Η πανδημία ως καταλύτης των εξελίξεων – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η πανδημία ως καταλύτης των εξελίξεων

.

Η ελάφρυνση των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, είναι η μοναδική λύση που μπορεί να εξασφαλίσει τη θετική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας – θεωρώντας πως θα υιοθετηθεί από πολλά κράτη, με εξαίρεση την ΕΕ λόγω της Γερμανίας που έχει άλλα σχέδια. Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι εάν δεχθούν κράτη όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία να μετατραπούν σε γερμανικές αποικίες χρέους, κατά το παράδειγμα της Ελλάδας – με τη Μ. Βρετανία να το έχει ήδη αρνηθεί, παρά τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που γνώριζε πολύ καλά πως θα αντιμετωπίσει. Εάν όμως δεν το δεχθούν, ποιο θα είναι το μέλλον της Γερμανίας, αφού η δική της βιωσιμότητα εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από τις εξαγωγές της, ενώ οι μεγαλύτεροι εμπορικοί της εταίροι είναι οι Η.Π.Α., η Γαλλία, η Κίνα, η Μ. Βρετανία, η Ολλανδία και η Ιταλία; Πώς θα διατηρήσει το ΑΕΠ της, με δεδομένη την αντίθεση των Η.Π.Α., καθώς επίσης τα μέτρα προστασίας που λαμβάνει απέναντι στην εισβολή της Κίνας στην Ευρώπη;  Συμπερασματικά λοιπόν, όλα θα εξαρτηθούν από τη στάση των τριών άλλων μεγαλυτέρων οικονομιών της ΕΕ και ειδικά της Γαλλίας – ενώ οι εξελίξεις δεν θα αργήσουν καθόλου, ειδικά εάν υπάρξει ένα δεύτερο κύμα του COVID 19 στις αρχές του 2021, το οποίο θα αποτελέσει τον τελικό καταλύτη.   

.

Ανάλυση

Στην πραγματικότητα η Ελλάδα «άγεται και φέρεται» από δύο ειδών Τρόικες: (α) από την «Τρόικα Εξωτερικού», το γερμανικό ESM που αντικατέστησε το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και το Euro Group κατασκευής του κ. Σόιμπλε (τυπικά από την Κομισιόν), καθώς επίσης (β) από την «Τρόικα Εσωτερικού» – τα τρία κόμματα των μνημονίων. Εν προκειμένω, το μεν ένα που υπερχρέωσε τη χώρα το 2004-2009 και στη συνέχεια τη χρεοκόπησε με τους εθνοκτόνους του PSI το 2012, κυβερνάει ως έπαρχος της «Τρόικα Εξωτερικού» – ενώ τα δύο άλλα, αυτό που οδήγησε την Ελλάδα στο ΔΝΤ το 2010 και εκείνο που το 2015 αντέστρεψε αντισυνταγματικά το δημοψήφισμα υπογράφοντας μαζί με τα υπόλοιπα δύο το τρίτο μνημόνιο, αντιπολιτεύονται στηρίζοντας την κυβέρνηση, οπότε την «Τρόικα Εξωτερικού».

Επειδή τώρα η Γερμανία ηγείται της Ευρώπης και της «Τρόικα Εξωτερικού», αντιμετωπίζοντας την Ελλάδα ως μία αποικία χρέους της με εξαθλιωμένους σκλάβους χρέους, ενώ είναι σύμμαχος με την Τουρκία, εμπλέκονται τα οικονομικά μας προβλήματα με τα εθνικά, προδιαγράφοντας ένα πολύ σκοτεινό μέλλον – όπου, έχοντας χάσει εντελώς την οικονομική μας ανεξαρτησία, τα ανταλλάγματα που θα μας ζητούνται για κάθε στήριξη μας θα είναι άλλου είδους: το όνομα της Μακεδονίας έναντι της καθυστέρησης της πληρωμής των 95 δις € για μετά το 2032, οι παραχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων όπως με τις συμφωνία ΑΟΖ Ιταλίας και Αιγύπτου που στην ουσία η πρώτη προετοίμασε τη δεύτερη, ενώ και οι δύο μαζί μία πολύ χειρότερη με την Τουρκία κοκ.

Ειδικά όσον αφορά τα ενεργειακά μας αποθέματα, είναι μάλλον κατάρα παρά ευχή για μία ανοχύρωτη αποικία χρέους που έχει χάσει την οικονομική της ανεξαρτησία και δεν έχει τις οικονομικές δυνατότητες για να στηρίξει την άμυνα της, οπότε να τα προστατεύσει – ενώ ευρίσκεται στη μέγγενη του άξονα της «μητρόπολης» της, της Γερμανίας, με τη σύμμαχο της, την Τουρκία που έχει στόχο τη διχοτόμηση του Αιγαίου, την πλήρη κυριαρχία της Κύπρου, καθώς επίσης την κατάληψη ολόκληρης της Θράκης.

Με την οικονομία μας τώρα να καταρρέει ξανά, ως αποτέλεσμα την κακοδιαχείρισης της κρίσης του COVID-19 ειδικά όσον αφορά τον τουρισμό (πηγή), όχι μόνο δεν έχει κατατεθεί ένας ενδιάμεσος έκτακτος προϋπολογισμός για να γνωρίζουμε πού βαδίζουμε, ούτε δυστυχώς ένας σωστός Ισολογισμός του κράτους αλλά, ακόμη χειρότερα, δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια αλλαγής του αποτυχημένου οικονομικού μας μοντέλου – παρά το ότι άλλες χώρες που δεν έχουν ούτε κατά διάνοια τα δικά μας προβλήματα κάνουν αυτό ακριβώς, προσπαθώντας όπως είναι σωστό να μετατρέψουν το πρόβλημα σε ευκαιρία.

Για παράδειγμα η Γερμανία, η οποία αντί να στηρίξει τις πωλήσεις των αυτοκινήτων βενζίνης και ντίζελ που τους πρώτους πέντε μήνες ήταν οι χαμηλότερες από το 1975, επενέβη με ένα πακέτο βοήθειας της οικονομίας ύψους 130 δις € – μειώνοντας προσωρινά τον ΦΠΑ κατά 3% και επιδοτώντας τις αγορές ηλεκτρικών αυτοκινήτων με 6.000 €, εξαιρώντας όλα τα υπόλοιπα. Επί πλέον ανάγκασε χώρες όπως η Ελλάδα να επιδοτήσουν επίσης τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, έτσι ώστε να εισάγουν από την ίδια – δρομολογώντας με αυτόν τον τρόπο την αλλαγή οικονομικού μοντέλου, όσον αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία της, αφού ενεθάρρυνε τους κατασκευαστές να επενδύσουν περισσότερο στην παραγωγή ηλεκτρικών.

Κατ’ αναλογία, εάν η Ελλάδα ήθελε πράγματι να στηρίξει τον πρωτογενή της τομέα, τη μεταποίηση και τη βιομηχανία, κυρίως την αμυντική, αντί να διαθέσει τόσα χρήματα επιδοτήσεων για τον τουρισμό, θα τα διέθετε στους άλλους κλάδους, διευκολύνοντας επί πλέον τη μετάβαση των εργαζομένων σε αυτούς – οπότε θα μετέτρεπε το πρόβλημα σε ευκαιρία. Το ίδιο θα έπρεπε να κάνει με τα χρήματα που θα ληφθούν από την ΕΕ – εκμεταλλευόμενη επί πλέον το θέμα του COVID-19 για να απαιτήσει τη βιωσιμότητα των διδύμων χρεών μας, δημοσίων και ιδιωτικών (ανάλυση).

Προβλήματα και ευκαιρίες

Γενικότερα τώρα, οι αλλαγές στην αγορά που προκαλούνται από τα μέτρα αντιμετώπισης του COVID-19, ο επαναπροσδιορισμός της δηλαδή, είναι μεν πολύ ακριβές, αλλά προσφέρουν επίσης μεγάλες ευκαιρίες – οι οποίες μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, όταν τα μέτρα που παρέχονται στις επιχειρήσεις συνδυάζονται με κίνητρα αλλαγής μοντέλου. Στο παράδειγμα της Ολλανδίας για να μην αναφερόμαστε συνεχώς στις προβληματικές χώρες του νότου, το ιδιωτικό της χρέος είναι πολύ υψηλό (γράφημα), το μέσο διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων είναι στάσιμο για είκοσι περίπου χρόνια, οι πραγματικοί μισθοί ανά ώρα μειώνονται την τελευταία δεκαετία, ενώ η πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές και επιδόματα γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Πιστώσεις του ιδιωτικού τομέα της Ολλανδίας (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος) σε σύγκριση με την Ελλάδα (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος)

Ως εκ τούτου ένας μεγάλος αριθμός νοικοκυριών αγωνίζονται για να ανταπεξέλθουν, διαθέτοντας πολύ μικρές αποταμιεύσεις για ώρα ανάγκης – ενώ το κράτος μειώνει συνεχώς τα ελλείμματα του προϋπολογισμού του, δαπανώντας λιγότερα όσον αφορά τις δημόσιες επενδύσεις, την παιδεία, την υγεία, τη δικαιοσύνη, τον πολιτισμό, την αστυνομία, την τοπική αυτοδιοίκηση κλπ. Στην ουσία δηλαδή η διαφορά της Ολλανδίας από την Ελλάδα ήταν το ότι, διατήρησε χαμηλό ή/και μείωσε το δημόσιο χρέος της εις βάρος του ιδιωτικού – ενώ στη χώρα μας συνέβη το αντίθετο (η εκτόξευση του κόκκινου ιδιωτικού, από 10-20% του ΑΕΠ το 2009 στο 180%, προήλθε από την επιβολή των μνημονίων).

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της διαδικασίας στην Ολλανδία είναι ένας οικονομικά εξασθενημένος δημόσιος τομέας, σε μία χώρα που ευρίσκεται σε ένα απειλητικό περιβάλλον – κάτω από τη στάθμη της θάλασσας. Την ίδια στιγμή τα κέρδη του επιχειρηματικού της τομέα αυξάνονται, αλλά δεν διενεργούνται ούτε εκεί επενδύσεις – αφού τα χρήματα τοποθετούνται σε πάγια περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, ακίνητα κλπ.), όπως συμβαίνει παντού στη Δύση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με έρευνες η υπερβολική ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και των κεφαλαιαγορών, οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες, σε περισσότερη αστάθεια και σε χαμηλότερη ανάπτυξη – αφού μειώνεται το πραγματικό εισόδημα της πλειοψηφίας των ανθρώπων, οπότε η ζήτηση/κατανάλωση, οι επενδύσεις για να την καλύψουν κοκ., παράλληλα με τη μείωση των δημοσίων δαπανών/επενδύσεων. Η κρίση λοιπόν της Κορώνα δεν δημιούργησε το πρόβλημα της ύφεσης, αλλά απλά το επιτάχυνε – ενώ η μοναδική λύση του είναι ένας ισχυρός δημόσιος τομέας, πολλές επενδύσεις και μία επαρκής πολιτική υποστήριξης τους.

Σε κάθε περίπτωση, η πανδημία έφερε ξαφνικά στο προσκήνιο τη σημασία των μισθών – αφού όλα τα μέτρα που λήφθηκαν είχαν στόχο να διατηρήσουν τις αμοιβές των εργαζομένων. Στα πλαίσια αυτά έχει ενδιαφέρον ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στους Financial Times (3.4.20), σε ένα καθόλου ριζοσπαστικό ή επαναστατικό ΜΜΕ, όπου οι συντάκτες του έγραψαν τα εξής:

«Πρέπει να υπάρξει ριζική μεταρρύθμιση της πολιτικής που ακολουθήθηκε τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες (=νεοφιλελευθερισμός). Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να διαδραματίσουν πιο ενεργό ρόλο στην οικονομία. Οι κυβερνητικές υπηρεσίες πρέπει ξανά να θεωρηθούν ως επένδυση και όχι ως επιβάρυνση. Οι αγορές εργασίας πρέπει να γίνουν λιγότερο ανασφαλείς. Η αναδιανομή των εισοδημάτων πρέπει να επαναφερθεί στην ημερήσια διάταξη, ενώ τα προνόμια της παλαιότερης γενιάς και των πλουσίων δεν είναι πια αυτονόητα. Οι πολιτικές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν υπερβολικές, όπως οι βασικοί φόροι εισοδήματος και κεφαλαίου, πρέπει να γίνουν μέρος ενός νέου πακέτου μέτρων».

Με απλά λόγια, οι Financial Times προτείνουν την απομάκρυνση από τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που έχει επικρατήσει μετά το 1980 – αν και στην Ελλάδα τα προβλήματα είναι πιο σύνθετα, αφού η οικονομία μας έχει εντελώς διαστρεβλωθεί από την πολιτική των μνημονίων, το κράτος δεν λειτούργησε ποτέ ορθολογικά βυθισμένο στη διαφθορά, μία πολύ μικρή εγχώρια ελίτ ληστεύει τους πάντες με την αρωγή των εκάστοτε κυβερνήσεων που την υπηρετούν κοκ. Πώς όμως να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν πολλές χώρες είναι υπερχρεωμένες;

Η αναγκαιότητα της μείωσης των χρεών

Συνεχίζοντας, ως αποτέλεσμα της μείωσης του ΑΕΠ λόγω της ύφεσης, καθώς επίσης των έκτακτων μέτρων για την αντιμετώπιση του COVID 19, το δημόσιο χρέος της Ιταλίας αναμενόταν το Μάιο από την Κομισιόν να εκτοξευθεί στο 153% από το 135% του ΑΕΠ, της Ισπανίας από 96% στο 114%, της Γαλλίας από 98% στο 112% κοκ. – ενώ πιθανότατα θα είναι παντού υψηλότερο. Όσον αφορά το ιδιωτικό χρέος, στο παράδειγμα της Ολλανδίας οι εταιρίες δανείσθηκαν 15,2 δις € από τις τράπεζες από τα μέσα Μαρτίου έως τα μέσα Ιουνίου – δηλαδή 2,5 φορές περισσότερα από το κανονικό.

Είναι δε μόνο η αρχή, αφού η πανδημία συνεχίζεται με τη δεύτερη παραλλαγή της που δεν πρόκειται ακόμη για ένα δεύτερο κύμα (ανάλυση) – ενώ μπορεί μεν τα κράτη να χρηματοδοτούνται με χαμηλά επιτόκια, όσο επεμβαίνει η ΕΚΤ αγοράζοντας τα ομόλογα τους, αλλά με τις επιχειρήσεις ή με τα νοικοκυριά δεν συμβαίνει το ίδιο. Σε ορισμένα κράτη δε, όπως στην Ιταλία και στην Ελλάδα, το δημόσιο χρέος τους δεν είναι πια βιώσιμο, οπότε δεν έχουν δυνατότητες σοβαρής επέμβασης του κράτους (η κυβέρνηση ανακοινώνει μέτρα που δεν τα εφαρμόζει) – ενώ σε άλλα δεν είναι βιώσιμο το ιδιωτικό.

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των χρεών των επιχειρήσεων και των κρατών που προσπαθούν να τις διασώσουν, είναι πολύ μεγάλη παντού – ενώ πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει την Ιταλία εκτός της Ευρωζώνης, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ΕΕ και για τον υπόλοιπο πλανήτη. Από την άλλη πλευρά, επειδή οι επεμβάσεις της ΕΚΤ έχουν ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους να οδηγείται σε αυτήν, θα ήταν πιο εύκολο να το παγώσει – κατά την πρόταση μας από το παρελθόν (ανάλυση).

Δυστυχώς όμως η Γερμανία και οι συνοδοιπόροι της δεν θα επιτρέψουν κάτι τέτοιο, όπως φάνηκε από το πακέτο των 500 δις € επιδοτήσεων που μειώθηκε στα 390 δις € – ενώ πρόκειται ουσιαστικά για μία μεγάλη παγίδα (πηγή). Συμβαίνει δε το εξής, όπως έχουμε περιγράψει στο παρελθόν:

«Ουσιαστικά διεξάγεται ένας άγριος, σιωπηλός οικονομικός πόλεμος μεταξύ των Εθνών της Ευρωζώνης – παραστατικά μέσα σε ένα δωμάτιο, κλεισμένο ερμητικά, από το οποίο είναι σχεδόν αδύνατον να διαφύγει κανείς σώος. Ο πόλεμος αυτός έχει ξεκινήσει από την ίδρυση της νομισματικής ένωσης, εκ μέρους της Γερμανίας – η οποία εγκαινίασε την πολιτική του μερκαντιλισμού με την «Ατζέντα 2010» που ψηφίσθηκε το 2000, από την τότε κυβέρνηση συνεργασίας των σοσιαλδημοκρατών με την αριστερά.

Η Γερμανία είναι μέχρι στιγμής ο νικητής των μαχών, αφενός μεν με τη βοήθεια της ΕΚΤ, αφετέρου λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης – η οποία ξέσπασε όταν είχε πλέον λύσει τα προβλήματα της εξαγωγικά, εις βάρος των εταίρων της. Σε καμία περίπτωση λοιπόν επειδή είναι η μεγαλύτερη πληθυσμιακά ή διαθέτει κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες – αλλά λόγω του ότι εφάρμοσε μία ιδιοτελέστατη στρατηγική, αδιαφορώντας πλήρως για τις ζημίες που προκαλούσε και συνεχίζει να προκαλεί στις άλλες χώρες, καθώς επίσης στο κοινό νόμισμα. Οι πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες, ένα διεθνώς αναγνωρισμένο μέτρο της διεθνούς ανταγωνιστικότητας,  τεκμηριώνουν πως το γερμανικό ευρώ είναι πανίσχυρο (γράφημα) – ενώ θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο από την κρίση της Κορώνα και από τα χρήματα που είναι σε θέση και θα διαθέσει η Γερμανία (1,15 τρις €)

Ο πόλεμος αυτός, πρώτο μεγάλο θύμα του οποίου είναι η Ελλάδα, δεν έχει φυσικά ακόμη τελειώσει – αντίθετα θα κορυφωθεί στο εγγύς μέλλον, λόγω της κρίσης του COVID-19 που θα γονατίσει τις τρεις επόμενες μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης: την Ιταλία που θα έχει σύντομα την κατάληξη της Ελλάδας εάν δεν εγκαταλείψει το ευρώ, την Ισπανία και τη Γαλλία.

Έχει δε προηγηθεί η έξοδος της Μ. Βρετανίας που θα ολοκληρωθεί ως διαδικασία στα τέλη του έτους – πιθανότατα χωρίς συμφωνία με την ΕΕ (σκληρή έξοδος). Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, ειδικά εάν κάποια μεγάλη χώρα όπως η Ιταλία ξεκινήσει τη διαδικασία εξόδου από την Ευρωζώνη, η νομισματική ένωση θα διαλυθεί ανεξέλεγκτα – ας ελπίσουμε ειρηνικά. Αμέσως μετά θα φανούν οι πραγματικοί νικητές και οι ηττημένοι του πολέμου – αν και, κατά τη δική μας άποψη, δεν θα υπάρχουν καθόλου νικητές» (πηγή).

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, η ελάφρυνση των χρεών, δημοσίων και ιδιωτικών, είναι η μοναδική λύση που μπορεί να εξασφαλίσει τη θετική πορεία της παγκόσμιας οικονομίας – θεωρώντας πως θα υιοθετηθεί από πολλά κράτη, με εξαίρεση την ΕΕ λόγω της Γερμανίας που έχει άλλα σχέδια. Το μεγάλο ερώτημα όμως είναι εάν δεχθούν κράτη όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία να μετατραπούν σε γερμανικές αποικίες χρέους, κατά το παράδειγμα της Ελλάδας – με τη Μ. Βρετανία να το έχει ήδη αρνηθεί, παρά τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που γνώριζε πολύ καλά πως θα αντιμετωπίσει.

Εάν όμως δεν το δεχθούν, ποιο θα είναι το μέλλον της Γερμανίας, αφού η δική της βιωσιμότητα εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από τις εξαγωγές της, ενώ οι μεγαλύτεροι εμπορικοί της εταίροι είναι κατά σειρά προτεραιότητας οι Η.Π.Α., η Γαλλία, η Κίνα, η Μ. Βρετανία, η Ολλανδία και η Ιταλία (γράφημα); Πώς θα διατηρήσει το ΑΕΠ της, με δεδομένη την αντίθεση των Η.Π.Α., καθώς επίσης τα μέτρα προστασίας που λαμβάνει απέναντι στην εισβολή της Κίνας στην Ευρώπη;

Συμπερασματικά λοιπόν, όλα θα εξαρτηθούν από τη στάση των τριών άλλων μεγαλυτέρων οικονομιών της ΕΕ και ειδικά της Γαλλίας – ενώ οι εξελίξεις δεν θα αργήσουν καθόλου, ειδικά εάν υπάρξει ένα δεύτερο κύμα του COVID 19 στις αρχές του 2021, το οποίο θα αποτελέσει τον τελικό καταλύτη.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!