Η νέα γερμανική ανοησία – The Analyst

Η νέα γερμανική ανοησία

.

Για την εξαγορά του τερατουργήματος της Monsanto από τη BAYER έφυγαν 62 δις $ από τη Γερμανία, με κατεύθυνση τις Η.Π.Α. – ενώ μπορεί μεν οι αμερικανοί μέτοχοι της BAYER να χάσουν τα χρήματα τους, εάν τυχόν χρεοκοπήσει, αλλά έχουν ήδη κερδίσει τεράστια ποσά ως μέτοχοι της Monsanto, μαζί με τις μεγάλες τράπεζες που διευθέτησαν τη συναλλαγή.

.

Ανάλυση

Έχουμε αναφέρει στο παρελθόν πως η BAYER, στην προσπάθεια της να μονοπωλήσει τη διατροφική αλυσίδα, εξαγόρασε με το τεράστιο ποσόν των 62 δις $ την ανταγωνίστρια της Monsanto (πηγή). Επίσης πως το γερμανικό τέρας προσπαθεί να επιβάλλει τα γενετικά μεταλλαγμένα γεωργικά προϊόντα παγκοσμίως, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια της κυβέρνησης της χώραςμε καταστροφικές συνέπειες για πολλά εκατομμύρια μικρούς γεωργούς, στα κράτη του Νότου (ανάλυση).

Εν τούτοις είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί το έκανε, αφού με την αγορά της Monsanto ανέλαβε όλες τις απαιτήσεις αποζημιώσεων που έχουν σχέση με το γνωστό ζιζανιοκτόνο GLYPHOSAT – γνωρίζοντας πως εκκρεμούν 11.000 αγωγές εναντίον της, επειδή το προϊόν προκαλεί καρκίνο. Αυτό τουλάχιστον συμπεραίνεται από την απόφαση ενός αμερικανικού δικαστηρίου το προηγούμενο έτος, το οποίο καταδίκασε τη BAYER στην πληρωμή αποζημίωσης ύψους 78 εκ. $ σε έναν Αμερικανό που λόγω του GLYPHOSAT αρρώστησε με καρκίνο.

Λίγες ημέρες πριν συνέβη κάτι σχετικά ανάλογο, με μία αντίστοιχη αγωγή – οπότε, εάν η διαδικασία συνεχιστεί, ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο αφού υπάρχουν ήδη δύο δεδικασμένα, οι ζημίες που θα προκληθούν στην εταιρεία θα είναι θηριώδεις. Δεν αποκλείεται ακόμη και η χρεοκοπία της, οπότε η απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας –  εκτός από τις ζημίες των επενδυτών της.

Περαιτέρω, ήδη από το 2016 που η BAYER προέβη στην πρώτη επίσημη προσφορά εξαγοράς της Monsanto, είχε αναφερθεί πως επρόκειτο για μία εταιρεία που θεωρείται κυριολεκτικά η επιτομή του κακού – ενός ομίλου δηλαδή που αφενός μεν με εγκληματικές μεθόδους και με επικίνδυνα προϊόντα έχει καταστήσει εξαρτημένους εκατομμύρια μικρούς γεωργούς παγκοσμίως, οδηγώντας τους στη χρεοκοπία και στην καταστροφή, αφετέρου με τα δηλητήρια που πουλάει και που προκαλούν καρκίνο «υποχρέωσε» πολλές επιχειρήσεις-πελάτες της να υποστούν τεράστιες ζημίες, από τις αγωγές αποζημίωσης εναντίον τους.

Ειδικά όσον αφορά το ζιζανιοκτόνο GLYPHOSAT, το οποίο έχει κατηγοριοποιηθεί ως καρκινογόνο από πολλές ανεξάρτητες μελέτες, αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου – ενώ ο διάδοχος του, το DICAMBA, θεωρείται ύποπτο καταστροφής όχι μόνο των ζιζανίων αλλά, επί πλέον, των καλλιεργειών σε γειτονικά χωράφια που δεν το χρησιμοποιούν καν οι γεωργοί! Ως εκ τούτου προετοιμάζονται χιλιάδες αγωγές – ενώ οι περισσότεροι χονδρέμποροι στις Η.Π.Α. το έχουν αφαιρέσει ήδη από το πρόγραμμα προϊόντων τους

Μία επόμενη μεγάλη απειλή είναι οι γενετικά τροποποιημένοι σπόροι της Monsanto που διανέμονται αποκλειστικά από την ίδια τη BAYER – με τους δυνητικούς κινδύνους εδώ να θεωρούνται πολύ μεγαλύτεροι, από αυτούς της TEPCO που ήταν υπεύθυνη για το πυρηνικό χάος στη FUKUSHIMA. Εν προκειμένω ελπίζουμε να ενημερώνονται και να συνειδητοποιούν τους κινδύνους από τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα οι Έλληνες γεωργοί, αποφεύγοντας τα σαν το διάβολο – αφού δεν απειλούνται μόνο τα φυτά και η σοδειά τους, αλλά η ίδια η γεωργική γη αυτών και των γειτόνων τους που μολύνεται, όπως εάν είχε εκραγεί μία πυρηνική βόμβα.

Η ωρολογιακή βόμβα της Monsanto

Συνεχίζοντας, για όλους τους παραπάνω λόγους η Monsanto ήταν μία ωρολογιακή βόμβα, με τα ρίσκα της κατά πολύ μεγαλύτερα από τα 45 δις $ που είχε αξιολογηθεί – επίσης από τα 62 δις $ που προσέφερε τελικά η BAYER. Εκτός αυτού η έδρα της είναι στις Η.Π.Α., οπότε όλα τα θύματα του GLYPHOSAT από άλλες χώρες μπορούν να καταθέσουν αγωγές στα αμερικανικά δικαστήρια – υπενθυμίζοντας πως οι περισσότεροι πελάτες της είναι στη Λατινική Αμερική και στην Ινδία (ως συνήθως σε φτωχές περιοχές που έχουν μεγάλη ανάγκη από αγροτικά αγαθά, οπότε πέφτουν εύκολα στην παγίδα). Η επόμενη μεγάλη απορία λοιπόν είναι το γιατί δεν μετέφερε την έδρα της Monsanto η BAYER όταν την εξαγόρασε, αφού γνώριζε πολύ καλά τους κινδύνους.

Θα μπορούσε βέβαια να υποθέσει κανείς πως επρόκειτο για τη γνωστή ανοησία των Γερμανών, αναμεμιγμένη με απάτη, όπως έχει τεκμηριωθεί σε πολλές περιπτώσεις – στη ναυτιλία που έχουν χάσει τεράστια ποσά, στο χρηματοπιστωτικό τομέα με την εγκληματική συμμορία της Deutsche Bank, στην αυτοκινητοβιομηχανία με το σκάνδαλο ρύπων της Volkswagen κοκ.

Εν τούτοις, μπορεί τυπικά η BAYER να είναι μία γερμανική εταιρεία, αλλά με βάση το ιδιοκτησιακό της καθεστώς δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο – σημειώνοντας πως πριν από την εξαγορά της Monsanto, οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της ήταν η αμερικανική Black Rock, η Vanguard και η Capital Group (υπόλοιποι τα επενδυτικά κεφάλαια της Νορβηγίας και της Σιγκαπούρης,  η Fidelity κλπ.). Οι τρεις αυτές επιχειρήσεις ήταν όμως επίσης, αν και με άλλα ποσοστά συμμετοχής, οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της Monsanto – ενώ σήμερα μόνο το 20% της BAYER ανήκει σε Γερμανούς, όπως συμβαίνει με πολλούς ομίλους της χώρας (γράφημα, με σκούρο κίτρινο οι ξένες συμμετοχές το 2015).

Ουσιαστικά λοιπόν οι κοινοί μεγάλοι μέτοχοι και των δύο εταιρειών αποφάσισαν την εξαγορά της μίας από την άλλη, έναντι ενός αστρονομικού ποσού για την αμερικανική Monsanto – τρελού κυριολεκτικά, εάν συμπεριλάβει κανείς μόνο τις δικαστικές απειλές. Θεωρείται πάντως πως επειδή η Monsanto δεν ανέφερε με σαφήνεια τους κινδύνους, θα μπορούσαν ενδεχομένως οι μέτοχοι της BAYER να καταθέσουν αγωγές αποζημίωσης εναντίον της διοίκησης και των μεγάλων μετόχων της Monsanto – επειδή ήταν γνωστά τα ρίσκα της εξαγοράς.

Με δεδομένο δε το ότι, στην εξαγορά συμμετείχαν οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street (Bank of America, Merrill Lynch, Credit Suisse, Goldman Sachs, JP Morgan, HSBC), οι οποίες κέρδισαν δισεκατομμύρια από το εγχείρημα, ενώ φυσικά γνώριζαν τους κινδύνους, η αγωγή αποζημίωσης θα ήταν δυνατόν να τις συμπεριλάβει – οπότε το θέμα που δημιουργείται είναι τεράστιο, αφορώντας επί πλέον τις δύο χώρες: τις Η.Π.Α. και τη Γερμανία που για ακόμη μία φορά έχει το ρόλο του ηλιθίου της συναλλαγής. Θεωρείται όμως πολύ δύσκολο να το αποτολμήσει η Γερμανία – αν και θα φανεί στο μέλλον.

Περαιτέρω, για να γίνει κατανοητή η γερμανική ηλιθιότητα σε αυτούς που δεν γνωρίζουν πώς διενεργούνται τέτοιου είδους χρηματιστηριακές συναλλαγές (κάτι που θα μπορούσε να συμβεί στο μέλλον και με τις άλλες εισηγμένες γερμανικές εταιρείες, στις οποίες συμμετέχουν πλειοψηφικά οι αμερικανικές επενδυτικές), οφείλει να γνωρίζει κανείς πως 63 δις $ έφυγαν από τη Γερμανία για την εξαγορά, με κατεύθυνση τις Η.Π.Α.

Μπορεί δε οι αμερικανοί μέτοχοι της BAYER να χάσουν τα χρήματα τους, εάν τυχόν χρεοκοπήσει, αλλά έχουν ήδη κερδίσει τεράστια ποσά ως μέτοχοι της Monsanto – μαζί με τις παραπάνω τράπεζες που διευθέτησαν και χρηματοδότησαν τη συναλλαγή. Υπολογίζουν βέβαια πως δεν θα συμβεί καν κάτι τέτοιο, αφού στη χειρότερη περίπτωση η BAYER θα διασωθεί από το γερμανικό κράτος, αφενός μεν για να μην εξευτελιστεί, αφετέρου για να μη χαθούν οι 32.000 θέσεις εργασίας άμεσα και 100.000 έμμεσα με τις θυγατρικές της, εντός της Γερμανίας – με δυσμενή επακόλουθα για την κυβέρνηση της.

Εύλογα τώρα απορεί κανείς γιατί η γερμανική κυβέρνηση έδωσε τη συγκατάθεση της στο εγχείρημα, γνωρίζοντας τους κινδύνους – επίσης για τα θριαμβευτικά άρθρα των γερμανικών οικονομικών εφημερίδων που αναφέρονταν σε μία ιστορική συναλλαγή (πηγή), παρά το ότι ήταν ολοκάθαροι οι κίνδυνοι! Είναι αλήθεια τόσο ηλίθια η άρχουσα τάξη της Γερμανίας, όσον αφορά τις χρηματιστηριακές συναλλαγές; Ή μήπως απλά τυφλώνεται από τη φιλοδοξία της να κυριαρχεί παντού, με αποτέλεσμα να πέφτει συνεχώς στις παγίδες που της στήνουν αριστοτεχνικά οι Αμερικανοί; Σε κάθε περίπτωση η τιμή της μετοχής της BAYER έχει πέσει πάνω από 30% σε ένα έτος – με την πτώση να συνεχίζεται.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, έχοντας αναφερθεί ήδη στη δύση του οικονομικού μοντέλου της Γερμανίας, η οποία φαίνεται από την πτώση της βιομηχανικής της παραγωγής (ανάλυση), διαπιστώνεται μεταξύ άλλων πως ενώ αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Toyota, η Volvo ή η Tesla εξελίσσονται, οι γερμανικές Volkswagen, Mercedes ή BMW παραμένουν στάσιμες με τη χρήση τεχνολογιών του παρελθόντος – «αγοράζοντας» πολιτική προστασία που όμως τις προστατεύει μόνο στο εσωτερικό της χώρας και όχι για πάντα (η πολιτική διαφθορά στη Γερμανία είναι τεράστια).

Με ένα δεύτερο παράδειγμα, όταν σε παγκόσμιο επίπεδο συζητείται η ανάγκη μίας ενεργειακής αλλαγής, οι ενεργειακές εταιρείες της Γερμανίας παραμένουν στη χρήση του λιγνίτη – ενώ στον τομέα της τεχνολογίας των πληροφοριών η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη, αφού η χώρα αγοράζει κινεζικά ή αμερικανικά συστήματα (HUAWEI, CISCO κλπ.). Εκτός αυτού δεν έχει καμία εναλλακτική όσον αφορά προϊόντα όπως της Google, της Apple, του Face Book, του Twitter, της Netflix κοκ. – οπότε εύλογα συμπεραίνεται πως δεν υπάρχει πλέον βιομηχανική και οικονομική πολιτική στη Γερμανία, κανένας κεντρικός σχεδιασμός, ούτε ένα ικανό και επαρκές υπουργείο οικονομικών που να φροντίζει για το μέλλον της χώρας.

Ως εκ τούτου μπορεί να θεωρείται γίγαντας η Γερμανία από τις αδύναμες χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, αλλά στέκεται κυριολεκτικά σε ξύλινα πόδια – ενώ διαθέτει μεν μεγάλα περιουσιακά στοιχεία, όπως οι αποταμιεύσεις των Πολιτών της ύψους περί τα 6 τρις €, αλλά δεν σχεδιάζει καθόλου το μέλλον της, ευρισκόμενη πολύ πίσω σε σχέση με τις Η.Π.Α., την Κίνα ή την Ιαπωνία. Είναι αλήθεια αυτό το τίμημα τους πολιτικής λιτότητας που εφαρμόζει, πριν από όλους στον εαυτό της; Πολύ πιθανόν, ενώ θα φανεί σύντομα, όταν δεν θα της επιτρέπονται πλέον οι απάτες, το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, το dumping κοκ. από τη διεθνή κοινότητα.

Βιβλιογραφία: NDS