Η μονοπώληση της διατροφικής αλυσίδας – The Analyst

Η μονοπώληση της διατροφικής αλυσίδας

Email this page.

Η ΕΕ, σχεδιάζοντας τη μείωση των αγροτικών επιδοτήσεων, θα προκαλέσει το κλείσιμο πολλών μικρών εταιριών, στηρίζοντας έμμεσα τις μεγάλες επιχειρήσεις – προς όφελος κυρίως των γερμανικών κολοσσών και της χώρας, η οποία θέλει να χρησιμοποιήσει τα ποσά που θα εξοικονομηθούν για το στρατιωτικό εξοπλισμό της Ευρώπης.

.

«Στον πρόεδρο της ένωσης αγροτών της Ελβετίας, ο οποίος αγωνίζεται εναντίον της αγροτικής πολιτικής της κυβέρνησης, ειδικά όσον αφορά τη νέα συμφωνία ελευθέρου εμπορίου που δρομολογεί με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής (MERCOSUR), τέθηκε η εξής ερώτηση (πηγή):

«Θεωρείτε ως οικονομικά αιτιολογημένο το ότι ένας κλάδος, ο οποίος απασχολεί μόλις το 3% του εργατικού δυναμικού της χώρας, ενώ παράγει μόνο το 1% του ΑΕΠ της, είναι τόσο ισχυρός;»

Η απάντηση του σε ελεύθερη μετάφραση ήταν η παρακάτω: «Ξεχνάτε τη διατροφική αλυσίδα υπεραξίας. Εάν τη λάβει κανείς υπ’ όψιν του, ως οφείλει, η εικόνα αλλάζει σημαντικά. Μόνο στην «πρωτογενή» γεωργία απασχολούνται 150.000 άνθρωποι. Επί πλέον αυτών απασχολούνται 250.000 σε εργασίες που προηγούνται και έπονται της αγροτικής παραγωγής – άρα συνολικά 400.000 ή σχεδόν το 8% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας (5.159.000).   

Ο τζίρος της Ελβετίας μόνο από τα τρόφιμα και ποτά ανέρχεται στα 63 δις φράγκα, σε ένα ΑΕΠ της τάξης των 660 δις φράγκων – άρα περίπου στο 10% του ΑΕΠ. Συμφωνώ πως από μόνη της η γεωργία αποτελεί έναν μικρό τροχό της μηχανής. Εάν όμως κανείς την καταργήσει, τότε θα πάψουν να υπάρχουν οι εταιρείες που προηγούνται της παραγωγής, ενώ θα επιβιώσουν σημαντικά λιγότερες από αυτές που έπονται και θα εξαρτώνται απόλυτα από τις άλλες χώρες»».

.

Άρθρο

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα χθεσινά σχέδια που παρουσιάστηκαν από τον πρόεδρο της Κομισιόν και το γερμανό επίτροπο του προϋπολογισμού της, κατ’ εντολή φυσικά του Βερολίνου που πλέον κυριαρχεί σχεδόν παντού (επόμενος στόχος του είναι η ηγεσία της ΕΚΤ), απαιτεί περισσότερα χρήματα για το στρατό, για τον πολεμικό εξοπλισμό, καθώς επίσης για τη διαφύλαξη των συνόρων – τα οποία θα αφαιρεθούν από εκείνους τους τομείς που έχουν μικρότερη σημασία για την ισχύ της ΕΕ και άρα της Γερμανίας: από τη στήριξη δηλαδή της αγροτικής παραγωγής και των δομικά αδύναμων χωρών (πηγή).

Ο πρώτος τομέας θα επιβαρύνει πρωτίστως τη Γαλλία (εισέπραξε 7,4 δις € το 2016) και την Ισπανία (6,3 δις €), καθώς επίσης ορισμένες άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου – ενώ ο δεύτερος κυρίως τα κράτη της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης. Για πρώτη φορά δε απαιτείται η τιμωρία των ευρωπαϊκών χωρών για πολιτικά λαϊκίστικες συμπεριφορές, με τη μείωση των ποσών που λαμβάνουν ως ενίσχυση από την Κομισιόν, όπως η Πολωνία και η Ουγγαρίαυπενθυμίζοντας πως η Πολωνία ζητάει από τη Γερμανία την καταβολή των πολεμικών επανορθώσεων (άρθρο), αρνείται να αποδεχθεί τη μεταναστευτική συμφωνία όπως επίσης η Ουγγαρία, ενώ δίνει μεγάλη σημασία στον αγροτικό της τομέα.

Έτσι βέβαια θα δημιουργούταν ένα «δικαστικό προηγούμενο», το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά το δοκούν σε άλλα κράτη – με αντίστοιχους ισχυρισμούς, χωρίς ουσιαστικά την ανάγκη τεκμηρίωσης. Αυτός τουλάχιστον φαίνεται να είναι ο σκοπός της γερμανικής κυβέρνησης – η οποία τάσσεται υπέρ της παραδειγματικής τιμωρίας εκείνων των μελών που δεν πειθαρχούν στις εντολές της.

Ειδικά όσον αφορά την επιδότηση της γεωργίας, η οποία αποφάει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του προϋπολογισμού της ΕΕ, το συνολικό ποσόν για τα έτη 2021 έως 2027 προτείνεται να μειωθεί στα 254 δις € από 408 δις € το 2014 έως το 2020 – κάτι που ασφαλώς θα προξενήσει την αντίδραση εκείνων των χωρών που θα τους αφαιρεθούν σημαντικά ποσά, ενώ θα οδηγήσει στο κλείσιμο πολλών μικρών εταιρειών.

Η Γερμανία όμως αδιαφορεί, διαθέτοντας πλέον ισχυρές επιχειρήσεις στον κλάδο, οι οποίες είναι σε θέση να δραστηριοποιούνται κερδοφόρα σε ολόκληρο τον πλανήτη – ενώ τις επιδοτεί κρυφά, όπως στο παράδειγμα της Bayer που εξαγοράζει τη Monsanto έναντι 66 δις $, δημιουργώντας έναν πανίσχυρο αγροτοβιομηχανικό κολοσσό, με ετήσιο τζίρο 23 δις € (το νούμερο ένα παγκοσμίως στα αγροτοχημικά). Με την εξαγορά δε αυτή θα επιβληθούν τα γενετικά μεταλλαγμένα προϊόντα σε ολόκληρο τον πλανήτη, ενώ θα μονοπωληθεί ο κλάδος – υπενθυμίζοντας τα εξής:

Το αγροτοβιομηχανικό τέρας

Η γερμανική κυβέρνηση, μέσω των υπουργείων Διατροφής & Γεωργίας, καθώς επίσης Παιδείας & Έρευνας, στηρίζει και επιδοτεί την παραγωγή σπόρων από ακατάλληλα σιτηρά, με πολλά εκατομμύρια – τα οποία οδηγούνται, μεταξύ άλλων, στο χημικό της γίγαντα, στη Bayer, η οποία απορροφάει την ανταγωνιστική της αμερικανική εταιρεία Monsanto.

Ήδη πάντως διενεργούνται έρευνες εκ μέρους της Bayer, από πολλά χρόνια τώρα, όσον αφορά την παραγωγή των ονομαζόμενων «υβριδικών σιτηρών» – τα οποία, από την πλευρά του ομίλου έχουν το πλεονέκτημα να εμφανίζουν ανεπιθύμητες ιδιότητες στη δεύτερη γενιά τους, με αποτέλεσμα οι αγρότες να είναι υποχρεωμένοι να αγοράζουν ξανά και ξανά σπόρους, αποκλειστικά από τη Bayer.

Εάν καταφέρει τώρα η Bayer να «εφοδιάσει» τα συγκεκριμένα είδη σιτηρών με «αντισώματα», έτσι ώστε να είναι ανθεκτικά στα ζιζανιοκτόνα και στα φυτοφάρμακα που η ίδια παράγει, τότε θα είναι εγγυημένη η υψηλή κερδοφορία της – επειδή οι αγοραστές των σπόρων της θα είναι επί πλέον υποχρεωμένοι να αγοράζουν τα υπόλοιπα αγροτικά χημικά τους επίσης από την ίδια.

Στην περίπτωση βέβαια των κακών σοδειών, θα ήταν καταστροφικές για τους πληγέντες γεωργούς – αφού η εξάρτηση τους από τα προϊόντα της εταιρείας θα τους οδηγούσε πρώτα στην υπερχρέωση και μετά στη χρεοκοπία.

Περαιτέρω, στα προγράμματα αυτού του είδους που χρηματοδοτεί αδρά η γερμανική κυβέρνηση, ανήκει επίσης το επονομαζόμενο «γενετικής ή αναπαραγωγικής αξίας» – για το οποίο έχουν διατεθεί 5.000.000 €. Εν προκειμένω, πρόκειται για το μεγαλύτερο εγχείρημα «αναπαραγωγής σιταριού», το οποίο έχει διενεργηθεί ποτέ στη Γερμανία – όπου 8.400 «σειρές σιτηρών» δοκιμάσθηκαν, όσον αφορά τα συστατικά τους, έτσι ώστε να παραχθούν 7.920 υβριδικοί συνδυασμοί.

Στόχος είναι να αναπτυχθούν ποικιλίες υψηλής απόδοσης, οι οποίες να είναι ταυτόχρονα ανθεκτικές απέναντι στις σημαντικότερες μυκητολογικές ασθένειες. Το γεγονός βέβαια ότι, το αναζητούμενο «σούπερ σιτάρι» δεν θα είναι κατάλληλο για την παραγωγή σπόρων, οπότε θα πρέπει να τους αγοράζουν κάθε χρόνο οι γεωργοί από τη Bayerή από τις άλλες χημικές βιομηχανίες, δεν αναφέρεται πουθενά – αφού καμία εταιρεία δεν θέλει να μαθευτεί.

Συνεχίζοντας, γίνεται ταυτόχρονα προσπάθεια γενετικής αποκρυπτογράφησης του σιταριού από διάφορα ερευνητικά ινστιτούτα – τα οποία έχουν λάβει επιδοτήσεις από την κυβέρνηση ύψους 1.500.000 €. Ο βασικός στόχος τους είναι να επιταχύνουν όσο το δυνατόν περισσότερο την αναπαραγωγή των σιτηρών, η οποία θα αύξανε σε μεγάλο βαθμό τα κέρδη των χημικών βιομηχανιών – αν και σύμφωνα με τις δηλώσεις του γερμανικού υπουργείου Παιδείας & Έρευνας, η προσπάθεια θα ωφελήσει ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες χώρες, στις οποίες τα σιτηρά είναι το σημαντικότερο βασικό είδος διατροφής!

Ο συντονισμός των παραπάνω ερευνητικών εγχειρημάτων γίνεται από την «Εταιρεία για την απόκτηση και εκμετάλλευση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας» (GVS), με έδρα τη Βόννη – η οποία, κάτω από τον τίτλο «Υπέρ του σιταριού», έχει κατά την ίδια στόχο να συγκεντρώσει τους άριστούς ερευνητές σιταριού, συνδέοντας τους με την τεχνογνωσία της διατροφής.

Σε αυτούς τοποθετείται επίσης ο όμιλος σπόρων και αγροτικών χημικών της Bayer – η οποία, μέσω της συμμετοχής της στο εγχείρημα «Υπέρ του σιταριού», αφενός μεν εξασφαλίζει την πρόσβαση της στην πλούσια χρηματοδοτημένη έρευνα, αφετέρου τα πνευματικά δικαιώματα για τα υβριδικά σιτηρά. Έτσι αποκτά μία ανεξάντλητη πηγή πρόσθετων κερδών – επειδή ο εκάστοτε πελάτης της θα πρέπει να πληρώνει τακτικά τα τέλη αδειών και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, για την απόκτηση των κατάλληλων σπόρων για την καλλιέργεια των σιτηρών.

Περαιτέρω, η όλη διαδικασία ταιριάζει απόλυτα με τη στρατηγική που ακολουθεί η Bayer, ειδικά όσον αφορά τα σιτάρια – όπου σχεδιάζει τη μεγαλύτερη δυνατή επέκταση της στον τομέα των σπόρων, μεταξύ άλλων με την εξαγορά των ανταγωνιστών της, όπως της Monsanto.

Λογικά λοιπόν προωθεί μαζικά τις δικές της έρευνες, διατηρώντας μονάδες αναπαραγωγής σιτηρών στις περιοχές καλλιέργειας σταριού της Αυστραλίας, του Βελγίου, της Γερμανίας, της Γαλλίας, του Καναδά, της Ουκρανίας και των Η.Π.Α.– αφού θέλει να δώσει ένα «ολοκληρωμένο πακέτο λύσεων» στους πελάτες της, αποτελούμενο από σπόρους, καθώς επίσης από τα απαραίτητα φυτοφάρμακα.

Στην περίπτωση άλλωστε του ρυζιού, το οποίο αποτελεί ένα βασικό είδος διατροφής για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων, τα έχει ήδη καταφέρει – διακινώντας με την ονομασία «ARIZE», μεταξύ άλλων στην Ινδία, στις Φιλιππίνες και στο Βιετνάμ, ένα σπόρο ρυζιού, ο οποίος είναι ανθεκτικός σε ένα μεγάλο εύρος ζιζανιοκτόνων, εντομοκτόνων και μυκητοκτόνων δικής της παραγωγής. Το ίδιο λοιπόν σχεδιάζει και για το σιτάρι, προσδοκώντας τεράστια κέρδη – με τη χρήση της «πράσινης γενετικής τεχνικής», όπως η ίδια την αποκαλεί για να θολώνει τα νερά.

Επίλογος

Η πολιτική του γερμανικού χημικού ομίλου, με την «πράσινη» γενετική τεχνική, έχει καταστροφικές συνέπειες για εκατομμύρια μικρών γεωργών στις χώρες του παγκοσμίου Νότου – μεταξύ άλλων επειδή τα παραδοσιακά ποιοτικά είδη, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες, αντικαθίστανται συστηματικά από μεταλλαγμένες ποικιλίες υψηλής απόδοσης και υπέρογκων κερδών για τον όμιλο.

Με δεδομένο δε το ότι, τα προϊόντα αυτά είναι εντελώς ακατάλληλα για σπορά, ενώ προστατεύονται από πολλές διατάξεις και δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, τα οποία απαγορεύουν αυστηρά την αναπαραγωγή τους, οι γεωργοί είναι υποχρεωμένοι κάθε χρόνο να αγοράζουν τους σπόρους τους από τη Bayer – ενώ, λόγω της επικέντρωσης της στις υβριδικές ποικιλίες, είναι υποχρεωμένοι να αγοράζουν ταυτόχρονα τα αγροτικά χημικά του ομίλου, επειδή μόνο μέσω αυτών εξασφαλίζεται μία καλή σοδειά.

Έτσι η εξάρτηση τους είναι τεράστια, χωρίς καμία δυνατότητα αποφυγής της, από εκείνη τη στιγμή και μετά που αγοράζουν τα προϊόντα του ομίλου – ενώ, εάν δεν τα αγοράσουν, καταστρέφονται από τον ανταγωνισμό εκείνων που τα επιλέγουν, αφού παράγουν πολύ περισσότερα σιτηρά, για παράδειγμα, με χαμηλότερο κόστος, πουλώντας τα έτσι πολύ φθηνότερα. Στην περίπτωση δε που η σοδειά δεν είναι αρκετή, υπερχρεώνονται και οδεύουν προς την οικονομική καταστροφή – μη έχοντας τότε τη δυνατότητα να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους, χωρίς τους συγκεκριμένους σπόρους.

Στα πλαίσια αυτά, με στόχο να εμποδίσουν την επέκταση των χημικών τεράτων στο σιτάρι, δημιουργούνται στη Γερμανία ομάδες διαμαρτυρίας – όπως η «AGRAR», η οποία κατηγορεί τη γερμανική κυβέρνηση ότι, μέσω της προώθησης της τεχνολογίας δυσκολεύει την πρόσβαση των ανθρώπων στους σπόρους, με αποτέλεσμα να εντείνεται η πείνα στον πλανήτη.

Η οργάνωση αυτή θεωρεί σκανδαλώδη τη συμπεριφορά της κυβέρνησης – αν και ορισμένα έμμισθα γερμανικά ΜΜΕ, τα οποία φυσικά χειραγωγούνται, διακωμωδούν τους ακτιβιστές, ισχυριζόμενα ότι φοβούνται την τεχνολογική πρόοδο, όπως έχει συμβεί σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν.

Ανοιχτή Συνδρομή
Εμείς την ορεξη και την εργατικότητα την έχουμε. ‘Οραμα διαθέτουμε. Γνώσεις αρκετές. Στηρίξτε τη προσπάθειά μας να γίνουμε ο καταλύτης, για τη συλλογική εξέλιξη της κοινωνίας και της χώρας μας.
*Σχεδιάζουμε να "ανταμείψουμε" τους Συνδρομητές μας σύντομα για την υποστήριξή τους.
Αντιαμβανόμαστε πως δεν μπορεί ο καθένας να γίνει συνδρομητής. Για το λόγο αυτό, όσοι από εσάς είσαστε σε θέση να υποστηρίξετε το όραμά μας, θα βοηθάτε και εκείνους που δεν μπορούν να συνδράμουν άμεσα.
×

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Συντάξτε την άποψή σας

Απόψεις και σχόλια

/* ]]> */