Η αυτοκτονία του γερμανικού νεοφιλελευθερισμού – The Analyst
ΜΑΚΡΟ-ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

Η αυτοκτονία του γερμανικού νεοφιλελευθερισμού

.

Τα θηριώδη μέτρα κρατικών ενισχύσεων, λόγω του COVID-19, φαίνονται εκ πρώτης όψεως ως μία απομάκρυνση από τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό – κάτι που όμως δεν ισχύει, ενώ μπορεί να το καταλάβει αμέσως κανείς, εάν μελετήσει προσεκτικά τις αιτιολογίες και τα σχόλια που τα συνοδεύουν. Το βασικό τους επιχείρημα είναι πως η κρίση αντιπροσωπεύει μία σοβαρή διαταραχή του οικονομικού συστήματος και μία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης – απέναντι στην οποία οφείλει το κράτος να ανταποκριθεί ανάλογα. Αφού όμως ολοκληρωθεί η κρίση, θα πρέπει όλα να επιστρέψουν στο προηγούμενο καθεστώς – στους ίδιους κανόνες του Μάαστριχτ, στα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για την Ελλάδα εάν όχι υψηλότερα αφού έχουν δημιουργηθεί ξανά δίδυμα ελλείμματα και πλέον δίδυμα χρέη, παρά την επιδείνωση των διεθνών συνθηκών κοκ. Προφανώς δε, ακόμη και αν δεν απαιτηθούν πρωτογενή πλεονάσματα, η ισοσκέλιση των παραπάνω θα απαιτήσει πολύ αυστηρά μέτρα – οπότε μνημόνια επί μνημονίων, αφού η κατάσταση της χώρας μας το 2020 θα είναι εκτός ελέγχου. Είναι όμως δυνατόν να τα αντέξει η κοινωνία, προερχόμενη από μία βαθιά κρίση άνω των δέκα ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας ληστεύθηκαν κυριολεκτικά οι Έλληνες, με ευθύνη των γνωστών εθνοκτόνων; Θα υποκύψουν οι Ιταλοί, μετατρεπόμενοι με τη σειρά τους σε μία εξαθλιωμένη γερμανική αποικία χρέους όπως η Ελλάδα; Δεν θα αντιδράσουν οι Γάλλοι και οι Ισπανοί, προβλέποντας πως θα είναι τα επόμενα θύματα; Μήπως λοιπόν πράγματι ο COVID-19 θα οδηγήσει στο τέλος του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης που τον τρέφει, παράλληλα με τη διάλυση της ΕΕ και της Ευρωζώνης; Φαίνεται ως το πλέον πιθανόν να συμβεί, ότι θα αυτοκτονήσει δηλαδή μόνος του ο γερμανικός νεοφιλελευθερισμός, ειδικά εάν η επιδημία εμφανίσει ένα δεύτερο κύμα – οπότε προδιαγράφεται ένα άκρως ενδιαφέρον μέλλον, ειδικά λόγω της γερμανικής αρτηριοσκληρωτικής αντίληψης που θεωρεί πως η ληστεία της ΕΕ μπορεί να επαναληφθεί όπως μετά το 2009, με τη βοήθεια της νέας κρίσης.

.

Ανάλυση

Εισαγωγικά, η πολύ μεγαλύτερη κρίση του COVID-19 σχετικά με τη χρηματοπιστωτική του 2008 και με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους του 2010, η οποία επισκίασε αλλά και θεράπευσε στην ουσία το κραχ που είχε ήδη ξεκινήσει από το 2019, αφού παρείχε το πρόσχημα της ακόμη πιο ισχυρής παρέμβασης των κεντρικών τραπεζών σε συνδυασμό με τα θηριώδη δημοσιονομικά μέτρα των κρατών, θεωρήθηκε πως σηματοδοτεί το τέλος του ακραίου νεοφιλελευθερισμού – η άνοδος του οποίου ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, όπου οι κατωτέρω φράσεις με επεξηγηματικές παρεμβάσεις δύο κορυφαίων πολιτικών της εποχής συνοψίζουν τις απόψεις των νεοφιλελευθέρων:

της M. Thatcher («Δεν υπάρχει κοινωνία, αλλά μόνο άτομα που πρέπει να φροντίζουν τον εαυτό τους μόνα τους») και του R. Reagan («Η κυβέρνηση, το κράτος δηλαδή, δεν είναι η λύση στο πρόβλημα μας, η κυβέρνηση είναι το πρόβλημα – οπότε το κράτος θα πρέπει να συρρικνωθεί, έτσι ώστε να αναλάβει τα ηνία η ελεύθερη αγορά»).

Εν τούτοις, υπάρχουν τόσο λίγα πραγματικά ανεξάρτητα άτομα, όσο και μία καθαρή, χωρίς καθόλου κρατικές παρεμβάσεις ελεύθερη αγορά – στην οποία αναφέρεται η ακραία νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Ειδικότερα, πράγματι ο νεοφιλελευθερισμός πηγάζει από την επιθυμία της δραστικής καταστολής της επιρροής του κράτους. Εν τούτοις, από την πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, από την πράξη δηλαδή, προκύπτει μία εντελώς διαφορετική εικόνα – αφού ο νεοφιλελευθερισμός έχει δημιουργήσει έναν όλο και πιο ισχυρό, παρεμβατικό, ακόμη και αυταρχικό κρατικό μηχανισμό, όπως τεκμηριώνεται από μία πολύ καλή ανάλυση του B. Mitchell, μεταξύ άλλων για την ΕΕ (πηγή).

Ειδικά όσον αφορά τον αυταρχικό κρατικό μηχανισμό του νεοφιλελευθερισμού, αρκεί να μελετήσει κανείς τις εμπειρίες της επιβολής του στις χώρες της Λατινικής Αμερικής τη δεκαετία του 1970, από τη Σχολή του Σικάγο, κυρίως στη Χιλή – όπου δημιουργήθηκαν πολλά νεοφιλελεύθερα καθεστώτα μέσω στρατιωτικών επιχειρήσεων και πραξικοπημάτων. Η κοινή αντίληψη λοιπόν, σύμφωνα με την οποία οι νεοφιλελεύθεροι είναι εναντίον του κράτους και θέλουν να το συρρικνώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο, είναι εντελώς λανθασμένη – απλά διαφημίζεται ως τέτοια στον εξωτερικό κόσμο. Πολύ σωστά λοιπόν γνωστός οικονομολόγος γράφει τα εξής:

“Σε αντίθεση με τους κλασσικούς φιλελεύθερους (όπως εμείς που πιστεύουμε στη μεικτή οικονομία), οι νεοφιλελεύθεροι χρειάζονται και επιδιώκουν ένα ισχυρό κράτος που να παρέχει τους θεσμούς και που να διασφαλίζει αυτά που δήλωσε η A. Merkel: «η κοινοβουλευτική συμμετοχή σχεδιάζεται με τέτοιον τρόπο, έτσι ώστε να είναι συμβατή με την αγορά». Είναι εξαιρετικά σημαντικό να κατανοήσουμε το γεγονός ότι, η Δημοκρατία δεν παρεμποδίζει τα εταιρικά κέρδη – ενώ η υπόθεση πως το κράτος είναι εχθρός των νεοφιλελευθέρων. είναι λάθος. Αντίθετα, το κράτος αποτελεί το πιο σημαντικό μέσον για την επιβολή του νεοφιλελευθέρου σχεδίου”.

Εν προκειμένω μία απλή ματιά στα νομοσχέδια που ψηφίζει η ελληνική κυβέρνηση, μέσω ενός πρωθυπουργού που θεωρεί τον εαυτό του μονάρχη, όπως το «Επιτελικό Κράτος» που δρομολόγησε αμέσως μετά την εκλογή της ακολουθώντας προφανώς τις γερμανικές εντολές (πηγή), είναι αρκετή για να αποδείξει τα παραπάνω – για να τεκμηριώσει δηλαδή πως στην Ελλάδα ξεκίνησε η επιβολή του ακραίου νεοφιλελευθερισμού, κρυμμένου ως συνήθως πίσω από το προστατευτικό πέπλο του φιλελευθερισμού, με τον οποίο δεν έχει καμία απολύτως σχέση.

Συνεχίζοντας, οι αγορές είναι κοινωνικές και θεσμικές «κατασκευές» που χρειάζονται ρυθμίσεις και κανόνες, για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά – οπότε απαιτείται ένα πολύ ισχυρό κράτος για την εισαγωγή, επιβολή και διατήρηση τους. Στα καθήκοντα ενός τέτοιου Κράτους συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

(α) η παροχή υποδομών, συνήθως μέσω εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων και παραχωρήσεων κρατικών έργων σε ιδιώτες – από ενεργειακές εγκαταστάσεις και φυλακές, έως σχολεία και νοσοκομεία,

(β) η υιοθέτηση και η εξασφάλιση των κατάλληλων νομικών συνθηκών – όπως είναι η γρήγορη απονομή δικαίου αλλά συνήθως ακριβή για τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις, έτσι ώστε να μην απειλούν τις ισχυρότερες,

(γ) η ρύθμιση των κοινωνικών συγκρούσεων μεταξύ του Κεφαλαίου και των εργαζομένων – για παράδειγμα με αυστηρούς νόμους για τις διαδηλώσεις ή τις απεργίες,

(δ) η επίτευξη εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας – από το στρατό και από την αστυνομία, κοκ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε εδώ πως η διαδικασία της επιβολής του νεοφιλελευθερισμού δεν θα ήταν εφικτή, εάν τα Κράτη δεν την είχαν προωθήσει με τα κατάλληλα μέτρα – όπως είναι η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, η ελεύθερη μετακίνηση των εργαζομένων (παράδειγμα η ΕΕ, αλλά και η συμφωνία του Μαρόκου, πηγή), η απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών, η ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών επιχειρήσεων όπως της ηλεκτροδότησης και του νερού, οι περιορισμοί στα δικαιώματα των εργαζομένων, οι περικοπές των κοινωνικών προγραμμάτων και, φυσικά, η παγκοσμιοποίηση.

Συμπερασματικά λοιπόν και συνοπτικά, το νεοφιλελεύθερο πολιτικό καθεστώς δεν χαρακτηρίζεται από την απόσυρση του Κράτους υπέρ της αγοράς ή από τον περιορισμό της έκτασης της κρατικής παρέμβασης αυτής καθεαυτής, αλλά από το ακριβώς αντίθετο: από την εντατικοποίηση της κρατικής παρέμβασης υπέρ του Κεφαλαίου, κυρίως της εγχωρίου και διεθνούς Ολιγαρχίας.

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται μεταξύ άλλων από τους δύο πολιτικούς πρωτοπόρους του νεοφιλελευθερισμού, από τους M. Thatcher (1979 -1990) και R. Reagan (1981-1989) – οι οποίοι δεν μείωσαν δραστικά τις δημόσιες δαπάνες και δεν απέφυγαν τα ελλείμματα, όπως θα συνέβαινε εάν συρρίκνωναν σημαντικά το ρόλο του κράτους. Μόνο δύο χρόνια η πρώτη πέτυχε κάποια ελάχιστα πλεονάσματα (1988 και 1989) παρά τις ιδιωτικοποιήσεις των πάντων – ενώ ο δεύτερος είχε όλα τα χρόνια της διακυβέρνησης του δημοσιονομικά ελλείμματα (γράφημα).

Εξέλιξη των ελλειμμάτων των Η.Π.Α. επί Reagan (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος) και της Μ. Βρετανίας επί Thatcher (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος).

Κάτι ανάλογο διαπιστώνεται και στην Ελλάδα, μετά την εκλογή της νέας κυβέρνησης – ενώ τα ελλείμματα του 2020 θα κορυφωθούν, μεταξύ άλλων με πρόσχημα την επιδημία. Πόσο μάλλον όταν τα μέτρα γενικότερα για την καταπολέμηση του COVID-19 από τις χώρες της ΕΕ και όχι μόνο, δεν υποδηλώνουν μία θεμελιώδη αλλαγή νοοτροπίας και δεν τροφοδοτούν την ελπίδα επιστροφής στο παράδειγμα του Keynes και στη μεικτή οικονομία – ή, τουλάχιστον, την έναρξη μίας νέας μετά-νεοφιλελεύθερης τάξης πραγμάτων.

Τις περισσότερες φορές πάντως, δεν έχει σημασία εάν αυτά που ψηφίζει μία κυβέρνηση είναι σωστά ή όχι – αλλά οι συνθήκες που επικρατούν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ποιόν και τι εξυπηρετούν. Για παράδειγμα, στον καινούργιο νόμο για τις διαδηλώσεις, όπου απλά και μόνο η ανάληψη της ευθύνης των ενδεχομένων ζημιών από τον εκάστοτε διοργανωτή και όχι από τους «βανδάλους» τις εμποδίζει σε μεγάλο βαθμό, εάν τυχόν δρομολογηθεί η συνεκμετάλλευση του Αιγαίου με την Τουρκία κατ’ εντολή της Γερμανίας που φαίνεται πιθανή ή η συνέχιση του ξεπουλήματος των πάντων, πώς θα αντιδράσουν οι Έλληνες και πώς θα διαμαρτυρηθούν;

Κατά την ίδια λογική, εάν η κυβέρνηση υπογράψει ένα επόμενο μνημόνιο, ως αποτέλεσμα της καταστροφικής της οικονομικής πολιτικής (ανάλυση), δεν θα πρέπει να πλημμυρίσουν οι Πολίτες τους δρόμους; Δεν είναι εύλογη λοιπόν η υποψία, σύμφωνα με την οποία αυτή ακριβώς ήταν η επιδίωξη της και όχι η προστασία των Ελλήνων από τους βανδαλισμούς, από το κυκλοφοριακό χάος στο κέντρο της Αθήνας και από την αδυναμία των επιχειρηματιών να ανοίξουν τα καταστήματα τους; Σωστή λοιπόν η νομοθεσία, αλλά ίσως όχι από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία – αν και, για να είμαστε αντικειμενικοί, η κυβέρνηση υποσχέθηκε πως ο διοργανωτής δεν θα επωμίζεται ξένες ευθύνες, εάν κάνει σωστά τη δουλειά του.

Τα πακέτα διάσωσης της ΕΕ

Περαιτέρω, τα πακέτα διάσωσης της ΕΕ είναι πράγματι τεραστίων διαστάσεων – αδιανόητων έως πρόσφατα. Ειδικότερα, στις αρχές Ιουνίου η ΕΚΤ διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του προγράμματος έκτακτης ανάγκης για την πανδημία (ΡΕΡΡ) κατά 600 δις € στα 1,35 τρις € – ενώ τον Απρίλιο οι χώρες της ΕΕ συμφώνησαν σε ένα πακέτο στήριξης εταιριών και εργαζομένων των προβληματικών κρατών, ύψους 540 δις €.

Αργότερα, το Μάιο, η Κομισιόν πρότεινε το Ταμείο Ανασυγκρότησης με κεφάλαια ύψους 750 δις € (500 δις € ως επιχορηγήσεις και 250 δις € ως δάνεια) – ενώ η γερμανική Βουλή ψήφισε έναν συμπληρωματικό προϋπολογισμό για το 2020, με έλλειμμα 218 δις € που θα αυξήσει ανάλογα το δημόσιο χρέος της. Η ελληνική κυβέρνηση βέβαια, ακόμη μία φορά φάνηκε κατώτερη των περιστάσεων – αφού, παρά τις συνεχείς οχλήσεις μας, δεν έφερε κανέναν συμπληρωματικό προϋπολογισμό στη Βουλή ως όφειλε (πηγή).

Εν τούτοις, όλα αυτά είναι εντός των πλαισίων της νεοφιλελεύθερης αντίληψης – δεν πρόκειται δηλαδή για ένα «New Deal» όπως του Roosevelt το 1933 ή για την εφαρμογή της πολιτικής του Keynes. Ειδικότερα, η στήριξη των εταιριών συνίσταται σε μεγάλο βαθμό σε δάνεια – κάτι εξαιρετικά προβληματικό από τη συνολική οικονομική πλευρά, όπως έχουμε αναλύσει στο παρελθόν.

Από την άλλη πλευρά, αφήνοντας εν πρώτοις εκτός το πακέτο των 750 δις € αφού δεν έχει ακόμη αποφασισθεί (δεν έχουν γίνει γνωστές οι προϋποθέσεις, ενώ πρόκειται ενδεχομένως για μία επί πλέον γερμανική παγίδα, ανάλυση), ο τρόπος που συμφώνησε η γερμανική Βουλή να διαχειρισθεί το έλλειμμα του 2020, δίνει μία ξεκάθαρη εικόνα για αυτά που θα απαιτηθούν από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης – κυρίως από την Ελλάδα.

Στην ουσία παρέμεινε εντός των πλαισίων του νεοφιλελευθερισμού, αφού συνοδεύθηκε από σχέδια μείωσης του πρόσθετου δημοσίου χρέους, ως αποτέλεσμα των ελλειμμάτων – από τον περιορισμό του, με ετήσια πλεονάσματα ίσου μεγέθους από το 2023 έως το 2043, με τον προϋπολογισμό να είναι ισοσκελισμένος το 2021 και το 2022. Το σχέδιο ψηφίσθηκε στη Βουλή από όλους σχεδόν τους Γερμανούς βουλευτές – με μόλις τρία ΟΧΙ και με 55 αποχές!

Με απλά λόγια, η Γερμανία, με χρέος σήμερα μόλις στο 59,8% του ΑΕΠ της (στο γράφημα φαίνεται η εξέλιξη του γερμανικού χρέους ως προς το ΑΕΠ συγκριτικά με το ελληνικό), συμφώνησε να δημιουργεί πλεονάσματα για 20 συνεχή χρόνια – παρά το ότι είναι αδύνατον, αφού προϋποθέτει μία ισχυρή οικονομική ανάπτυξη που όμως είναι ανέφικτη, όταν το κράτος απομυζεί συνεχώς το διαθέσιμο εισόδημα από τον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε να έχει πλεονάσματα (όπως συνέβαινε συνεχώς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, με τα μνημόνια και με την υποχρέωση πρωτογενών πλεονασμάτων).

Εξέλιξη του γερμανικού χρέους ως προς το ΑΕΠ (μπλε στήλες, αριστερή κάθετος) συγκριτικά με το ελληνικό (διακεκομμένη γραμμή, δεξιά κάθετος)

Ακόμη χειρότερα, ο εταιρικός τομέας της Γερμανίας έχει αλλάξει από πολλά χρόνια τώρα, από καθαρό οφειλέτη, σε καθαρό αποταμιευτή, όπως επίσης τα νοικοκυριά – οπότε μόνο τα πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της, εις βάρος των υπολοίπων εμπορικών εταίρων της, μπορούν να δημιουργήσουν τα πλεονάσματα που σχεδιάζει στον προϋπολογισμό της (αρκεί το αρνητικό υπόλοιπο χρηματοδότησης από το εξωτερικό να αντισταθμίζει το θετικό υπόλοιπο της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα).

Είναι δυνατόν όμως να συνεχίσει να απομυζεί τις χώρες της ΟΝΕ η Γερμανία και μάλιστα τα επόμενα είκοσι χρόνια, πόσο μάλλον αφού σίγουρα δεν θα το επιτρέψουν ούτε η Μ. Βρετανία, ούτε οι Η.Π.Α.; Ακόμη και αν συνέχιζαν να μην αντιδρούν, πώς θα μπορούσε να συμβεί, με την καταστροφή που θα υποστούν από τον COVID-19;

Πολύ πιο παράλογη βέβαια είναι η ελπίδα, ο νεοφιλελεύθερος σχεδιασμός καλύτερα, σύμφωνα με τον οποίο θα μπορούσε να αναδιαρθρωθεί ολόκληρη η ζώνη του ευρώ μέσω των υψηλών πλεονασμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των χωρών-μελών της, έναντι των άλλων κρατών – αφού ακόμη και αν δεν αντιδρούσαν, δεν θα το άντεχαν σε καμία περίπτωση.

Ο λόγος τώρα, για τον οποίο θέλει η Γερμανία να αποπληρώσει το επί πλέον χρέος της, δεν είναι κατανοητός – αφού κανένα κράτος δεν αποπληρώνει το δημόσιο χρέος του αλλά απλά το ανακυκλώνει, εκδίδοντας νέα ομόλογα για την πληρωμή των παλαιοτέρων. Στο παράδειγμα των Η.Π.Α., έχουν συνεχώς χρέη από το 1837 και μετά, για 183 χρόνια δηλαδή έως σήμερα – χωρίς ποτέ να αντιμετωπίσουν προβλήματα (πηγή, σελ. 52f). Αυτό που όμως κατανοούμε είναι το ότι, το μέλλον της ΕΕ εξαρτάται απόλυτα από τις εξελίξεις στη Γερμανία – όπου, εάν ξεφύγει από την ύφεση, θα προσπαθήσει να επιβάλει σε όλα τα υπόλοιπα κράτη δρακόντεια μέτρα.

Επίλογος

Κλείνοντας, τα θηριώδη μέτρα κρατικών ενισχύσεων, λόγω του COVID-19, φαίνονται εκ πρώτης όψεως ως μία απομάκρυνση από τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό – κάτι που όμως δεν ισχύει, ενώ μπορεί να το καταλάβει αμέσως κανείς, εάν μελετήσει προσεκτικά τις αιτιολογίες και τα σχόλια που τα συνοδεύουν. Το βασικό τους επιχείρημα είναι πως η κρίση αντιπροσωπεύει μία σοβαρή διαταραχή του οικονομικού συστήματος και μία κατάσταση εκτάκτου ανάγκης – απέναντι στην οποία οφείλει το κράτος να ανταποκριθεί ανάλογα.

Αφού όμως ολοκληρωθεί η κρίση, θα πρέπει όλα να επιστρέψουν στο προηγούμενο καθεστώς – στους ίδιους κανόνες του Μάαστριχτ, στα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% για την Ελλάδα εάν όχι υψηλότερα αφού έχουν δημιουργηθεί ξανά δίδυμα ελλείμματα (προϋπολογισμός, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών) και πλέον δίδυμα χρέη (δημόσιο και κόκκινο ιδιωτικό), παρά την επιδείνωση των διεθνών συνθηκών κοκ.

Προφανώς δε, ακόμη και αν δεν απαιτηθούν πρωτογενή πλεονάσματα, η ισοσκέλιση των παραπάνω θα απαιτήσει πολύ αυστηρά μέτρα – οπότε μνημόνια επί μνημονίων, αφού η κατάσταση της χώρας μας το 2020 θα είναι εκτός ελέγχου. Είναι όμως δυνατόν να τα αντέξει η κοινωνία, προερχόμενη από μία βαθιά κρίση άνω των δέκα ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας ληστεύθηκαν κυριολεκτικά οι Έλληνες, με ευθύνη των γνωστών εθνοκτόνων; Θα υποκύψουν οι Ιταλοί, μετατρεπόμενοι με τη σειρά τους σε μία εξαθλιωμένη γερμανική αποικία χρέους όπως η Ελλάδα; Δεν θα αντιδράσουν οι Γάλλοι και οι Ισπανοί, προβλέποντας πως θα είναι τα επόμενα θύματα;

Μήπως λοιπόν πράγματι ο COVID-19 θα οδηγήσει στο τέλος του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης που τον τρέφει, παράλληλα με τη διάλυση της ΕΕ και της Ευρωζώνης; Φαίνεται ως το πλέον πιθανόν να συμβεί, ότι θα αυτοκτονήσει δηλαδή μόνος του ο γερμανικός νεοφιλελευθερισμός, ειδικά εάν η επιδημία εμφανίσει ένα δεύτερο κύμα – οπότε προδιαγράφεται ένα άκρως ενδιαφέρον μέλλον, ειδικά λόγω της γερμανικής αρτηριοσκληρωτικής αντίληψης που θεωρεί πως η ληστεία της ΕΕ μπορεί να επαναληφθεί όπως μετά το 2009, με τη βοήθεια της νέας κρίσης.


Τα άρθρα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς τους. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

Συντάξτε την άποψή σας

Σχόλια

Don`t copy text!