δευτερογενή, με κέντρο βάρους τη μεταποίηση, την υψηλή τεχνολογία και τη βιομηχανία, ειδικά την αμυντική (όχι τις κατασκευές). Πρέπει να παραχθεί πραγματικός πλούτος – αφού χωρίς παραγωγή πλούτου, θα συνεχίσουμε να βυθιζόμαστε στο σπιράλ της παρακμής.

Παράλληλα, μέσα από αυτήν την αλλαγή να αξιοποιηθούν οι νέοι μορφωμένοι Έλληνες που φεύγουν στο εξωτερικό, κλιμακώνοντας το δημογραφικό μας πρόβλημα – όλοι αυτοί που εγκαταλείπουν την Ελλάδα, όχι μόνο για την αναζήτηση μίας θέσης εργασίας αλλά, επί πλέον, επειδή δεν υπάρχουν οι συνθήκες για να υπηρετήσουν την επιστήμη τους και να εκπληρώσουν τα όνειρα τους.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΝΔ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΕΟΑΡΙΣΤΕΡΟ ΣΥΡΙΖΑ

Ενώ ο φιλελευθερισμός, ως γέννημα του Διαφωτισμού, ήταν μια διακήρυξη κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ατόμου έναντι της τότε καταπιεστικής κοινωνίας, αντίθετα ο σημερινός νεοφιλελευθερισμός απαιτεί από το άτομο αιματηρές θυσίες, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της οικονομικής μεγέθυνσης, δήθεν για το κοινό καλό. Δήθεν, επειδή ο σημερινός νεοφιλελευθερισμός αναγνωρίζει ηθικά την υπεροχή του ατόμου που αποκτά πλούτο. Έτσι, αντί να μάχεται για τα δικαιώματα του ατόμου, όπως ο φιλελευθερισμός, ενδιαφέρεται μόνο για τους οικονομικά ικανούς και ισχυρούς.

Στην σύγχρονη δε εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου το οικονομικό στοιχείο έφυγε έξω από τα εθνικά όρια και έγινε παγκόσμιο, ενώ το πολιτικό έμεινε περιορισμένο εντός των εθνικών ορίων, ο νεοφιλελευθερισμός αφορά πλέον στη διεθνή οικονομική ολιγαρχία.

Νεοφιλελευθερισμός και παγκοσμιοποίηση είναι τώρα δύο πραγματικότητες άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι στην ουσία η σκληρή ταξική επιδίωξη για την αναδιανομή του πλούτου από τις κατώτερες τάξεις προς τους «ικανούς» ολιγάρχες. Η μέχρι τώρα γνωστή αναδιανομή του πλούτου από πάνω προς τα κάτω, που επιδιωκόταν μέσα στο εθνικό κράτος, τώρα, επί παγκοσμιοποίησης, έχει αλλάξει κατεύθυνση.

Η παγκοσμιοποίηση είναι ο τρόπος επίτευξης αυτού του στόχου, σε παγκόσμιο επίπεδο – κατ’ αρχήν με τη χρήση των κρατικών μηχανισμών των εθνικών κρατών και στη συνέχεια με τη διάλυση των ίδιων των εθνικών κρατών. Για να επιτύχει τον απόλυτο στρατηγικό του στόχο ο παγκόσμιος νεοφιλελευθερισμός θέτει τέσσερις τακτικούς στόχους:

(α) Την αφαίρεση κάθε περιουσίας και οικονομικής δραστηριότητας από το κράτος και εκχώρησή τους στην οικονομική ελίτ.

(β) Την κατάργηση των εθνικών ορίων και την ενσωμάτωση της εθνικής οικονομικής ολιγαρχίας στη διεθνή ολιγαρχία, σε μια ενιαία παγκοσμιοποιημένη κατάσταση – με ελεύθερο και ανεμπόδιστο οικονομικό παιχνίδι, μέσω της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων και μεταναστών σε παγκόσμιο επίπεδο.

(γ) Τη διάλυση των εθνικών κοινωνιών, με τη δημιουργία πολυπολιτισμικών, εύκολα ελεγχόμενων κοινωνιών και την καλλιέργεια του ατομικισμού μέσω του δικαιωματισμού – έτσι ώστε να μην υπάρχουν κοινά ενοποιητικά στοιχεία για ενιαία κοινωνική αντίδραση.

(δ) Τη δημιουργία ενός σκληρού αποεθνικοποιημένου κρατικού – περιφερειακού μηχανισμού βίας (επιτελικού κράτους) για να νομοθετεί σύμφωνα με τις επιθυμίες της ολιγαρχίας και να ελέγχει τις αντιδράσεις των Πολιτών, κατά τη μεταφορά του  εθνικού πλούτου προς τις ελίτ.

Ενώ όμως ο νεοφιλελευθερισμός ξέρει πολύ καλά τι θέλει και πως να το επιτύχει, αντίθετα η νεοαριστερά αντιμετωπίζει προβλήματα στον προσανατολισμό της. Κυρίως, μετά την διάψευση και κατάρρευση του κομμουνισμού, τα «πολιτικά άνεργα» στελέχη της τότε αριστεράς, έψαξαν να βρουν καινούργια πολιτική έκφραση και ενασχόληση. Έτσι η νεοαριστερά:

(α) Επιδόθηκε με πάθος στον δικαιωματισμό, ανάγοντας κάθε ατομική διαφοροποίηση φυσική ή αφύσικη και κάθε είδους μειονότητα σε βασικό ιδεολογικό αντικείμενο του αγώνα της, για εξασφάλιση φυσικά κομματικής πελατείας. Έτσι εδώ συμπίπτει απόλυτα με τον νεοφιλελευθερισμό. Για το λόγο αυτό βλέπουμε νεοφιλελεύθερους και νεοαριστερούς δικαιωματιστές και αντίστοιχες ΜΚΟ, τόσο από δεξιά, όσο και από αριστερά, να μάχονται για τους ίδιους λόγους.

(β) Αξιοποιώντας ιδεολογικά τον παλαιό αριστερό διεθνισμό, ο οποίος είχε εισαχθεί από τη σοβιετική προπαγάνδα, ως όχημα για την επικράτηση παγκοσμίως της Σοβιετικής Ένωσης, μέσω του διεθνιστικού κομμουνιστικού κινήματος, τον έχει μετατρέψει σε έναν ισχυρό εθνομηδενισμό – με την σχεδόν απαίτηση εδώ και τώρα για την κατάργηση των εθνικών ορίων και τη δημιουργία ανοικτών κοινωνιών.

Για το λόγο αυτό χρησιμοποιεί το δικαιωματισμό και την υπεράσπιση κάθε κοινωνικής διαφορετικότητας, με απόλυτο στόχο τη διάλυση των εθνικών κοινωνιών και ως εκ τούτου τη διάλυση των εθνικών κρατών. Όμως και εδώ εξυπηρετεί απόλυτα τα σχέδια του νεοφιλελευθερισμού – ο οποίος επίσης στοχεύει στην κατάργηση των εθνικών συνόρων και τη μετατροπή των κρατών σε περιφερειακούς μηχανισμούς επιβολής στις λαϊκές μάζες.

(γ) Γαλουχημένη από το σοβιετικό μονοκομματικό μοντέλο, θέλει την δια παντός επικράτηση της δικής της κρατικοκομματικής νομενκλατούρας, όπως όλα τα κομμουνιστικά καθεστώτα – μέσω της απόλυτης κατοχής της κρατικής εξουσίας και της βίας του κρατικού μηχανισμού, για την αφαίμαξη και τον έλεγχο της κοινωνίας υπέρ του βολέματος των στελεχών της.

Στο σημείο αυτό βλέπουμε ότι τόσο ο νεοφιλελευθερισμός, όσο και η νεοαριστερά συμφωνούν στην κατοχή της κρατικής εξουσίας και τη χρήση της βίας των κρατικών μηχανισμών εναντίον της κοινωνίας. Η διαφορά τους όμως έγκειται στο εξής:

Ο μεν νεοφιλελευθερισμός δεν θέλει την ύπαρξη του εθνικού κράτους, αλλά θέλει τον κρατικό μηχανισμό (επιτελικό κράτος), για να τον χρησιμοποιεί ως περιφερειακό χωροφύλακα προάσπισης των συμφερόντων της διεθνούς ολιγαρχίας. Η δε νεοαριστερά, μπλεγμένη στη διεθνιστική ιδεολογία της, δεν θέλει ούτε αυτή το εθνικό κράτος. Θέλει όμως επίσης τον κρατικό μηχανισμό, για να εξασφαλίζει το status quo της δικής της κρατικοκομματικής νομενκλατούρας.

Εδώ ακριβώς είναι και το αδιέξοδο της νεοαριστεράς. Οι μεν νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί γνωρίζουν πως είναι τοποτηρητές – υπάλληλοι της διεθνούς οικονομικής ολιγαρχίας, ενώ αποδέχονται πλήρως και ενσυνείδητα το ρόλο τους. Οι δε νεοαριστεροί θέλουν να υπηρετούν τα δικά τους προσωπικά και κομματικά συμφέροντα ή και ιδεολογήματα, μέσα στο ανωτέρω παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο. Αυτό όμως, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να γίνει και έτσι στην ουσία πριονίζουν το κλαδί (εθνικό κράτος), επάνω στο οποίο κάθονται – καταλήγοντας στο τέλος να γίνονται πιόνια της διεθνούς ολιγαρχίας, για να παραμείνουν στην εξουσία.

Ξεκάθαρο παράδειγμα είναι αυτό που έπαθε ο ΣΥΡΙΖΑ με την τρόικα – η οποία, όπως έχουν αντιληφθεί οι πάντες, προστατεύει τα συμφέροντα της διεθνούς οικονομικής ολιγαρχίας και όχι φυσικά του ελληνικού λαού. Αντίθετα η ΝΔ, πλήρως συνειδητοποιημένη εντολοδόχος του παγκόσμιου συστήματος, στην ουσία πρωτοστάτησε στην αλλαγή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του 2015 – ενώ σήμερα, ως κυβέρνηση, δεν έχει κανέναν απολύτως ενδοιασμό να εξυφαίνει πίσω από την πλάτη του λαού το ξεπούλημα των πάντων, καθώς επίσης εθνικές παραχωρήσεις στην Τουρκία.

Έτσι λοιπόν, μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, οι μεν νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί είναι εκεί για να διεκπεραιώσουν ενσυνείδητα, ως εντολοδόχοι, την «αποστολή» που τους έχει ανατεθεί από την διεθνή οικονομική ολιγαρχία – ενώ οι πολιτικοί της νεοαριστεράς είναι νάρκισσοι σε αναζήτηση προσωπικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να γίνονται έτσι αντικείμενα εκμετάλλευσης και έμμισθα πιόνια της διεθνούς ολιγαρχίας.

Το λογικό θα ήταν, τα στελέχη της νεοαριστεράς να μάχονται υπέρ της διατήρησης του εθνικού κράτους – αφού μόνο μέσα σε αυτό μπορούν να έχουν αυτόνομο λόγο ύπαρξης. Όμως εκεί γνωρίζουν ότι, λόγω της αποτυχίας του αριστερού πειράματος, δεν μπορούν να αντλήσουν εκλογική πελατεία πάνω από 3-5% – οπότε αυτός είναι ο λόγος που αποζητούν όπου μπορούν λίγη εξουσία. Παρατηρούμε δε ήδη προσχωρήσεις πρώην στελεχών του σοσιαλδημοκρατικού κέντρου, ακόμη και της εκσυγχρονιστικής αριστεράς στη νεοφιλελεύθερη ΝΔ – με στόχο να θα βρουν κάποια κομμάτια εξουσίας.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!