Ασφαλώς υπάρχουν λύσεις! – The Analyst

Ασφαλώς υπάρχουν λύσεις!

3,651 total views, 41 views today

.

Το μεγαλύτερο μειονέκτημα της Ελλάδας είναι η ελίτ της, ιδίως οι εφοπλιστές – αφού είναι η μοναδική ελίτ στον πλανήτη που δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τη χώρα της, που δεν τη στηρίζει καθόλου, που την απομυζεί, που την προδίδει συνεχώς και που είναι κυριολεκτικά άπατρις. Το γεγονός αυτό φαίνεται από τις απογοητευτικές δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού – σύμφωνα με τις οποίες πατρίδα μας θα μπορούσε να είναι η Γερμανία ή όποια άλλη ευημερούσα χώρα.

 .

Παραδοχές: Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ της Ελλάδας σε τρέχουσες τιμές το 2018 ανήλθε στα 184,7 δις € (πηγή), παρουσιάζοντας αύξηση 2,5% – ενώ κατά την Κομισιόν η άνοδος προβλέπεται στο 2,2% το 2019. Κατά άλλους οργανισμούς, το ΑΕΠ θα αυξηθεί 1,5% το 2019, το 2020 μόλις 0,5% και το 2021 περί το 0,7%.

Όσον αφορά τα νέα μέτρα που ανήγγειλε η κυβέρνηση υπολογίζοντας τα στο 1,2 δις €, διάφορες έρευνες τα τοποθετούν στο 1% του ΑΕΠ το 2018 και στο 1,7% το 2019 – οπότε στα 1,85 δις € και 3,2 δις € αντίστοιχα, εάν δεχθούμε την πρόβλεψη της Κομισιόν για ΑΕΠ το 2019 στα 188,76 δις €.

.

Ανάλυση

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, η πρώτη ερώτηση είναι εάν τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση είναι σωστά για την Ελληνική οικονομία – ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, πρόκειται για μία πολύ μικρή επιστροφή των κλεμμένων και προέρχονται από τις σάρκες μας (= υπερβολική φορολόγηση, κατασχέσεις σπιτιών κλπ.).

Η απάντηση εν προκειμένω είναι ξεκάθαρα αρνητική, αφού θα ωφελήσουν βραχυπρόθεσμα μόνο την κατανάλωση – η οποία θα διοχετευθεί κυρίως στην αγορά ξένων προϊόντων, επειδή ο ελληνικός παραγωγικός ιστός έχει εξαϋλωθεί (έχουμε ήδη μετατραπεί σε χώρα της LIDL). Έτσι θα αυξηθεί ξανά το εμπορικό έλλειμμα, καθώς επίσης το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια – ενώ ήταν ένας από τους βασικούς λόγους της υπερχρέωσης της Ελλάδας το 2009.

Η επόμενη ερώτηση είναι το πώς θα χρησιμοποιούνταν καλύτερα – όπου η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να μειώσουν το φόρο εισοδήματος των επιχειρήσεων, ο οποίος το προηγούμενο έτος ήταν της τάξης των 4,2 δις € – σε λιγότερο από 15% από 29% σήμερα, με βάση το προϋπολογιζόμενο κόστος τους. Θα ήταν φυσικά πολύ θετικό για τις επιχειρήσεις που υποφέρουν σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια, αλλά τα αποτελέσματα στο ΑΕΠ δεν είναι εύκολο να μετρηθούν – ούτε στον περιορισμό της ανεργίας.

Ως εκ τούτου, θα ήταν καλύτερα να στηρίξουν τις δημόσιες επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς (όχι στις υποδομές) – οπότε, με βάση τους συντελεστές του ΑΕΠ (Κατανάλωση + Ιδιωτικές επενδύσεις + Δημόσιες δαπάνες συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων + Εμπορικό ισοζύγιο), αφενός μεν θα αύξαναν αμέσως το ΑΕΠ, άρα μέσω αυτού τη ζήτηση, την κατανάλωση και τα έσοδα του δημοσίου (=περί το 30% του ΑΕΠ), μειώνοντας παράλληλα την ανεργία, αφετέρου θα στήριζαν τις ιδιωτικές επενδύσεις και το εμπορικό ισοζύγιο. Επομένως θα ήταν πολύ πιο ωφέλιμο μακροπρόθεσμα για την ελληνική οικονομία, σε σχέση με όλα τα προηγούμενα.

Περαιτέρω, αυτό που χρειάζεται απαραίτητα η Ελλάδα είναι η άνοδος του ρυθμού ανάπτυξης της, με όσο το δυνατόν χαμηλότερη εγχώρια κατανάλωση – κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί αρχικά μόνο με την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων σε παραγωγικούς τομείς. Η αύξηση αυτή τονώνει τη ζήτηση και δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να ακολουθήσουν επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα – μέσω των οποίων βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα της χώρας και είναι σε θέση να εκμεταλλευθεί επί πλέον τη ζήτηση άλλων χωρών, εξάγοντας τα προϊόντα της.

Με τον τρόπο αυτό αυξάνονται όλοι οι συντελεστές του ΑΕΠ, οπότε τα αποτελέσματα είναι πολύ καλύτερα – ενώ από την υγιή άνοδο του ΑΕΠ εξαρτώνται τα δημόσια έσοδα (αυξάνονται, οπότε μπορούν να μειωθούν οι συντελεστές φορολόγησης), η δημιουργία θέσεων εργασίας που συμβάλλει στην επίλυση του ασφαλιστικού και στην άνοδο των συντάξεων, η εξυπηρέτηση των δημοσίων χρεών, ο περιορισμός των κόκκινων δανείων των ιδιωτών, η άνοδος των τιμών των ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων που αυξάνει την αξία των τραπεζικών εγγυήσεων, οπότε τη δυνατότητα τους να δανείζουν κοκ.

Στα πλαίσια αυτά έχουν δυστυχώς δίκιο οι ξένοι που τάσσονται εναντίον των μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση – παρά το ότι έχει κάθε δικαίωμα να διαθέσει τα πρωτογενή πλεονάσματα που υπερβαίνουν το συμφωνηθέν 3,5% όπως θέλει.

Η βιωσιμότητα του χρέους

Συνεχίζοντας, σε σχέση με τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, η οποία κατά την Ευρώπη ορίζεται ως η μη αύξηση του (άρθρο), οφείλουμε εν πρώτοις να σημειώσουμε πως το καθαρό δημόσιο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης (=μαζί με τα ΝΠΔΔ αλλά μείον το μαξιλάρι), είναι της τάξης των 335 δις €. Εν προκειμένω, αφενός μεν το μέσο επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας σήμερα είναι 1,7%, αφετέρου εάν η ΕΚΤ μας στήριζε όπως όλες τις άλλες χώρες, θα δανειζόμαστε από τις αγορές με ακόμη χαμηλότερο επιτόκιο, κρίνοντας από την Πορτογαλία (περί το 1,12% το δεκαετές).

Ακόμη όμως και με το σημερινό μέσο 1,7%, η μη άνοδος του δημοσίου χρέους μας προκύπτει από τον εξής μαθηματικό τύπο: (Επιτόκιο – Ονομαστική ανάπτυξη) Χ (Δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ ./. 100). Άρα για το 2019 από τα παρακάτω: (1,7-2,2) Χ (177,47/100) = -0,89. Αυτό σημαίνει πως ακόμη και με μηδενικό πρωτογενές πλεόνασμα, το χρέος μας ως προς το ΑΕΠ θα μειωνόταν κατά 0,89% ετήσια, χωρίς καν να ξεπουλάμε δημόσιες επιχειρήσεις σε εξευτελιστικές τιμές.

Επομένως τα πρωτογενή πλεονάσματα μας, έστω 3,5% του ΑΕΠ και όχι το 4,3% του 2018, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο σύνολο τους για τη διεξαγωγή δημοσίων επενδύσεων σε παραγωγικούς κλάδους – δηλαδή στην ίδρυση παραγωγικών επιχειρήσεων στον πρωτογενή τομέα, στη μεταποίηση κοκ. που αργότερα θα μπορούσαν να πουληθούν σε ιδιώτες, με κέρδος.

Το 3,5% τώρα στο ΑΕΠ ύψους 188,76 δις € του 2019 είναι της τάξης των 6,6 δις που, αν μη τι άλλο, θα αύξαναν αυτόματα το ΑΕΠ δημιουργώντας πάνω από 100.000 νέες θέσεις εργασίας – επίσης τα έσοδα του δημοσίου πάνω από 2 δις €, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυνατότητα μείωσης των φορολογικών συντελεστών.

Επίλογος

Συμπερασματικά λοιπόν η έξοδος από την κρίση και η μείωση του χρέους, δημοσίου και ιδιωτικού, εξαρτώνται από τη λήψη των κατάλληλων οικονομικών μέτρων, καθώς επίσης από τη σωστή τους εφαρμογή εκ μέρους ικανών στελεχών – όπου όμως οι ξένοι και ιδίως οι Γερμανοί αφενός μεν δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την επιτυχία της οικονομίας μας έως ότου μας υφαρπάξουν ότι έχουμε και δεν έχουμε, αφετέρου δεν εμπιστεύονται τις ελληνικές κυβερνήσεις.

Όσον αφορά δε τις ελληνικές κυβερνήσεις, εάν παράλληλα με τα παραπάνω ασχολούνταν με την πραγματική εξυγίανση της Ελλάδας (κρατικός ισολογισμός, διπλογραφικό λογιστικό σύστημα στο δημόσιο, βελτίωση των θεσμών κλπ.), καθώς επίσης με τη διεκδίκηση των πολεμικών επανορθώσεων συν την αγωγή αποζημίωσης εναντίον της Τρόικα με βάση το άρθρο 340 του Μάαστριχτ, θα μπορούσαν πολύ εύκολα να οδηγήσουν την Ελλάδα σε μία πραγματικά νέα εποχή – επειδή πρόκειται για μία πάμπλουτη χώρα, με πολύ ισχυρούς οικονομικούς πυλώνες, τονίζοντας πως ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά της στοιχεία είναι η γεωπολιτική της θέση, ειδικά όσον αφορά τους ενεργειακούς αγωγούς προς την Ευρώπη.

Ολοκληρώνοντας τονίζουμε ξανά ότι, το μεγαλύτερο μειονέκτημα της Ελλάδας είναι η πολιτική και οικονομική ελίτ της, ιδίως οι εφοπλιστές – αφού είναι η μοναδική ελίτ στον πλανήτη που δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τη χώρα της, που δεν τη στηρίζει καθόλου, που την απομυζεί, που την προδίδει συνεχώς και που είναι κυριολεκτικά άπατρις. Το γεγονός αυτό, το πόσο άπατρις είναι δηλαδή η ελληνική ελίτ,  φαίνεται από τις απογοητευτικές δηλώσεις του Έλληνα πρωθυπουργού (εικόνα) – σύμφωνα με τις οποίες πατρίδα μας θα μπορούσε να είναι η Γερμανία ή όποια άλλη ευημερούσα χώρα.

Ειδικά όσον αφορά τους εφοπλιστές θα έπρεπε να ντρέπονται επιτρέποντας στους ξένους και ειδικά στους Γερμανούς να λεηλατούν την πατρίδα τους, παρά το ότι η ελληνική ναυτιλία είναι το νούμερο ένα στον πλανήτη – ενώ για πολλά μπορεί να κατηγορήσει κανείς τη γερμανική ελίτ, αλλά όχι για τα πατριωτικά της συναισθήματα. Άλλωστε η ιστορία γράφεται από τις ελίτ και όχι από τις μάζες – οπότε η ιστορία της υπερχρέωσης και της χρεοκοπίας της Ελλάδας γράφτηκε από τις διεφθαρμένες, άπατρις πολιτικές και οικονομικές ελίτ της και όχι από τους απλούς Έλληνες Πολίτες.