Η Ελλάδα και η ανεξέλεγκτη δυτική παρακμή – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η Ελλάδα και η ανεξέλεγκτη δυτική παρακμή

.

Το διεθνές πρόβλημα σήμερα είναι η υστερική αντίδραση της Δύσης απέναντι στην πανδημία – λόγω της οποίας βυθίστηκαν όλες οι οικονομίες της σε βαθιά ύφεση, με την ταυτόχρονη επιδείνωση των υφισταμένων κοινωνικών αδικιών. Εν προκειμένω, οι φτωχότεροι και πλέον περιθωριοποιημένοι υποφέρουν περισσότερο τόσο από τον ιό, όσο και από το κλείδωμα των οικονομιών – έχοντας ως εκ τούτου εξαντληθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι πρόθυμοι για τίποτα. Ειδικά όσον αφορά την Ευρώπη, ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε σε σχέση με το Ταμείο Ανασυγκρότησης, δεν είναι τίποτα άλλο από τη διατήρηση ενός μη βιώσιμου συστήματος, ζωντανού για κάποιο χρονικό διάστημα – όταν την ίδια στιγμή η Γερμανία επενδύει πολύ περισσότερα στη δική της οικονομία, προκειμένου να διατηρηθεί η ηγεμονία της βιομηχανίας της. Με τον τρόπο αυτό αύξησε  ξανά την απόσταση από όλα τα άλλα κράτη – μεταξύ των οποίων και από τη Γαλλία που έχει βυθιστεί μαζί με την Ισπανία σε μία εξαιρετικά βαθιά κρίση. Λύσεις πάντως υπάρχουν, ακόμη και για χρεοκοπημένες χώρες όπως η Ελλάδα – απαιτούν όμως μία ικανή πολιτική ηγεσία, σαφή γνώση των προβλημάτων χωρίς να εθελοτυφλεί κανείς, συγκεκριμένο και κοστολογημένο σχέδιο, αποφασιστικότητα, καθώς επίσης, κυρίως, όραμα για το μέλλον. Δεν αρκούν όμως μόνο όλα αυτά, αφού χρειάζεται επί πλέον να στηριχθεί από το σύνολο της κοινωνίας – προϋπόθεση για την οποία (στήριξη) είναι να εμπνέει η κυβέρνηση τους κυβερνωμένους, πείθοντας τους για την ορθότητα αυτών που πρέπει να δρομολογηθούν και για την ικανότητα της να τα εφαρμόσει.

.

Ανάλυση

Η περιγραφή μίας κατάστασης, με στόχο τον ορισμό ενός προβλήματος που προηγείται της λύσης του, είναι ασφαλώς απαραίτητη – χωρίς όμως να σημαίνει πως επειδή ορίζουμε το πρόβλημα θα βρούμε τη λύση του, αφού μπορεί να είναι δισεπίλυτο (ποτέ άλυτο). Στο παράδειγμα μίας επιχείρησης που είναι σε μεγάλο βαθμό υπερχρεωμένη, έχοντας επί πλέον ένα λανθασμένο οικονομικό μοντέλο, η λύση είναι η χρεοκοπία της – όπου πωλούνται όλα τα περιουσιακά της στοιχεία από τον εκκαθαριστή, πληρώνονται οι πιστωτές της αναλογικά και παύει να λειτουργεί.

Όταν όμως πρόκειται για κράτη με το ίδιο πρόβλημα που δεν γίνεται να χρεοκοπήσουν και να εκκαθαριστούν, η λύση είναι η συμφωνία διαγραφής ενός μεγάλου μέρους του χρέους τους για να γίνει βιώσιμο – κάτι που όμως δεν εξασφαλίζει την αλλαγή του ζημιογόνου οικονομικού τους μοντέλου που απαιτεί όραμα, ομοψυχία, σωστό σχεδιασμό, μία μεγάλη περίοδο λιτής διαβίωσης, ομαλές παγκόσμιες συνθήκες, χρηματοδότηση και χρόνο.

Εάν δεν συμβεί το πρώτο, τότε η χώρα βιώνει την πιο επώδυνη μορφή χρεοκοπίας – την κυλιόμενη, κατά τη διάρκεια της οποίας λεηλατείται σταδιακά τόσο το κράτος, όσο και οι Πολίτες του, με την οικονομία του να επιδεινώνεται συνεχώς. Εάν συμβεί το πρώτο αλλά όχι το δεύτερο, τότε η χώρα οδηγείται σε μία επόμενη χρεοκοπία, όταν το χρέος της καταστεί ξανά μη βιώσιμο.

Εάν δεν συμβεί τίποτα από τα δύο, αλλά μόνο μία μικρή διαγραφή όπως στην περίπτωση της Ελλάδας το 2012 που δεν εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του χρέους και δεν αλλάζει το οικονομικό της μοντέλο, τότε συνεχίζεται η κυλιόμενη χρεοκοπία, μετά από ένα μικρό διάλειμμα – όπου, όσον αφορά την Ελλάδα, η υποθήκευση των περιουσιακών της στοιχείων, η παράδοση της εθνικής της κυριαρχίας, η μετατροπή του χρέους της σε θεσμικό, η απαγόρευση της μετατροπής του σε εθνικό νόμισμα κλπ. από τη συμφωνία που υπέγραψαν οι εθνοκτόνοι (ανάλυση), δεν επιτρέπουν μεγάλες ελπίδες χωρίς δραστικές, μη συμβατικές ενέργειες.

Η λύση λοιπόν είναι μία και ξεκάθαρη: η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του χρέους για να μειωθεί κάτω από το 100% του ΑΕΠ, ταυτόχρονα με την αλλαγή του οικονομικού μας μοντέλου που απαιτεί όσα προαναφέραμε. Εν προκειμένω, επειδή ακριβώς δεν δρομολογήθηκε όταν έπρεπε, πριν το PSI δηλαδή ή έστω στις αρχές του 2015, όταν υπήρχαν οι κατάλληλες διεθνείς συνθήκες, οι δυνατότητες σήμερα είναι πολύ μικρότερες – ειδικά λόγω των προβλημάτων που προκαλεί ο COVID-19.

Από την άλλη πλευρά, ίσως ο COVID-19 να είναι η ευκαιρία που περιμέναμε, μετά τα θηριώδη λάθη μας του παρελθόντος – γεγονός που σημαίνει πως η Ελλάδα πρέπει να προετοιμάσει επειγόντως ένα συνολικό σχέδιο που θα έλυνε όλα της τα προβλήματα μαζί, προσπαθώντας στη συνέχεια με κάθε τρόπο να το επιβάλλει στους δανειστές της, αφενός μεν με την επίκληση του COVID-19, αφετέρου με τη σπουδαιότητα της γεωπολιτικής της θέσης που φάνηκε από τις επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας.

Υπόδειγμα όσον αφορά την οικονομία μας και όχι μόνο αποτελεί το Ισραήλ που ευρίσκεται σε μία ακόμη πιο επικίνδυνη περιοχή – έχοντας επικεντρωθεί στον πρωτογενή τομέα, στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην υψηλή τεχνολογία (ανάλυση). Με δεδομένες δε τις πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες μας στον τουρισμό και ειδικά στη ναυτιλία, οι οποίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά του νέου μοντέλου, είμαστε σε θέση να τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα από το Ισραήλ – ξεκινώντας όμως από μία νέα αφετηρία, αφού με τα υφιστάμενα δίδυμα χρέη δεν υπάρχει καμία ελπίδα.

Αυτό που απαιτείται επομένως είναι ο ακριβής ορισμός του προβλήματος, ο σωστός σχεδιασμός της λύσης του και η εξασφάλιση της εφαρμογής του σχεδιασμού – ενώ θα έπρεπε πρώτα να προετοιμάσει η Ελλάδα όλα αυτά και μετά να επιδιώξει συστηματικά την αποδοχή τους από τους δανειστές, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που έχει στη διάθεση της. Μπορεί δε το δεύτερο αυτό θέμα, κυρίως η διαγραφή να είναι πολύ δύσκολο, αλλά το πρώτο δεν είναι καθόλου – ενώ το μεγαλύτερο μειονέκτημα όλων των κυβερνήσεων μας μετά το 2010 είναι το ότι δεν αποδέχονται πως το δημόσιο χρέος είναι μη βιώσιμο (σήμερα δεν είναι βιώσιμο ούτε το ιδιωτικό), πιθανότατα για να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων τους, όπως θα ήταν η ποινική δίωξη τους.

Επαναλαμβάνουμε πως προηγείται το σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας μας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η κερδοφορία της – κάτι που φυσικά απαιτεί μία επιτροπή ειδικών όλων των κλάδων, σε συνδυασμό με μακροοικονομικές και χρηματοπιστωτικές βαθιές γνώσεις. Χωρίς ένα τέτοιο σχέδιο δεν επιτρέπεται καν να ζητάμε διαγραφή, αφού όλοι οι πιστωτές μας γνωρίζουν πως θα οδηγηθούμε ξανά στη χρεοκοπία υπό τις υφιστάμενες συνθήκες. Νομιμοποιούμαστε πάντως να απαιτήσουμε διαγραφή, με «όπλο» τη λανθασμένη πολιτική των μνημονίων που μας επέβαλλε η Τρόικα του κ. Σόιμπλε, εκμεταλλευόμενη επί πλέον την ανικανότητα ή/και τη διαφθορά της πολιτικής μας ηγεσίας – με αποτέλεσμα να ευρίσκεται σήμερα σε τρισχειρότερη κατάσταση η οικονομία μας, σχετικά με το 2010.

Οι εξωτερικές οικονομικές συνθήκες

Περαιτέρω, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν σε έναν τέτοιο σχεδιασμό οι εξωτερικές συνθήκες – οι σημερινές λόγω του COVID-19 και της τουρκικής επιθετικότητας που απαιτεί μεγάλες επενδύσεις στην άμυνα μας, καθώς επίσης οι διαχρονικές που αφορούν την πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα που εφάρμοσαν η Γερμανία μετά το 2000 και η Ολλανδία πολύ πιο πριν εις βάρος όλων μας, με την τελευταία να εκμεταλλεύεται επί πλέον φορολογικά τους πάντες (ανάλυση).

Εν προκειμένω, για να μην κατηγορούμε συνεχώς την Ελλάδα, είναι χρήσιμο να δούμε μία αντίστοιχα προβληματική χώρα, την Ιταλία – η οποία διαθέτει μεν ένα κερδοφόρο οικονομικό μοντέλο, χωρίς όμως να μπορεί να ανταπεξέρχεται, μεταξύ άλλων ως συνέπεια των υψηλών δημοσίων χρεών που κληρονόμησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όπως ακριβώς και η Ελλάδα.

Ειδικότερα, η χώρα ευρίσκεται σε μία συνεχή πορεία παρακμής, μετά το τέλος της χρηματοπιστωτικής κρίσης – κυρίως λόγω της ανεπίσημης πολιτικής των μνημονίων που την ανάγκασε να εφαρμόσει η Γερμανία ανατρέποντας τότε τον κ. Berlusconi, μέσω των εκβιασμών της ΕΚΤ (πηγή), οδηγώντας την σε μία μόνιμη ύφεση. Η ανεργία έχει αυξηθεί, οι δημόσιες υποδομές της είναι υποβαθμισμένες, το σύστημα υγείας της διαλυμένο μετά τη μείωση των δαπανών πάνω από 40%, η αποβιομηχάνιση κλιμακώνεται και οι νέοι της την εγκαταλείπουν μαζικά, αφού δεν υπάρχουν μελλοντικές προοπτικές – ενώ οι κοινωνικές παροχές έχουν περικοπεί σε μεγάλο βαθμό και η παράνομη μετανάστευση με τις συνεχείς προκλήσεις της, όπως συμβαίνει σε όλες τις μεσογειακές χώρες, την αποδυναμώνει επί πλέον.

Σε αντίθεση τώρα με την Ελλάδα, καθώς επίσης με όλες σχεδόν τις χώρες της ΕΕ, η Ιταλία είχε πρωτογενές πλεόνασμα (=προ τόκων) τα 26 από τα τελευταία 28 χρόνια – γεγονός που σημαίνει πως θα έπρεπε να είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση, όσον αφορά τη δημοσιονομική της πολιτική. Εν τούτοις, δεν ανήκει στους νικητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά, αντίθετα, στους μεγάλους ηττημένους – ενώ η τραγωδία που βιώνει τεκμηριώνει το καταστροφικό οικονομικό μοντέλο της Ευρωζώνης.

Κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος

Η βασική αιτία είναι η απώλεια της ανταγωνιστικότητας της, κυρίως λόγω της ύπουλης εσωτερικής υποτίμησης των νομισμάτων των γειτονικών χωρών της – της Γερμανίας και της Αυστρίας που το επιτυγχάνουν μη αυξάνοντας τις αμοιβές των εργαζομένων τους, ανάλογα με την παραγωγικότητα τους και τον πληθωρισμό. Το γεγονός αυτό φαίνεται από το κόστος εργασίας ανά μονάδα παραγομένου προϊόντος στο γράφημα – στο οποίο διαπιστώνεται η εξτρεμιστική υποχώρηση του στην Ελλάδα που είχε ως αποτέλεσμα να βιώσουμε τη μεγαλύτερη ύφεση στην παγκόσμια ιστορία σε καιρό ειρήνης, η οποία κατέστρεψε εντελώς την οικονομία μας.

Λογικά λοιπόν η μοναδική λύση που βρίσκει η Ιταλία είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη – αφού η Γερμανία δεν έχει καμία πρόθεση να αλλάξει τη μέθοδο της. Μία μέθοδο που δεν είναι αποδεκτή από τους Πολίτες των άλλων χωρών – όπως από την πλειοψηφία των Γερμανών εργαζομένων που συμβιβάζονται με τη φτώχεια τους, σε μία πλούσια χώρα που απομυζείται από τις ελίτ της.

Επιτόκια δεκαετών ομολόγων Ιταλίας, Ισπανίας, Πορτογαλίας και Γερμανίας

Εν τούτοις, ο συνασπισμός των κομμάτων που προσπάθησε να αλλάξει τις συνθήκες (Κίνημα των 5 Αστέρων, Λίγκα του Βορά), δεν τα κατάφερε, εκβιάσθηκε από την ΕΚΤ με την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού το 2018 όταν έπαψε να αγοράζει ιταλικά ομόλογα (γράφημα) και τελικά ανετράπη από την 5η γερμανόφιλη φάλαγγα (πηγή) – η οποία σήμερα κυβερνάει τη χώρα, οδηγώντας την σε συνθήκες ανάλογες με την Ελλάδα (PSI).

Το γεγονός αυτό οδήγησε στην ίδρυση ενός άλλου κόμματος, βασικός στόχος του οποίου είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη – με την ονομασία «No Europa per lItaliaItalexit con Paragone». Ιδρυτής του είναι ο κ. Paragone, πρώην μέλος του κινήματος των 5 αστέρων – ο οποίος αναφέρεται μεταξύ άλλων στη Σύγχρονη Νομισματική Θεωρία (ΜΜΤ, ανάλυση), σε μία συνέντευξη του (πηγή). Οι εννέα βασικές θέσεις του μανιφέστου που δημοσιοποίησε (πηγή) είναι οι εξής:

(1)  Έξοδος από την Ευρωζώνη και ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας

(2)  Αντιστροφή των ιδιωτικοποιήσεων και δημιουργία κρατικών τραπεζών

(3)  Βιομηχανοποίηση και τεχνολογικές καινοτομίες

(4)  Διατροφική κυριαρχία

(5)  Πλήρης απασχόληση μέσω προγραμμάτων κρατικής εγγύησης των θέσεων εργασίας

(6)  Επαν-ευθυγράμμιση στην πολιτική μετανάστευσης

(7)  Αποκατάσταση ενός λειτουργικού συστήματος δημόσιας υγείας

(8)  Σχεδιασμός οικολογικών δράσεων

(9)  Ευρωπαϊκή συνομοσπονδιακή συνεργασία πέρα από το οικοδόμημα της ΕΕ – υπό την προϋπόθεση της διατήρησης μίας ανεξάρτητης εθνικής οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Ένας επί πλέον στόχος του μανιφέστου είναι η αναζωογόνηση του πνεύματος του ιταλικού συντάγματος – το οποίο βασίζεται σε κοινωνικά, καθολικά όσον αφορά τη θρησκεία και φιλελεύθερα ιδανικά. Με δεδομένη δε την άνοδο των αντί-ευρωπαϊκών ποσοστών στις δημοσκοπήσεις, το νέο αυτό κόμμα ελπίζει στη στήριξη των Ιταλών – έτσι ώστε να μην επικρατήσουν τα ακραία φασιστικά κόμματα που ενδυναμώνονται, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες κρίσεις.

Συμπερασματικά λοιπόν θα έπρεπε να δούμε και εμείς τη θέση μας εντός της ΕΕ, η οποία δεν είναι ένα σύνολο ισότιμων κρατών, με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις – αφού έχει μετατραπεί σε γερμανική, με μία κεντρική τράπεζα που εκβιάζει τα κράτη μέλη κατά το δοκούν και με εντολές της Γερμανίας. Προσπαθούν άλλωστε οι δύο επικεφαλής τους να οδηγήσουν όλες τις χώρες του Νότου στο γερμανικό ΔΝΤ, στον ESM (πηγή) – οπότε να τις εγκλωβίσουν για πάντα, μετατρέποντας τες σε αποικίες χρέους, όπως την Ελλάδα.

Ο COVID-19

Συνεχίζοντας, το διεθνές πρόβλημα σήμερα είναι η υστερική αντίδραση της Δύσης απέναντι στην πανδημία – λόγω της οποίας βυθίστηκαν όλες οι οικονομίες της σε βαθιά ύφεση, με την ταυτόχρονη επιδείνωση των υφισταμένων κοινωνικών αδικιών. Εν προκειμένω, οι φτωχότεροι και πλέον περιθωριοποιημένοι υποφέρουν περισσότερο τόσο από τον ιό, όσο και από το κλείδωμα των οικονομιών – έχοντας ως εκ τούτου εξαντληθεί, με αποτέλεσμα να μην είναι πρόθυμοι για τίποτα.

Ξεκινώντας από τις Η.Π.Α. και τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές, η επιλογή των Πολιτών μεταξύ μίας τεχνοκρατικής, ελιτίστικης ηγεσίας των Δημοκρατικών υπό έναν γερασμένο υποψήφιο και ενός απρόβλεπτου Trump επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων, ο οποίος θέλει να γυρίσει το ρολόι πίσω και να νεκραναστήσει το μοντέλο του προοδευτικού νεοφιλελευθερισμού, δεν είναι ότι καλύτερο – ειδικά για μία παγκόσμια υπερδύναμη με ένα ανύπαρκτο κοινωνικό κράτος που έχει καταδικάσει εκατομμύρια Αμερικανούς στην ανεργία και στην εξαθλίωση, με τις επιχειρήσεις να κλείνουν η μία πίσω από την άλλη, καθώς επίσης με μία βίαιη αναδιανομή εισοδημάτων από τα κάτω προς τα επάνω μέσω της ιδιωτικής FED (ανήκει στις μεγάλες εμπορικές τράπεζες), προς το 0,1% του πληθυσμού άνευ προηγουμένου.

Όσον αφορά την Ευρώπη, ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε μετά από πολλούς μήνες, σε σχέση με το Ταμείο Ανασυγκρότησης, δεν είναι τίποτα άλλο από τη διατήρηση ενός μη βιώσιμου συστήματος ζωντανού για κάποιο χρονικό διάστημα – όταν την ίδια στιγμή η Γερμανία επενδύει πολύ περισσότερα στη δική της οικονομία, προκειμένου να διατηρηθεί η ηγεμονία της βιομηχανίας της. Με τον τρόπο αυτό αύξησε ξανά την απόσταση της από όλα τα άλλα κράτη – μεταξύ των οποίων και από τη Γαλλία που έχει βυθιστεί μαζί με την Ισπανία σε μία εξαιρετικά βαθιά ύφεση (ανάλυση).

Υπενθυμίζουμε εδώ πως πριν από την κρίση του COVID-19 το θηριώδες εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας με την υπόλοιπη ζώνη του ευρώ (τα πλεονάσματα του ενός είναι ελλείμματα του άλλου), υπονόμευε σταθερά τη βιομηχανική βάση των λιγότερο ανταγωνιστικών νότιων χωρών, όπως της Ιταλίας και της Ισπανίας – οδηγώντας σε διαρθρωτικές ανισορροπίες που τελικά προκάλεσαν την κρίση του ευρώ. Ως εκ τούτου το αδιέξοδο είναι δεδομένο – οπότε η διάλυση της Ευρωζώνης.

Περαιτέρω στη Μ. Βρετανία που προετοιμάζεται για ένα «σκληρό BREXIT», ο δανεισμός του δημοσίου έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό – ακόμη και από την κεντρική τράπεζα απ’ ευθείας, για πρώτη φορά (πηγή). Με τα δάνεια αυτά δρομολογήθηκαν γενναιόδωρες επιχορηγήσεις προς τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους, χωρίς όμως να εμποδίσουν την εκτόξευση της ύφεσης στο δεύτερο τρίμηνο, στο ιστορικό ρεκόρ του 20,4% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο – οι οποίες αργά ή γρήγορα θα οδηγήσουν σε αυξήσεις φόρων, σε περικοπές δαπανών και σε μία ακόμη ύφεση.

Τον Ιούνιο η κυβέρνηση της ανακοίνωσε ένα δήθεν νέο πακέτο μέτρων που όμως ήταν ήδη υφιστάμενο, εμπαίζοντας στην ουσία τους Πολίτες – οι οποίοι μειώνουν συνεχώς τις καταναλωτικές τους δαπάνες, φοβούμενοι για το μέλλον τους. Με δεδομένο όμως το ότι, η οικονομία της χώρας στηρίζεται στην κατανάλωση, ενώ οι υπηρεσίες αποτελούν το 80% της προστιθέμενης αξίας, με το μεγαλύτερο μέρος τους να μην είναι καν υπηρεσίες υψηλής ποιότητας αλλά χαμηλής με φθηνούς μισθούς, όπως η μαζική εστίαση, η ύφεση θα συνεχίσει να υπάρχει – ενώ το αναπτυξιακό της μοντέλο θεωρείται οικονομικά και πολιτικά αποτυχημένο, πολύ πριν την εμφάνιση του ιού (πηγή).

Το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει στις επιτυχημένες χώρες της Ασίας, όπως στη Νότια Κορέα – η κυβέρνηση της οποίας αντιμετώπισε την πανδημία πολύ καλύτερα, ανακοίνωσε μία φιλόδοξη στρατηγική για την προώθηση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, ενώ όλα τα κόμματα έχουν τοποθετηθεί ενόψει των εκλογών υπέρ ενός βασικού εισοδήματος για όλους. Εκτός αυτού δρομολογείται ένα «New Deal» όπως του Ρούσβελτ στις Η.Π.Α. (πηγή), με την επένδυση 94,5 δις $ στις υποδομές, στη βιομηχανία και στην πράσινη ανάπτυξη – σημειώνοντας πως η χώρα είχε χαμηλότερο ΑΕΠ από την Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 (γράφημα), ενώ σήμερα σχεδόν εννεαπλάσιο!

Εξέλιξη του ΑΕΠ της Ν.Κορέας (μπλε καμπύλη, αριστερή κάθετος) σε σύγκριση με την Ελλάδα (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος)

Εύλογα λοιπόν αναρωτιέται κανείς γιατί μία σχετικά μικρή χώρα που μόλις το 2019 χαρακτηρίσθηκε από τον ΠΟΕ ως ανεπτυγμένη, είναι σε θέση να διαμορφώνει μία πιο επιτυχημένη οικονομική στρατηγική, συγκριτικά με τα (υποτιθέμενα) πιο εξελιγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δύσης – κάτι που δεν μπορεί να οφείλεται στους οικονομικούς πόρους που διαθέτει, όπως τεκμηριώνεται από τα ποσά που διέθεσε για την αντιμετώπιση της κρίσης του COVID-19 (6% του ΑΕΠ).

Η απάντηση είναι ουσιαστικά απλή, αφού ούτε ο Ρούσβελτ ήταν επαναστάτης, ούτε ο πρόεδρος της Ν. Κορέας – απλά αναγνώρισαν πως ο καπιταλισμός είναι ένα εγγενώς ασταθές σύστημα που τείνει να υπονομεύει τον εαυτό του, οπότε απαιτεί κυβερνητικές παρεμβάσεις για τη διαχείριση των κρίσεων του, για την κοινωνική ειρήνη και δικαιοσύνη με την ορθολογική αναδιανομή των εισοδημάτων, για την αποφυγή των συγκρούσεων και για το άνοιγμα νέων δρόμων, όσον αφορά τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Φαίνεται όμως πως οι σημερινές δυτικές ελίτ που ελέγχουν το σύστημα είναι πνευματικά και πολιτικά ανίκανες να το εφαρμόσουν, καθώς επίσης αχόρταγες – οπότε, όσο αυτό το πολιτικό κενό παραμένει, όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα πληρώνουν το βαρύ τίμημα της ανικανότητας της πολιτικής ελίτ, σε κοινωνίες που θα καταρρέουν και που δεν θα μπορούν να αντικατασταθούν από κάτι νέο.

Με απλά λόγια το νεοφιλελεύθερο δόγμα ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει η εναλλακτική λύση της επέμβασης του κράτους στην ελεύθερη αγορά, ακόμη και όταν γίνεται ασύδοτη) της M. Thatcher και του R. Reagan, επιτρέπει μεν μέτρα έκτακτης ανάγκης, αλλά καμία δημιουργικότητα – οπότε αποδεικνύεται θανατηφόρο σε έναν οικονομικό μετασχηματισμό που δεν καθοδηγείται από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, αλλά από την πολιτική βούληση που δεν είναι ούτε πρόθυμη να επέμβει, ούτε ικανή.

Επίλογος       

Ολοκληρώνοντας λύσεις υπάρχουν ακόμη και για χρεοκοπημένες χώρες όπως η Ελλάδα – απαιτούν όμως μία ικανή πολιτική ηγεσία, σαφή γνώση των προβλημάτων χωρίς να εθελοτυφλεί κανείς, συγκεκριμένο και κοστολογημένο σχέδιο, αποφασιστικότητα, καθώς επίσης, κυρίως, όραμα για το μέλλον. Δεν αρκούν όμως μόνο όλα αυτά, αφού χρειάζεται επί πλέον να στηριχθεί από το σύνολο της κοινωνίας – προϋπόθεση για την οποία (στήριξη) είναι να εμπνέει η κυβέρνηση τους κυβερνωμένους, πείθοντας τους για την ορθότητα αυτών που πρέπει να δρομολογηθούν και για την ικανότητα της να τα εφαρμόσει. Δυστυχώς τίποτα δεν είναι απλό, ούτε ανώδυνο στη ζωή – ενώ μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!